Tag Archive | Urban History

Απεργίες Ενοικιαστών στη Βαρκελώνη του Μεσοπολέμου

Έχετε δει την ιταλική σπονδυλωτή κωμωδία «Χθες, σήμερα, αύριο» (Ieri, oggi, domani) του Vittorio de Sica, με τη Sophia Loren και τον Marcello Mastroianni; Αν όχι, τη συστήνω ανεπιφύλακτα για διάφορους λόγους. Ένας βασικός λόγος είναι και το σενάριο του πρώτου μέρους και ειδικά οι πρώτες σκηνές. Η όμορφη Αντελίνα, σε μια φτωχογειτονιά του ιταλικού Νότου –ίσως της Νάπολης– διώκεται λόγω της  αδυναμίας της να πληρώσει τις δόσεις για την επίπλωση που αγόρασε για το σπίτι της. Στις πρώτες σκηνές, βλέπουμε εικόνες από τις εργατικές συνοικίες της πόλης και πλήθος κατοίκων να μαζεύεται γύρω από την πόρτα της Αντελίνας, καθώς έχει μόλις καταφτάσει ο δικαστικός επιμελητής για να επιδώσει το εξώδικο στον άντρα της, μιας και η ίδια η Αντελίνα –κατά τ’ άλλα μικροπωλήτρια λαθραίων τσιγάρων– τεχνιέντως απουσιάζει για να μην την τσακώσουν. Μπαίνοντας στο σπίτι, η κάμερα κάνει το γύρο του δωματίου και μας μεταφέρει σ’ έναν άλλον κόσμο, σ’ αυτόν της εργατικής κατοικίας, όπου η αθλιότητα και ο συνωστισμός ήταν (και εξακολουθούν να είναι) βασικά χαρακτηριστικά. Λίγο αργότερα, με το που φεύγει ο κλητήρας, βλέπουμε να ξεπηδούν από διάφορες μεριές, γειτόνοι και φίλοι που κουβαλούν πίσω τα έπιπλα που πριν είχαν απομακρύνει για να μην τους τα κατάσχουν. Ένας ολόκληρος μηχανισμός αυτόματων κοινωνικών αντανακλαστικών, που συγκρίνοντάς τον με τους αντίστοιχους σημερινούς δικούς μας, μοιάζει πλέον να έχει χάσει κάτι από την παλιά του λάμψη.

tumblr_nlgztcfmwz1rfd7lko1_5002013-10-15-ieri-oggi-domani-selling-cigarettes-jpgvlcsnap-2012-03-22-10h46m54s197

Από την άλλη, τα πράγματα δεν είναι τόσο κωμικά. Εκτός κι αν θεωρήσουμε την κωμωδία ως ένα ζεστό σκέπασμα έτσι ώστε η ατελείωτη τραγωδία της επισφάλειας στην κατοικία να μπορεί να αυτοσαρκάζεται στην εποχή της πρώτης φοράς αριστερά.

Διαβάζοντας το πρόσφατο αυτό άρθρο του Θάνου Καμήλαλη, και σε συνδυασμό με κάποια καλοκαιρινά διαβάσματα για την εργατική τάξη της Βαρκελώνης του μεσοπολέμου αλλά και τα νέα για τις απεργίες των φοιτητών ενοικιαστών στην Αγγλία ήταν πολύ δύσκολο να μην μπω στον πειρασμό να κάνω κάποιους συσχετισμούς. Θα πει κανείς, και καλώς ίσως: άλλο τότε, άλλο τώρα. Αν και η ανάγκη για ασφαλή στέγη ήταν, όπως και να το κάνουμε, πάντα βασική. Κι αν σήμερα απειλείται με διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι χθες, το σίγουρo είναι ότι μας ενδιαφέρει να μην ξεχνάμε.

Έτσι λοιπόν, λίγα χρόνια πριν ξεκινήσει ο εμφύλιος της Ισπανίας και με την προκήρυξη της Β’ Ισπανικής Δημοκρατίας το 1931, οι ελπίδες για μια δικαιότερη κοινωνία, με σειρά μέτρων που θα άμβλυναν τις διαφορές μεταξύ των χαμηλότερων εργατικών στρωμάτων από τη μία και των μεσαίων και ανώτερων από την άλλη, πολύ σύντομα διαλύθηκαν. Και παρά την έμμεση υποστήριξη της CNT [1] για την εκλογική νίκη της ERC [2], η επίθεση στην εργατική τάξη, στο περισσότερο δηλαδή ευάλωτο κομμάτι της κοινωνίας, συνεχίστηκε κλιμακούμενη σε όλα τα επίπεδα και με κάθε τρόπο.

LIBROS IMAGENES DEL LIBRO "COPS DE GENT " 1934 REPUBLICA 1931

Ένα από τα κεντρικά κοινωνικά προβλήματα των ταραγμένων εκείνων χρόνων, που ήταν μέρος και αυτό των υποσχέσεων της ERC προς αντιμετώπιση, ήταν η ανεργία. Ωστόσο, μέτρα για την ανακούφιση των ανέργων, όπως το 6ωρο εργασίας, το επίδομα ανεργίας,  αλλά και τα μέτρα για την αναθέρμανση της οικονομίας και τη βελτίωση των οικονομικών της κυβέρνησης της Generalitat –που ήταν πνιγμένη στα χρέη– ποτέ δεν πάρθηκαν. Το αποτέλεσμα ήταν η άνοδος της ανεργίας μαζί με την έλλειψη πολιτικής βούλησης για την καταπράυνσή της και σε συνδυασμό με τα αυξανόμενα ενοίκια να οδηγήσουν στη δημιουργία ενός από τα μεγαλύτερα αστικά κινήματα εκείνων των χρόνων.

Το κίνημα της απεργίας των ενοικιαστών ξέσπασε τον Ιούνιο του 1931, με τη δημιουργία της CDE [3] και κράτησε μέχρι και το Δεκέμβρη του ίδιου χρόνου. Ήδη όμως, απ’ τον Απρίλιο του 1930, είχαν ξεκινήσει μαζικές εξώσεις στα τέσσερα συγκροτήματα των Οικονομικών Κατοικιών (Casas Baratas), στις περιφέρειες της πόλης, καθώς πάνω από 300 οικογένειες είχαν μείνει μερικούς μήνες πίσω στις πληρωμές των ενοικίων τους. Έτσι, οι μαζικές κινητοποιήσεις που φούντωσαν στην εργατική συνοικία της Barceloneta, υπό τον συντονισμό της CDE και σε συνεργασία με τις επιτροπές των γειτονιών των Oικονομικών Kατοικιών, είχαν ήδη πίσω τους αρκετούς μήνες προετοιμασίας, ενώ η πλειονότητα των κατοίκων στα εν λόγω συγκροτήματα είχαν παραπάνω από 4 μήνες απλήρωτα ενοίκια. Το κάλεσμα της CDE, την πρωτομαγιά του 1931, όπου θα γινόταν και ευρύτερα γνωστό το περιεχόμενο των διεκδικήσεών τους, κατέληξε σε βίαιη συγκέντρωση με κεντρικό της σύνθημα «Πρώτη Μαϊου κατά της ανεργίας, της ανόδου των τιμών, και για την μείωση των ενοικίων». [4] Κεντρικά αιτήματα μεταξύ άλλων: ο υπολογισμός της εγγύησης ως κανονικό ενοίκιο, η πτώση όλων των μισθωμάτων ως και 40% και η κατάργηση των ενοικίων για τους ανέργους.

bon-pastor-casas-baratas

Η απήχηση ήταν εξαιρετικά μεγάλη και υπολογίζεται ότι γύρω στα τέλη Ιούλη με αρχές Αυγούστου γύρω στους 90.000 απεργούς είχαν σταματήσει να πληρώνουν τα ενοίκιά τους. Και ήταν λογικό να έχει τόσο υψηλή συμμετοχή ο αγώνας καθώς οι καρποί μιας τέτοιας μάχης ήταν ορατοί μιας και από τη μη πληρωμή των ενοικίων, το κάθε νοικοκυριό μπορούσε να ανακουφιστεί άμεσα χωρίς να υφίσταται τις δυσμενείς συνθήκες των συνηθισμένων απεργιών. Έτσι, με την απεργία των ενοικιαστών ένα πολύ μεγάλο μέρος των εργατών –ειδικά των ανέργων– ενώθηκε κάτω από το αίτημα για δικαίωμα στην ασφαλή στέγη.

Όπως αναφέρει ο Ealham στο βιβλίο του “Class, Culture and Conflict in Barcelona”, για πάρα πολλούς εργάτες η απεργία των ενοικιαστών αποτέλεσε επίσης «μια πραγματική εμπειρία συλλογικών αποφάσεων και λαϊκής δημοκρατίας. Οι απεργοί συζητούσαν τα προβλήματα της γειτονιάς σε λαϊκές συνελεύσεις, και τα συγκεκριμένα παράπονα ενοικιαστών εντάσσονταν στον συνολικό αγώνα για τη μείωση των ενοικίων. Μερικοί ενοικιαστές ζητούσαν βελτίωση της ποιότητας των κατοικιών τους και οι άνεργοι ζητούσαν δωρεάν μέσα μαζικής μεταφοράς για τη διευκόλυνση εύρεσης εργασίας, ενώ στις Oικονομικές Kατοικίες (Casas Baratas), ενός από τα πιο γερά οχυρά του αγώνα, η εκστρατεία για τα ενοίκια συνδυαζόταν με μακρόχρονα αιτήματα για σχολικές υποδομές, υποδομές υγείας, φωτισμό των δρόμων και σύνδεση των μεταφορικών μέσων με το κέντρο της πόλης…» [5] Έτσι, σιγά σιγά οι δεύτερες περιφέρειες της Βαρκελώνης καθώς και οι γύρω όμοροι, φτωχότεροι δήμοι –Torrasa και Santa Coloma de Gramenet– μετατράπηκαν σε τόπους που η μη πληρωμή των ενοικίων απέκτησε ενδημικό χαρακτήρα μέχρι και την έναρξη του εμφυλίου λίγα χρόνια αργότερα.

casas-baratas

Ο αγώνας αυτός, όντας επίσης εξωσυνδικαλιστικός, βάθυνε το αίσθημα της αλληλεγγύης και της κοινότητας στις εργατικές συνοικίες της Βαρκελώνης, και αφορούσε το σύνολο των φτωχότερων τάξεων. Όταν στους απεργούς κοβόταν το ρεύμα, συμπαθούντες εργάτες το επανασύνδεαν. Όταν γίνονταν εξώσεις, ακτιβιστές από την CDE  και άλλοι απεργοί βοηθούσαν στην επιστροφή των επίπλων στο σπίτι (όταν δεν τα είχε πετάξει η αστυνομία –Guardia Civil– από τα παράθυρα για να σπάσουν και έτσι να μην μπορούν να τα επιστρέψουν), και όταν αυτό δεν μπορούσε να γίνει, τους φιλοξενούσαν στα δικά τους σπίτια. Ο κόσμος στις γειτονιές επιτίθεντο επίσης στους δικαστικούς επιμελητές όταν εμφανίζονταν για κάποια έξωση, ενώ αρκετές ήταν και οι περιπτώσεις που οι ίδιοι οι δικαστικοί επιμελητές αρνούνταν να εμφανιστούν από φόβο για αντίποινα. Αντίστοιχο εκφοβισμό ασκούσε ο κόσμος και στους ιδιοκτήτες των ακινήτων, διοργανώνοντας καθιστικές πορείες έξω από τα σπίτια τους, απαιτώντας την επανακατοίκηση των σπιτιών από τους ενοικιαστές που είχαν υποστεί έξωση. Και όποτε σημειωνόταν κάποια επιτυχία, αυτή ταξίδευε με ταχύτητα φωτός από γειτονιά σε γειτονιά, γεγονός που βοηθούσε στην αναζωπύρωση του κινήματος.

Μια ακόμα ιδιαίτερη πτυχή του κινήματος ήταν και η έντονη γυναικεία συμμετοχή. Η κατοικία έπαιζε για την πλειονότητα των γυναικών κεντρικό ρόλο στη ζωή τους. Οι γυναίκες έχοντας τον πρώτο λόγο για ζητήματα του σπιτιού όπως τα οικονομικά και τη συντήρησή του ξεχύθηκαν στους δρόμους, πλάι στους ανέργους και τους εργάτες για να διεκδικήσουν αξιοπρεπείς όρους διαβίωσης και ουσιαστικά την εξασφάλιση της αναπαραγωγής της ίδιας τους της τάξης. Το σπίτι άλλωστε για τις γυναίκες εκείνης της εποχής –που έχουν αρχίσει σταδιακά να βγαίνουν στον επαγγελματικό στίβο– όριζε, σε αρκετές περιπτώσεις, και την επικράτεια της χειραφέτησής τους. Έτσι και η δυναμική Αντελίνα της ταινίας του Vittorio de Sica δεν γίνεται τυχαία πρωταγωνίστρια της ιστορίας αυτής. Είναι αυτή που αγωνίζεται και φέρει τη λύση, είναι ο ρόλος της καταλύτης σε μια κοινωνία που φτάνει να απειλεί ένα τόσο βασικό αγαθό όπως η στεγαστική ασφάλεια.

image

 

[1] CNT: Confederación Nacional del Trabajo (Εθνική Συνομοσπονδία Εργαζομένων)

[2] ERC: Esquerra Republicana de Catalunya (Δημοκρατική Αριστερά της Καταλoνίας)

[3] CDE: Comision de Defenca Economica del Ramo del Construccion (Επιτροπή Οικονομικής Υπεράσπισης του κατασκευαστικού κλάδου)

[4] “Primero de Mayo contra el paro, la subida de precios y por la rebaja de alquileres”

[5] For many workers, the rent strike provided a real experience of community decision making and popular democracy. Strikers discussed neighbourhood problems in popular assemblies, and the specific grievances of tenants in different barris were incorporated within the overall struggle for a reduction in rents. (Ealham, C. (2005). Class, culture and conflict in Barcelona 1898-1937 . Oxon, New York: Routledge. σ. 101)

Βιβλιογραφία

O José Luis Oyón είναι αρχιτέκτονας καθηγητής της ιστορίας της πολεοδομίας στο ETSAB και χαλκέντερος ερευνητής της εργατικής τάξης του μεσοπολέμου της πόλης της Βαρκελώνης και όχι μόνο. Μεγάλο μέρος των παραπάνω στοιχείων προέρχεται από το βιβλίο του: Oyón, J. L. (2008). La quiebra de la ciudad popular: espacio urbano, inmigracion y anarquismo en la Barcelona de entreguerras, 1914-1936. Ediciones Del Serbal

 

οι φωτογραφίες είναι συνδεδεμένες με τις πηγές τους.

 

 

Save

Save

Save

Save

Θεσσαλονίκη, η προσφυγομάνα

Η Θεσσαλονίκη ήταν πάντα πολύ στενά συνδεδεμένη με τον όρο της «προσφυγιάς». Ιδιαίτερα μετά την Μικρασιατική Καταστροφή και την ανταλλαγή πληθυσμών το 1923 και ενώ ακόμα γινόντουσαν προσπάθειες αποκατάστασης των πληγέντων από την καταστροφική πυρκαγιά του 1917, η Θεσσαλονίκη και η Μακεδονία εν γένει, αποτέλεσε πόλο έλξης πολλών προσφύγων -στην Θεσσαλονίκη μόνο υπολογίζεται η άφιξη 90.000 με 120.000 προσφύγων τα χρόνια εκείνα. Ο λόγος για τον οποίο την περίοδο εκείνη πολλοί επέλεγαν πόλεις και χωριά της Μακεδονίας για να αναζητήσουν την νέα τους πατρίδα ήταν καθώς οι περιοχές αυτές μετά από απώλειες πολέμων και μετακινήσεις πληθυσμών παρουσίαζαν άφθονο διαθέσιμο έδαφος και χαμηλή πληθυσμιακή πυκνότητα.

Πληθυσμός Ελληνικών Πόλεων πριν και μετά την Ανταλλαγή Πληθυσμών

Όπως και σε όλες τις ελληνικές πόλεις που δεχτήκανε πρόσφυγες την περίοδο εκείνη, έτσι και στη Θεσσαλονίκη στήθηκαν αρχικά καταυλισμοί σε άμεσα διαθέσιμους χώρους, στρατόπεδα και αγροτική γη, ενώ στην συνέχεια δημιουργήθηκαν περιοχές με παραπήγματα και παραγκουπόλεις. Οι περισσότεροι εξ αυτών των προσφυγικών οικισμών δημιουργήθηκαν σε  σχετικά απομονωμένα σημεία της πόλης προκειμένου να μην διαταραχθεί η «κανονικότητα» του υφιστάμενου πολεοδομικού ιστού καθώς και για «εξασφαλιστεί ένα ομοιογενές κοινωνικό περιβάλλον στους ίδιους τους αστικούς προσφυγικούς οικισμούς».

Ελάχιστοι ήταν οι εύποροι πρόσφυγες που έφτασαν στην πόλη και δεν είχαν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της αναζήτησης στέγης. Για όλους τους υπολοίπους τα προβλήματα ήταν πολλά. Η αστική αποκατάσταση ήταν μια διαδικασία πολύ αργή και έτσι για χρόνια οι πρόσφυγες είχαν να αντιμετωπίσουν πέρα από την φτώχεια και την πείνα, την έλλειψη υδρευτικού και αποχετευτικού συστήματος, ασθένειες, καθώς και πολλά κοινωνικής φύσεως προβλήματα όπως τον φόβο, την καχυποψία και τις προκαταλήψεις των ντόπιων.

Προσφυγικός Οικισμός Αγίας Φωτεινής, Θεσσαλονίκη

τουμπα

Κατασκευή Οικίας στο συνοικισμό Τούμπας στα μέσα της δεκαετίας του 1920

Η Καλαμαριά, ο δεύτερος σε πληθυσμό σήμερα Δήμος της Θεσσαλονίκης, ήταν μέχρι το 1920 ακατοίκητη και αποτέλεσε μετά την ανταλλαγή πληθυσμών τον πολυπληθέστερο προσφυγικό οικισμό .Το 1926 ξεκίνησε η διανομή οικοπέδων και η κατασκευή κατοικιών με τη βοήθεια της Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων και της Κοινωνικής Πρόνοιας. Στους περισσότερους οικισμούς δόθηκαν ονόματα από τις πατρίδες τους (Νέα Κρήνη, Αρετσού, Κατιρλί), καθώς όπως διατύπωναν οι αρχαίοι «πόλη δεν είναι τα τείχη και τα κτίρια αλλά οι ψυχές και το φρόνημα των ανθρώπων που την αποτελούν».

Screenshot 2015-12-01 19.43

Ο πρώτος συνοικισμός στην Καλαμαριά

Ιδιαίτερα σημαντικός ήταν και ο προσφυγικός οικισμός που δημιουργήθηκε στην Άνω Πόλη της Θεσσαλονίκης. Πολλοί πρόσφυγες κατάφεραν να μείνουν σε υφιστάμενες κατοικίες που είχαν αφήσει πίσω τους οι Τούρκοι με την ανταλλαγή πληθυσμών.  Πολλά ήταν και τα σπίτια που χτίστηκαν κολλητά στα τείχη της πόλης. Τα προσφυγικά αυτά κτίσματα, τα επονομαζόμενα «καστρόπληκτα» στέκουν σήμερα ετοιμόρροπα και η κατεδάφισή τους προκειμένου να αναδειχθούν τα Βυζαντινά τείχη, αποτελεί ένα ιδιαίτερα φλέγον ζήτημα της πόλης.

anopoli02

Η Θεσσαλονίκη κατάφερε με την πάροδο των χρόνων και με πολλές δυσκολίες να υποδεχτεί και να εντάξει χιλιάδες πρόσφυγες, ή πιο ορθά άτομα προσφυγικής καταγωγής, στην πόλη και τη ζωή της. Το θέμα των προσφύγων όμως παραμένει και σήμερα εξαιρετικά επίκαιρο. Κύματα προσφύγων φτάνουν κάθε μέρα στην πόλη. Για ακόμη μια φορά, η Θεσσαλονίκη καλείται να αντεπεξέλθει και να αποδείξει πόσο ανοιχτή και ανθρώπινη πόλη είναι. Θα τα καταφέρει;

Φωτογραφίες και Πληροφορίες συνδέονται με τις πηγές τους. 

Πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία σχετικά με την Θεσσαλονίκη μετά την ανταλλαγή πληθυσμών μπορείτε να παρακολουθήσετε στο παρακάτω βίντεο από το αρχείο της ΕΡΤ : http://goo.gl/rjk9t5

 

Detroit από την αρχή; Πώς; (μέρος Γ)

Μια μικρή γεύση για τα αγροτικά θέματα στις Η.Π.Α μας δίνει το τελευταίο νομοσχέδιο για τις φάρμες (FarmBill, 4/02/2014) με δεκαετή ορίζοντα που πρόσφατα υπογράφτηκε από τον Μπάρακ Ομπάμα. Mεταξύ άλλων, το νομοσχέδιο αυτό περιλαμβάνει το πρόγραμμα Συμπληρωματικού Επιδόματος Διατροφής (Supplemental Nutrition Assistance Program) το οποίο βοηθάει 47 εκατ. αμερικανούς να έχουν ένα συμπλήρωμα φαγητού στο τραπέζι τους. Το εν λόγω νομοσχέδιο περιλαμβάνει περικοπές 860 εκατ. δολαρίων ανά έτος, γεγονός που συνεπάγεται 90 δολάρια λιγότερο φαγητό για 850.000 αμερικανικές οικογένειες σε 17 πολιτείες, μεταξύ αυτών και το Μίτσιγκαν. Αλλά και πάλι, αλλοίμονο, το νομοσχέδιο θεωρείται ως θετικό καθώς οι προτεινόμενες περικοπές από τους ρεπουμπλικάνους κυμαίνονταν στα 4 δισ. δολάρια ανά έτος. Εκτός όμως από τις περικοπές και παρά τις διαμαρτυρίες το νομοσχέδιο εξακολουθεί να δίνει  επιχορηγήσεις σε μεγάλης κλίμακας αγροτικές επιχειρήσεις, καθώς επίσης αποτυγχάνει να βελτιώσει τη σύνδεση μεταξύ των τοπικών παραγωγών και των καταναλωτών, μερικοί από τους τελευταίους αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα πρόσβασης σε φρέσκα φρούτα και λαχανικά.

The age of the car was cute…but can we grow some food now?*

Παρά, όμως, το γενικότερο αρνητικό κλίμα, ως προς τις κλιμακούμενες περικοπές από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, αλλά ίσως και εξαιτίας τους, σταδιακά από το 2004, στο Ντιτρόιτ έχει αναπτυχθεί ένα πολύ έντονο κίνημα αστικών καλλιεργειών. Και ενώ τότε η πόλη ξεκίνησε με 80 κήπους αστικών καλλιεργειών, σήμερα έχει φτάσει να περιλαμβάνει πάνω από 1.200 κήπους συνολικά. Ιδιωτικοί, κοινοτικοί κήποι καθώς και κήποι σε σχολεία επιδρούν θετικά στη ζωή των κατοίκων της πόλης βοηθώντας τους να ξεπεράσουν ουσιαστικά προβλήματα διατροφής και πρόσβασης σε τοπικά λαχανικά και φρούτα. Επιπλέον τους βοηθούν και να λειτουργούν συλλογικά για την αντιμετώπιση γενικότερων ζητημάτων που τους αφορούν. Αυτό το πλέγμα δημοτικών αγορών, κοινοτικών, σχολικών και ιδιόκτητων κήπων που εξαπλώνεται δυναμικά, με τις ατελείωτες παραφυάδες του να απλώνονται στην πόλη του Ντιτρόιτ αλλά και έξω απ’ αυτήν δίνει μια γεύση, γιατί όχι, ίσως και ένα μάθημα για το πως θα μπορούσαν να δημιουργηθούν συνθήκες ισορροπίας της πόλης με το φυσικό περιβάλλον και με την κοινωνία της.

2013-Map_City-Council-Districts_Final1

Από την άλλη, σε τοπικό επίπεδο και μόλις το περασμένο έτος, έγινε αλλαγή της νομοθεσίας που κατέστησε έτσι νόμιμη την καλλιέργεια και την πώληση προϊόντων προερχόμενων από οικιακούς και κοινοτικούς κήπους αλλά επέτρεψε επίσης και την πώληση και αγορά δημόσιας γης που να προορίζεται για αγροτικές καλλιέργειες. Υπενθυμίζουμε ότι η πόλη του Ντιτρόιτ διαθέτει ένα τεράστιο απόθεμα δημόσιας γης – γύρω στο 1/3 του τοπίου της πόλης έχει περιέλθει στην ιδιοκτησία του δήμου- εξαιτίας των κατασχέσεων που προέκυψαν από την αδυναμία ανταπόκρισης των πολιτών στα υψηλά δημοτικά τέλη. Πριν την ρύθμιση αυτή, εκατοντάδες πολίτες και ΜΚΟ σχετικές με τις αστικές καλλιέργειες συντηρούσαν και καλλιεργούσαν δημοτική γη χωρίς δυνατότητα να την αγοράσουν.  Ωστόσο, παρόλο που αρκετοί μίκρο-αστικοί καλλιεργητές έσπευσαν να κάνουν αίτηση  – για το σχεδιασμό της οποίας κλήθηκαν να καταθέσουν την εμπειρία τους πολλές ομάδες με μεγάλη εμπειρία στον χώρο αυτό –  για την απόκτηση γης από το δημόσιο και πριν εγκριθούν άλλα δημοτικά σχέδια αντίθετα προς τα συμφέροντα των αστικών αγρών, έχουν μέχρις στιγμής πέσει στο κενό. Γιατί όμως αυτή η καθυστέρηση; Η προσφορά τους μόνο θετική θα μπορούσε να αποβεί για την πόλη του Ντιτρόιτ. Οι παρακάτω ιστορίες από τις φάρμες Hamtown και John Hantz ίσως να στοιχειοθετούν μία απάντηση.

Η σχετικά γνωστή ιστορία της φάρμας Hamtown που αν και βρίσκεται στην πόλη του Hamtramck (πυκνοκατοικημένη πόλη θύλακας που περιβάλλεται από το Detroit και έχει ακολουθήσει σε μεγάλο βαθμό την ίδια πορεία με αυτό) είναι πολύ ενδεικτική για τις δυσκολίες που μπορεί να γεννούν τέτοιες είδους πρωτοβουλίες μέσα σε καθεστώς ακραίων οικονομικών. Δεν πάνε πολλά χρόνια, από τότε που μια ομάδα ενεργών πολιτών, κατόπιν συνεννόησης με τον τοπικό δήμαρχο της πόλης, κατάφερε να υιοθετήσει (μέχρι το 2017) ένα παρατημένο κομμάτι γης που άνηκε στο Δήμο και να το μετατρέψει σε αστική φάρμα. Ένας χώρος ο οποίος με τον καιρό από σκουπιδότοπος μεταμορφώθηκε σε τόπο παραγωγής λαχανικών και φρούτων διαθέσιμων δωρεάν σ’ όλους τους πολίτες, αλλά και σ’ ένα ζωντανό, κοινωνικό χωνευτήρι και τόπο συνάντησης. Ωστόσο, η επιχείρηση λουκάνικων-Kowalski που λειτουργούσε για χρόνια στο διπλανό οικόπεδο ένα εργοστάσιο, έκανε πρόταση στον Δήμο να αγοράσει την αστική φάρμα Hamtown και να την μετατρέψει σε parking ή σε bufferzone, σε μια δηλαδή ουδέτερη ζώνη. Η εκδήλωση του ενδιαφέροντος αυτού προέκυψε αφού πρώτα η οιωνεί Δήμαρχος Cathy Square είχε γνωστοποιήσει την πρόθεσή της να πουλήσει δημοτική γη για την συγκέντρωση πόρων για την εξίσου πτωχευμένη πόλη του Hamtramck.

Το πιο περίεργο στην ιστορία αυτή, που συνηθίζεται να αναφέρεται στα μέσα μαζικής επικοινωνίας ως μια ιστορία Δαβίδ -Γολιάθ, είναι ότι η Cathy Square, που δεν είναι ούτε καν δήμαρχος αλλά μάνατζερ έκτακτης ανάγκης, εμμέσως πήρε το μέρος της επιχείρησης Kowalski σπρώχνοντας τους υπεύθυνους της φάρμας να παρουσιαστούν σε μια δημοπρασία και να χτυπήσουν την προσφορά της επιχείρησης αλλαντικών. Προηγουμένως τους είχε υποχρεώσει να πληρώσουν ένα αρκετά μεγάλο ποσό για υπηρεσίες χρηματικής αποτίμησης που ξεπερνούσαν κατά πολύ τις οικονομικές τους δυνατότητες. μετά όμως απ την κινητοποίηση των πολιτών συγκεντρώθηκε το απαραίτητο χρηματικό ποσό μέσω crowdfunding έτσι ώστε οι κάτοικοι που είχαν εργαστεί και επενδύσει στη φάρμα να καταφέρουν να την ξανά-κερδίσουν (!) για να συνεχίσουν τις εργασίες τους.

Από την άλλη, η αλλαγή της νομοθεσίας ως προς τις χρήσεις δεν “βοηθάει” μόνο τους αστικούς μικροκαλλιεργητές του Ντιτρόιτ. Μόλις τον προηγούμενο χρόνο, η πολιτεία του Ντιτρόιτ, παρά τις αντιδράσεις, πούλησε αντί πινακίου φακής στον μεγαλοεπιχειρηματία John-Hantz μία τεράστια έκταση 1.500 δημόσιων οικοπέδων στα νότια της πόλης για τη δημιουργία της μεγαλύτερης αστικής φάρμας του κόσμου, όπως μεγαλόστομα διακήρυττε ο ιδιοκτήτης της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Για τη συμφωνία που περιλαμβάνει τον καθαρισμό της περιοχής από τα εγκαταλειμμένα κτήρια καθώς και την πληρωμή των δημοτικών τελών για όλα τα οικόπεδα που αγοράστηκαν, ο ίδιος ο επιχειρηματίας υποστήριζε ότι ο Δήμος είναι σαν να έχει κερδίσει το λόττο. Από την άλλη, σε άλλο δημοσίευμα εκτιμούσε την επένδυσή του ως χαμηλού κόστους (lowcost) υψηλής απόδοσης (highreward) ενώ σε μια παλαιότερη συνέντευξη το 2010 έλεγε ότι “δεν υπάρχει σοβαρός λόγος να αγοράσει κανείς γη στο Detroit μιας και κάθε χρόνο γίνεται και φθηνότερη” αλλά και ότι “πρέπει να δημιουργήσουμε σπανιότητα – γιατί μέχρι να σταθεροποιηθεί η αγορά, δεν υπάρχει λόγος για τους επιχειρηματίες και άλλους να αγοράσουν γη.”

Ως εκ τούτου, οι αντιφάσεις που διαμορφώνονται στο πεδίο των αστικών καλλιεργειών στην πόλη του Ντιτρόιτ είναι εύγλωττες. Επιπρόσθετα, η συμμετοχή ενός διόλου ευκαταφρόνητου αριθμού πολιτών στο πεδίο των αστικών καλλιεργειών τις αναδεικνύουν ολοένα και περισσότερο σαν ένα σημαντικό πυλώνα όχι τόσο για την ίδια την επανεκκίνηση της πόλης αλλά περισσότερο για το πως θα διαμορφωθούν οι δυνάμεις των κυριότερων διεκδικητών της (stakeholders) στο μέλλον.

The age of the car was cute…

Από την άλλη, όπως μας λέει και το σύνθημα στο τοίχο του Ντιτρόιτ, η εποχή του αυτοκινήτου ήταν γλυκιά, τόσο γλυκιά όμως, που άφησε την πόλη χρεοκοπημένη και χωρίς μέσα μαζικής μεταφοράς. Αλλά πώς θα μπορούσε να έχει καλά οργανωμένα δημόσια μέσα μαζικής μεταφοράς η Πόλη-Βασίλισσα της ιδιωτικής μετακίνησης; Όσο κι αν ακούγεται περίεργο, τα τελευταία πενήντα χρόνια, η ιδιωτική μετακίνηση έχει αναχθεί ως η μοναδική επιλογή με αποτέλεσμα αρκετοί πολίτες, τόσο του κέντρου όσο και των προαστίων, πολύ συχνά, να έρχονται αντιμέτωποι με το αδιέξοδο να μην μπορούν να προσληφθούν σε δουλειές που βρίσκονται στα προάστια. Και τούτο  διότι δεν έχουν τρόπο να μεταφερθούν σε καθημερινή βάση από το κέντρο προς τα προάστια και τούμπαλιν. To Ντιτρόιτ παρεμπιπτόντως, είναι η πόλη της Αμερικής με τον μεγαλύτερο ρυθμό αύξησης νοικοκυριών χωρίς αυτοκίνητο.

Για να γίνει κατανοητό το πόσο σημαντικό είναι το ζήτημα της μετακίνησης αξίζει να προσθέσει κανείς οτι  κάποιοι υποστηρίζουν ότι οι σοβαρές φυλετικές διακρίσεις που ταλανίζουν εδώ και πολλές δεκαετίες την πόλη, θα μπορούσαν σε μεγάλο βαθμό να χτυπηθούν αντιμετωπίζοντας μόνο και μόνο το ζήτημα της μετακίνησης.  Το μόνο που έχει γίνει μέχρι σήμερα είναι ένα τραμ μονής κατεύθυνσης που κάνει βόλτες άδειο γύρω από το Ντιτρόιτ (DetroitPeopleMover). Ενώ τα λεωφορεία εξακολουθούν να είναι σε άθλια κατάσταση: με αρχαία οχήματα, αραιά δρομολόγια και πολλά κενά σε προσωπικό. Οι δε 36 γραμμές του τμήματος DDOT (Detroit Department of Transportation) και οι 43 γραμμές της αρχής SMART(Suburban Mobility Authority for Regional Transportation) αποτελούν τα δύο βασικά δημόσια συστήματα λεωφορείων που λειτουργούν ανεξάρτητα και δημιουργούν περισσότερα προβλήματα απ’ όσα υποτίθεται λύνουν.

Ωστόσο, μόλις το 2013 ξεκίνησε να λειτουργεί για πρώτη φορά η “Regional Strategy Authority”, μια επιβλέπουσα αρχή για συνολικότερα ζητήματα μετακίνησης στις περιοχές του Μάκομπ, Οακλάντ, Γουάστενο και Γουέιν. Μεταξύ άλλων, η αρχή αυτή έχει θέσει ως σκοπό τη λειτουργία τρένου που να συνδέει την πόλη του Ντιτρόιτ με τις παραπάνω  περιοχές καθώς και το αεροδρόμιο. Το τρένο αυτό (Mi-train) που θα μπει σε λειτουργία μέσα στα επόμενα δυο με τρία χρόνια, αφενός θα προσελκύσει κόσμο στο ιστορικό κέντρο της πόλης, αφετέρου θα κάνει προσιτές θέσεις εργασίας σε πολίτες που στην παρούσα φάση δεν μπορούν να διεκδικήσουν λόγω του ότι δεν έχουν αμάξι. Ενώ ένα σύστημα τρόλει (Woodward Avenue Detroit streetcars) που βρίσκεται σε εξέλιξη θα αναλάβει να ενώσει την υπάρχουσα κυκλική γραμμή του τραμ στο κέντρο της πόλης με τον προαστιακό. Πάντως, το άγχος των αρχών για να γεμίσει με κόσμο οι Downtown και Midtown της πόλης διαφαίνεται πολύ έντονα και από ένα μικρότερο σχέδιο (MConnector project) που λειτουργεί πιλοτικά και προσφέρει κάθε Παρασκευή και Σάββατο δωρεάν μετακίνηση των φοιτητών από την πανεπιστημιούπολη του Αν-Άρμπορ στην πανεπιστημίουπολη που βρίσκεται στο κέντρο του Ντιτρόιτ. Παίρνοντας έτσι την επιβεβαίωση, για ακόμα μια φορά, ότι οι αγαπημένοι χρήστες των αρχών των πόλεων για τα ιστορικά κέντρα είναι οι τουρίστες, οι φοιτητές και οι άνθρωποι που κάνουν επαγγελματικά ταξίδια.

Αλλά πώς αλλιώς θα μπορούσε να γεμίσει το ιστορικό και εμπορικό κέντρο από φοιτητές, τουρίστες και τη νέα τάξη των “παγκόσμιων” εργαζομένων που είναι συνεχώς με μια βαλίτσα στο χέρι και σαρώνουν πόλεις στις πέντε ηπείρους; Μα με τους πεζόδρομους! Δρόμοι υψηλής αστικής αξίας σε άμεση γειτνίαση με εμπορικούς δρόμους σχεδιασμένους για ποδήλατα και όλες τις σχετικές παροχές που εξυπηρετούν το νέο lifestyle. (που εδώ που τα λέμε, είναι πράγματι καλύτερο να είναι μόδα το ποδήλατο απ’ το τσιγάρο.)

IMG_0535

Το ρεύμα της πολεοδομίας του NewUrbanism (Νέα Αστικοποίηση) στις ΗΠΑ επιτάσσει την μετατροπή μεγάλων λεωφόρων του κέντρου σε πεζόδρομους. Ως εκ τούτου, και για το Ντιτρόιτ που γίνονται κάθε είδους πειράματα δεν πρέπει να εκπλήσσεται κανείς που μία πολύ κεντρική λεωφόρος  όπως η Ι-375  προτείνεται να γίνει πεζόδρομος. Το φράγμα που δημιουργεί, όχι μόνο στις περιοχές που χωρίζει αλλά και μεταξύ κομβικών σημείων της πόλης, όπως το πάρκο Λαφαγιέτ (Lafayette Park), την Ιστορική Ανατολική Αγορά (Park , Eastern Market) και το Επιχειρηματικό κέντρο της πόλης θα μπορούσε να γίνει λιγότερο ήπιο μετατρέποντας την αρχικά από λεωφόρο ταχείας κυκλοφορίας σε έναν κοινό δρόμο γειτονιάς και σε μια μελλοντική φάση σε πεζόδρομο. Ήρθε, λοιπόν, η ώρα οι λεωφόροι ταχείας κυκλοφορίας που στραγγίζουν από κόσμο τα κέντρα των Αμερικανικών πόλεων μεταφέροντάς τον στα προάστια να ανατραπούν για να ανοίξουν το δρόμο για ένα νέο μοντέλο κινητικότητας. Και το Ντιτρόιτ μοιάζει να θέλει να πρωτοστατήσει και σ’ αυτό το μέλλον και όχι άδικα.

Στο σημείο αυτό ολοκληρώνεται το  συνοπτικό κείμενο για το Ντιτρόιτ, που στόχος του ήταν αφενός να αφηγηθεί ένα μικρό κομμάτι της πρόσφατης πολεοδομικής ιστορίας της πόλης ύστερα από συνθήκες επέλασης οικονομικής βαρβαρότητας, αλλά κυρίως να σκιαγραφήσει έστω και με πολύ αδρές γραμμές κάποιους βασικούς άξονες, οι οποίοι δείχνουν πως μάλλον θα φέρουν το βάρος των κατευθύνσεων που θα πάρει το Ντιτρόιτ στο μέλλον. Και επειδή το παρελθόν ή το παρόν κάποιων πόλεων μπορεί πιθανότατα να είναι το μέλλον άλλων ας ελπίσουμε ότι θα έχουμε την τύχη να μη κοιτάζουμε στη σφαίρα του μέλλοντός μας το παρόν εκείνων των πρώτων, άτυχων(;) σπασμένων πόλεων.

*από ένα γκράφιτι του Ντιτρόιτ που παρατήρησα στο βίντεο Urban Roots

“Μουσική” Πολεοδομία απ’ το Μάντσεστερ (β μέρος)_Από την Καχυποψία στην Ενορχήστρωση

Αυτή η “δημιουργική, τοπική, νεανική, ρηξικέλευθη και λαϊκή πολιτιστική δραστηριότητα.” όπως την χαρακτήρισε ο Dave Haslem, ανέβασε το προφίλ του Μάντσεστερ, με αποτέλεσμα να μπουν και άλλοι στο χορό της φυσικής αναβάθμισης της πόλης. Όχι κατευθείαν, φυσικά. Τοπικές εταιρίες με χρήματα προς επένδυση, που είχαν αντιληφθεί την απόδοση που θα τους προσέφερε η πόλη δεδομένης της πρωτοποριακής δουλειάς που ήδη είχε γίνει, άρχισαν να επενδύουν χρήματα στο δομημένο περιβάλλον του Μάντσεστερ γύρω στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Πολύ σταδιακά και ανομοιόμορφα το κεφάλαιο άρχισε να επιστρέφει στο κέντρο της πόλης. Παρ’ όλα αυτά, τέτοιου τύπου επενδύσεις, τον καιρό εκείνο, εξακολουθούσαν να είναι η εξαίρεση καθώς το μεγαλύτερο μέρος της πόλης παρέμενε ανέγγιχτο. Από την άλλη, είχε εδραιωθεί στην πόλη ένα καλό “επενδυτικό κλίμα” για την προσέλκυση μεγάλων επενδυτών που σκόπευαν στο κτιριακό απόθεμα του Μάντσεστερ.

Manchester_80s_PicadillyΈτσι, με τη βοήθεια του δήμου του Μάντσεστερ, η στάση του οποίου απέναντι στις ρηξικέλευθες δραστηριότητες, από καχύποπτη εξελίχθηκε σταδιακά σε ενθαρρυντική και υποστηρικτική, ξεκίνησε μία σειρά από μεγάλες επεμβάσεις. Ανανεώθηκαν τα κτίρια που οι όψεις τους βρίσκονταν κατά μήκος των ποταμών οι οποίοι διατρέχουν το Μάντσεστερ και οριοθετούν τους μεγάλους δρόμους μέσα και έξω απ’αυτό. Ανακαινίστηκε το εσωτερικό εργοστασίων και αποθηκών. Οι όψεις τους συχνά διατηρούνταν αλλά το εσωτερικό τους, έπειτα από εκτεταμένη ανακατασκευή, διαμορφωνόταν ως ενιαίος χώρος μεγάλων διαστάσεων που μπορούσε να σπάσει σε μικρότερα διαμερίσματα. Αυτό τους καθιστούσε ιδανικούς για τη δημιουργία επίσημων και ανεπίσημων κλάμπ.

Manchester_80s_AthenaΗ Phoenix Initiative ξεκίνησε να δραστηριοποιείται το ’80 αλλά οι προσπάθειές της για την ανάπλαση του Castelfield σταμάτησαν γρήγορα. Περισσότερο επιτυχημένες ήταν οι προσπάθειες της Αναπτυξιακής Εταιρίας για το Κεντρικό Μάντσεστερ-Central Manchester Development Corporation (CMDC) που δραστηριοποιήθηκε από 1988 έως και το 1996. Είχε το σχεδιαστικό έλεγχο για μια περιοχή 187 εκταρίων (1.870,000 μ2) στο κέντρο της πόλης και σε συνεργασία με τις αντίστοιχες εταιρίες AMEC, Bellway Homes, Bruntwood και Crosby Homes επέβλεψε τη δημιουργία 2,500 οικιστικών μονάδων. Σε άλλες περιοχές της πόλης, πίσω από την Piccadilly και προς τα βόρεια γύρω από την οδό Oldham, το καινούριο “Τμήμα για τις Ειδικές Μελέτες” του δημαρχείου του Μάντσεστερ, με επικεφαλής τον Howard Bernstein, δούλευε απευθείας με ιδιώτες για την ανανέωση των κτηρίων της περιοχής. Μερικά από αυτά χρονολογούνταν από τα χρόνια της βιομηχανικής επανάστασης. Τη δεκαετία του ’90 παρατηρήθηκε μια αξιοσημείωτη αλλαγή στο είδος των κτηματομεσιτών που επένδυαν στην πόλη.

Σταδιακά οι τοπικοί επενδυτές αντικαταστάθηκαν από μεγάλες εταιρίες. Η πρωτοποριακή δουλειά είχε γίνει. Έχοντας την εμπειρία από συνεργασίες όπως με την CMDC, οι πολυεκατομμυριούχες υπερεθνικές εταιρίες είχαν πειστεί ότι οι τοποθετήσεις τους θα ήταν αρκούντως ασφαλείς και αποδοτικές. Ψηλές πολυκατοικίες και πανάκριβα ρετιρέ άρχισαν να φυτρώνουν σαν μανιτάρια. Το Μάντσεστερ απέκτησε το πρώτο ρετιρέ του ενός εκατομμυρίου. Με τις νέες αυτές επενδύσεις ο ορίζοντας του Μάντσεστερ άρχισε επίσης να αλλάζει. Κανένα κτήριο δεν ενσωματώνει καλύτερα τον αέρα των αλλαγών αυτών από το καινούριο ξενοδοχείο Hilton Deansgate του Μάντσεστερ.

401px-Beetham_Tower_from_below

Ο ρόλος της πόλης στη παραγωγή και διατήρηση ενός καλού “επιχειρησιακού κλίματος” αντανακλόνταν επίσης στις αυξημένες προσπάθειες για την διαφήμιση του Μάντσεστερ. Με τη σταδιακή αύξηση των αναπλάσεων στο κέντρο της πόλης, στα τέλη της δεκαετίας του 1990, ο δήμος αποφάσισε ότι υπήρχε ανάγκη για πιο εστιασμένες προσπάθειες προώθησης της πόλης. Ως εκ τούτου, δημιούργησε ένα νέο οργανισμό τον “Marketing Manchester” και λάνσαρε δύο διαφημιστικές εκστρατείες. Οι τοπικές αντιδράσεις ήταν ανάμεικτες. Οι τοπικοί “πολιτιστικοί” επιχειρηματίες που είχαν επενδύσει στο κέντρο κατά τη δεκαετία του 1980 και διατηρούσαν μερίδιο σε κάποια απ’ τα πιο εμβληματικά μπαρ του κέντρου, έμειναν ασυγκίνητοι από τις προσπάθειες αυτές . Δυσαρεστήθηκαν τόσο γιατί δεν ρωτήθηκαν για τις πρωτοβουλίες αυτές, όσο και για τον τρόπο που προβαλλόταν η πόλη στις συγκεκριμένες καμπάνιες, οι οποίες και εγκαταλείφθηκαν έπειτα από πολλούς τσακωμούς. Μόνο έπειτα από τρία ή τέσσερα χρόνια, στις αρχές του 2000, υπήρξε μία ακόμη προσπάθεια να γίνουν κάποιες διαφημιστικές εκστρατείες που να διαλαλούν τα διάφορα πολιτιστικά περιουσιακά στοιχεία του Μάντσεστερ. Πρόσφατα δε, ο Peter Saville -του οποίου η πρώιμη δουλειά κοσμούσε πολλά από τα πρώτα εξώφυλλα της Factory Records- τοποθετήθηκε ως υπεύθυνος στο Πολιτιστικό τμήμα του Δήμου.

Hacienda_Original_Building

Όταν το 1997, ανακοινώθηκε το κλείσιμο της Hacienda o τίτλος της τοπικής εφημερίδας “Manchester Evening News” έγραφε “Τι στράβωσε στην Haçienda;”. Τα ναρκωτικά και οι συμμορίες της πόλης που οργάνωναν τις πωλήσεις τους γύρω της ήταν αδύνατο να κρατηθούν μακριά της. Δεν ήταν φυσικά μόνο η εφημερίδα που έθετε την ερώτηση αυτή. Θαμώνες, αφεντικά τοπικών επιχειρήσεων και άλλοι που ανήκαν στο υπερεθνικό δίκτυο των κλαμπ ήταν εξίσου σαστισμένοι. Αλλά η σκιά της Haçienda απλώθηκε βαριά πάνω στην παγκόσμια κοινότητα των κλαμπ. Το Fac51, παρακλάδι της Factory Records πτώχευσε κι αυτό. Αυτοί που είχαν αναμειχθεί, διαμαρτυρήθηκαν και το αποτέλεσμα ήταν να εκπονηθούν σχέδια για την επαναλειτουργία του πιο διάσημου κλαμπ του Μάντσεστερ. Ωστόσο, οι προσπάθειες αυτές δεν καρποφόρησαν καθώς το κλαμπ δεν ξανάνοιξε. Το 2002 η Haçienda κατεδαφίστηκε από την κτηματομεσιτική Crosby Homes με την άδεια του Δημοτικού συμβουλίου του Μάντσεστερ. Στη θέση της κτίστηκε μια ψηλή πολυκατοικία με πολυτελή οροφοδιαμερίσματα. Η εταιρία χρησιμοποίησε απερίφραστα το όνομα – Haçienda. Όπως το έγραψαν στο site τους:”Η Haçienda, το πάλαι ποτέ πιο κούλ κλαμπ του πλανήτη είναι τώρα μία από τις πρωτοκλασάτες διευθύνσεις κατοικίας.” Είχε διανυθεί μακρύς δρόμος από εκείνο το πρώτο σύνθημα των Σιτουασιονιστών και του τρόπου που αρχικά είχε χρησιμοποιηθεί η ονομασία Haçienda. Από την πρωτοπορία και την πρόκληση στην κοινοτοπία και τον κομφορμισμό.

The_Residential_HaciendaΜε τις ολοένα και μεγαλύτερες αυξήσεις στις τιμές κατοικίας, οι άλλες χρήσεις γης γίνανε λιγότερο επικερδείς. Η ανάπτυξη της κατοικίας επί της ουσίας, μετέβαλε το φυσικό τοπίο της πόλης και κέντρισε τους πολιτικούς να σκεφτούν “έξυπνα” για το μέλλον της πόλης. Και φυσικά δεν συμφώνησαν όλοι με την απόφαση να επιτραπεί η κατεδάφιση της Haçienda χάριν της οικιστικής ανάπτυξης. Κατά την έναρξη της διαφημιστικής εκστρατείας κάποιοι από το κοινό – ίσως πρώην θαμώνες της Haçienda- αποδοκίμασαν με ένα ηχηρό ουουουουου.

Συμπέρασμα

Εκτός της πόλης, η Haçienda καθώς κι άλλα κλαμπ είχαν εμπεδωθεί στη συνείδηση του κόσμου σαν παραδείγματα μιας βαθύτερης αλλαγής στον ψυχισμό του Μάντεστερ και σαν αιτία ενεργοποίησης της πόλης και του πληθυσμού της. Το χορευτικό περιοδικό Mixmag, στο τεύχος του Δεκέμβρη του 2005, έφτιαξε μια λίστα με τα 30 μεγαλύτερα γεγονότα στην ιστορία της κλαμπ κουλτούρας. Το New York Studio 5, το Chicago Loft πάρτι και το Amnesia της Ιμπίζα, ήταν όλα εκεί. Το νούμερο ένα της λίστας ήταν η Haçienda του Μάντσεστερ καθώς και οι disco, funk, hip-hop και house βραδιές της. Το κτήριο μπορεί να μην υπάρχει πια αλλά οι αναμνήσεις εξακολουθούν να είναι ζωντανές. Η “επανάσταση των συναισθημάτων ” όπως χαρακτηριστικά την ονομάζει ο Paul Morley εξακολουθεί να ρίχνει τη σκιά της πάνω στο σύγχρονο Μάντσεστερ. Η φυσική διεκδίκηση του κέντρου της πόλης από τους πρωτοπόρους αναμορφωτές της πόλης (urban pioneers) μπορεί να ήταν μόνο παροδική αλλά οι συνέπειες των δράσεων τους εξακολουθούν να είναι έντονες τόσο μέσα όσο και έξω απ’ την πόλη. Επρόκειτο για μια βαθύτατη πολιτική επανάσταση των δρόμων για τους δρόμους. Επρόκειτο για την διεκδίκηση των κτηρίων και για τον οραματισμό ενός θετικού μέλλοντος όταν οι περισσότεροι κάτοικοι, ο δήμος και οι επενδυτές είχαν εγκαταλείψει τις προσπάθειες. Τελικά όμως, επρόκειτο και για αξίας χρήσης και όχι για ανταλλακτική αξία όπως ο Μαρξ θα έλεγε. Και δυστυχώς, όπως πάλι θα μας έλεγε ο Μαρξ, η ανήσυχη κινητικότητα του καπιταλισμού και η δίψα του να βρει νέες κερδοφόρες δραστηριότητες, σήμαινε ότι ήταν ζήτημα χρόνου, όταν μάλιστα το ρίσκο το είχαν αναλάβει άλλοι, να επιστρέψει και πάλι το κεφάλαιο στο κέντρο της πόλης και να αλλάξει τις κοινωνικές σχέσεις, όπως και έκανε.

The_Hacienda_being_DemolishedΤο κείμενο αυτό είναι ελεύθερη απόδοση ενός κειμένου που έχει γράψει ο πολεοδόμος Kevin Ward με αρχικό τίτλο “Urban Centre Reloaded: Subculture in Manchesters και μπορεί κανείς να το βρει στο βιβλίο: Urban Catalyst: The power of Temporary Use, εκδόσεις Dom.

%d bloggers like this: