Tag Archive | Haçienda

“Μουσική” Πολεοδομία απ’ το Μάντσεστερ (β μέρος)_Από την Καχυποψία στην Ενορχήστρωση

Αυτή η “δημιουργική, τοπική, νεανική, ρηξικέλευθη και λαϊκή πολιτιστική δραστηριότητα.” όπως την χαρακτήρισε ο Dave Haslem, ανέβασε το προφίλ του Μάντσεστερ, με αποτέλεσμα να μπουν και άλλοι στο χορό της φυσικής αναβάθμισης της πόλης. Όχι κατευθείαν, φυσικά. Τοπικές εταιρίες με χρήματα προς επένδυση, που είχαν αντιληφθεί την απόδοση που θα τους προσέφερε η πόλη δεδομένης της πρωτοποριακής δουλειάς που ήδη είχε γίνει, άρχισαν να επενδύουν χρήματα στο δομημένο περιβάλλον του Μάντσεστερ γύρω στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Πολύ σταδιακά και ανομοιόμορφα το κεφάλαιο άρχισε να επιστρέφει στο κέντρο της πόλης. Παρ’ όλα αυτά, τέτοιου τύπου επενδύσεις, τον καιρό εκείνο, εξακολουθούσαν να είναι η εξαίρεση καθώς το μεγαλύτερο μέρος της πόλης παρέμενε ανέγγιχτο. Από την άλλη, είχε εδραιωθεί στην πόλη ένα καλό “επενδυτικό κλίμα” για την προσέλκυση μεγάλων επενδυτών που σκόπευαν στο κτιριακό απόθεμα του Μάντσεστερ.

Manchester_80s_PicadillyΈτσι, με τη βοήθεια του δήμου του Μάντσεστερ, η στάση του οποίου απέναντι στις ρηξικέλευθες δραστηριότητες, από καχύποπτη εξελίχθηκε σταδιακά σε ενθαρρυντική και υποστηρικτική, ξεκίνησε μία σειρά από μεγάλες επεμβάσεις. Ανανεώθηκαν τα κτίρια που οι όψεις τους βρίσκονταν κατά μήκος των ποταμών οι οποίοι διατρέχουν το Μάντσεστερ και οριοθετούν τους μεγάλους δρόμους μέσα και έξω απ’αυτό. Ανακαινίστηκε το εσωτερικό εργοστασίων και αποθηκών. Οι όψεις τους συχνά διατηρούνταν αλλά το εσωτερικό τους, έπειτα από εκτεταμένη ανακατασκευή, διαμορφωνόταν ως ενιαίος χώρος μεγάλων διαστάσεων που μπορούσε να σπάσει σε μικρότερα διαμερίσματα. Αυτό τους καθιστούσε ιδανικούς για τη δημιουργία επίσημων και ανεπίσημων κλάμπ.

Manchester_80s_AthenaΗ Phoenix Initiative ξεκίνησε να δραστηριοποιείται το ’80 αλλά οι προσπάθειές της για την ανάπλαση του Castelfield σταμάτησαν γρήγορα. Περισσότερο επιτυχημένες ήταν οι προσπάθειες της Αναπτυξιακής Εταιρίας για το Κεντρικό Μάντσεστερ-Central Manchester Development Corporation (CMDC) που δραστηριοποιήθηκε από 1988 έως και το 1996. Είχε το σχεδιαστικό έλεγχο για μια περιοχή 187 εκταρίων (1.870,000 μ2) στο κέντρο της πόλης και σε συνεργασία με τις αντίστοιχες εταιρίες AMEC, Bellway Homes, Bruntwood και Crosby Homes επέβλεψε τη δημιουργία 2,500 οικιστικών μονάδων. Σε άλλες περιοχές της πόλης, πίσω από την Piccadilly και προς τα βόρεια γύρω από την οδό Oldham, το καινούριο “Τμήμα για τις Ειδικές Μελέτες” του δημαρχείου του Μάντσεστερ, με επικεφαλής τον Howard Bernstein, δούλευε απευθείας με ιδιώτες για την ανανέωση των κτηρίων της περιοχής. Μερικά από αυτά χρονολογούνταν από τα χρόνια της βιομηχανικής επανάστασης. Τη δεκαετία του ’90 παρατηρήθηκε μια αξιοσημείωτη αλλαγή στο είδος των κτηματομεσιτών που επένδυαν στην πόλη.

Σταδιακά οι τοπικοί επενδυτές αντικαταστάθηκαν από μεγάλες εταιρίες. Η πρωτοποριακή δουλειά είχε γίνει. Έχοντας την εμπειρία από συνεργασίες όπως με την CMDC, οι πολυεκατομμυριούχες υπερεθνικές εταιρίες είχαν πειστεί ότι οι τοποθετήσεις τους θα ήταν αρκούντως ασφαλείς και αποδοτικές. Ψηλές πολυκατοικίες και πανάκριβα ρετιρέ άρχισαν να φυτρώνουν σαν μανιτάρια. Το Μάντσεστερ απέκτησε το πρώτο ρετιρέ του ενός εκατομμυρίου. Με τις νέες αυτές επενδύσεις ο ορίζοντας του Μάντσεστερ άρχισε επίσης να αλλάζει. Κανένα κτήριο δεν ενσωματώνει καλύτερα τον αέρα των αλλαγών αυτών από το καινούριο ξενοδοχείο Hilton Deansgate του Μάντσεστερ.

401px-Beetham_Tower_from_below

Ο ρόλος της πόλης στη παραγωγή και διατήρηση ενός καλού “επιχειρησιακού κλίματος” αντανακλόνταν επίσης στις αυξημένες προσπάθειες για την διαφήμιση του Μάντσεστερ. Με τη σταδιακή αύξηση των αναπλάσεων στο κέντρο της πόλης, στα τέλη της δεκαετίας του 1990, ο δήμος αποφάσισε ότι υπήρχε ανάγκη για πιο εστιασμένες προσπάθειες προώθησης της πόλης. Ως εκ τούτου, δημιούργησε ένα νέο οργανισμό τον “Marketing Manchester” και λάνσαρε δύο διαφημιστικές εκστρατείες. Οι τοπικές αντιδράσεις ήταν ανάμεικτες. Οι τοπικοί “πολιτιστικοί” επιχειρηματίες που είχαν επενδύσει στο κέντρο κατά τη δεκαετία του 1980 και διατηρούσαν μερίδιο σε κάποια απ’ τα πιο εμβληματικά μπαρ του κέντρου, έμειναν ασυγκίνητοι από τις προσπάθειες αυτές . Δυσαρεστήθηκαν τόσο γιατί δεν ρωτήθηκαν για τις πρωτοβουλίες αυτές, όσο και για τον τρόπο που προβαλλόταν η πόλη στις συγκεκριμένες καμπάνιες, οι οποίες και εγκαταλείφθηκαν έπειτα από πολλούς τσακωμούς. Μόνο έπειτα από τρία ή τέσσερα χρόνια, στις αρχές του 2000, υπήρξε μία ακόμη προσπάθεια να γίνουν κάποιες διαφημιστικές εκστρατείες που να διαλαλούν τα διάφορα πολιτιστικά περιουσιακά στοιχεία του Μάντσεστερ. Πρόσφατα δε, ο Peter Saville -του οποίου η πρώιμη δουλειά κοσμούσε πολλά από τα πρώτα εξώφυλλα της Factory Records- τοποθετήθηκε ως υπεύθυνος στο Πολιτιστικό τμήμα του Δήμου.

Hacienda_Original_Building

Όταν το 1997, ανακοινώθηκε το κλείσιμο της Hacienda o τίτλος της τοπικής εφημερίδας “Manchester Evening News” έγραφε “Τι στράβωσε στην Haçienda;”. Τα ναρκωτικά και οι συμμορίες της πόλης που οργάνωναν τις πωλήσεις τους γύρω της ήταν αδύνατο να κρατηθούν μακριά της. Δεν ήταν φυσικά μόνο η εφημερίδα που έθετε την ερώτηση αυτή. Θαμώνες, αφεντικά τοπικών επιχειρήσεων και άλλοι που ανήκαν στο υπερεθνικό δίκτυο των κλαμπ ήταν εξίσου σαστισμένοι. Αλλά η σκιά της Haçienda απλώθηκε βαριά πάνω στην παγκόσμια κοινότητα των κλαμπ. Το Fac51, παρακλάδι της Factory Records πτώχευσε κι αυτό. Αυτοί που είχαν αναμειχθεί, διαμαρτυρήθηκαν και το αποτέλεσμα ήταν να εκπονηθούν σχέδια για την επαναλειτουργία του πιο διάσημου κλαμπ του Μάντσεστερ. Ωστόσο, οι προσπάθειες αυτές δεν καρποφόρησαν καθώς το κλαμπ δεν ξανάνοιξε. Το 2002 η Haçienda κατεδαφίστηκε από την κτηματομεσιτική Crosby Homes με την άδεια του Δημοτικού συμβουλίου του Μάντσεστερ. Στη θέση της κτίστηκε μια ψηλή πολυκατοικία με πολυτελή οροφοδιαμερίσματα. Η εταιρία χρησιμοποίησε απερίφραστα το όνομα – Haçienda. Όπως το έγραψαν στο site τους:”Η Haçienda, το πάλαι ποτέ πιο κούλ κλαμπ του πλανήτη είναι τώρα μία από τις πρωτοκλασάτες διευθύνσεις κατοικίας.” Είχε διανυθεί μακρύς δρόμος από εκείνο το πρώτο σύνθημα των Σιτουασιονιστών και του τρόπου που αρχικά είχε χρησιμοποιηθεί η ονομασία Haçienda. Από την πρωτοπορία και την πρόκληση στην κοινοτοπία και τον κομφορμισμό.

The_Residential_HaciendaΜε τις ολοένα και μεγαλύτερες αυξήσεις στις τιμές κατοικίας, οι άλλες χρήσεις γης γίνανε λιγότερο επικερδείς. Η ανάπτυξη της κατοικίας επί της ουσίας, μετέβαλε το φυσικό τοπίο της πόλης και κέντρισε τους πολιτικούς να σκεφτούν “έξυπνα” για το μέλλον της πόλης. Και φυσικά δεν συμφώνησαν όλοι με την απόφαση να επιτραπεί η κατεδάφιση της Haçienda χάριν της οικιστικής ανάπτυξης. Κατά την έναρξη της διαφημιστικής εκστρατείας κάποιοι από το κοινό – ίσως πρώην θαμώνες της Haçienda- αποδοκίμασαν με ένα ηχηρό ουουουουου.

Συμπέρασμα

Εκτός της πόλης, η Haçienda καθώς κι άλλα κλαμπ είχαν εμπεδωθεί στη συνείδηση του κόσμου σαν παραδείγματα μιας βαθύτερης αλλαγής στον ψυχισμό του Μάντεστερ και σαν αιτία ενεργοποίησης της πόλης και του πληθυσμού της. Το χορευτικό περιοδικό Mixmag, στο τεύχος του Δεκέμβρη του 2005, έφτιαξε μια λίστα με τα 30 μεγαλύτερα γεγονότα στην ιστορία της κλαμπ κουλτούρας. Το New York Studio 5, το Chicago Loft πάρτι και το Amnesia της Ιμπίζα, ήταν όλα εκεί. Το νούμερο ένα της λίστας ήταν η Haçienda του Μάντσεστερ καθώς και οι disco, funk, hip-hop και house βραδιές της. Το κτήριο μπορεί να μην υπάρχει πια αλλά οι αναμνήσεις εξακολουθούν να είναι ζωντανές. Η “επανάσταση των συναισθημάτων ” όπως χαρακτηριστικά την ονομάζει ο Paul Morley εξακολουθεί να ρίχνει τη σκιά της πάνω στο σύγχρονο Μάντσεστερ. Η φυσική διεκδίκηση του κέντρου της πόλης από τους πρωτοπόρους αναμορφωτές της πόλης (urban pioneers) μπορεί να ήταν μόνο παροδική αλλά οι συνέπειες των δράσεων τους εξακολουθούν να είναι έντονες τόσο μέσα όσο και έξω απ’ την πόλη. Επρόκειτο για μια βαθύτατη πολιτική επανάσταση των δρόμων για τους δρόμους. Επρόκειτο για την διεκδίκηση των κτηρίων και για τον οραματισμό ενός θετικού μέλλοντος όταν οι περισσότεροι κάτοικοι, ο δήμος και οι επενδυτές είχαν εγκαταλείψει τις προσπάθειες. Τελικά όμως, επρόκειτο και για αξίας χρήσης και όχι για ανταλλακτική αξία όπως ο Μαρξ θα έλεγε. Και δυστυχώς, όπως πάλι θα μας έλεγε ο Μαρξ, η ανήσυχη κινητικότητα του καπιταλισμού και η δίψα του να βρει νέες κερδοφόρες δραστηριότητες, σήμαινε ότι ήταν ζήτημα χρόνου, όταν μάλιστα το ρίσκο το είχαν αναλάβει άλλοι, να επιστρέψει και πάλι το κεφάλαιο στο κέντρο της πόλης και να αλλάξει τις κοινωνικές σχέσεις, όπως και έκανε.

The_Hacienda_being_DemolishedΤο κείμενο αυτό είναι ελεύθερη απόδοση ενός κειμένου που έχει γράψει ο πολεοδόμος Kevin Ward με αρχικό τίτλο “Urban Centre Reloaded: Subculture in Manchesters και μπορεί κανείς να το βρει στο βιβλίο: Urban Catalyst: The power of Temporary Use, εκδόσεις Dom.

“Μουσική” Πολεοδομία από το Μάντσεστερ

Joy Division, Happy Mondays, The Smiths και ο Σιτoυασιονιστής Ivan Vladimirovitch Chtcheglov με το δύστροπο επίθετο.

Πρωταγωνιστές της ιστορίας αυτής είναι η Πόλη του Μάντσεστερ καθώς και μια χούφτα ανεξάρτητων μουσικών παραγωγών. Κατά την περίοδο 1980-1997 η σταδιακή ιδιοποίηση εγκαταλελειμμένων κτιρίων στο παρακμασμένο κέντρο της πόλης, από μουσικά γκρούπ και τους ατζέντηδές τους, προκάλεσαν στο Μάντσεστερ μια άνευ προηγουμένου μετάλλαξη. Τα δε απόνερα της αλλαγής αυτής μπορεί κανείς να τα δει να “σκάνε” μέχρι και στο πιο πρόσφατο παρόν της πόλης.

Το 1970, το κεντρικό Μάντσεστερ ήταν ένα ρημαδιό: άδεια κτήρια, σπασμένα παράθυρα, κατεστραμμένες όψεις. Ένα μέρος για όχι πολλά πολλά χασομέρια μιας και οι μύλοι, τα εργοστάσια και οι παρατημένες, άδειες αποθήκες του διαμόρφωναν ένα εντελώς εχθρικό περιβάλλον. Οι περισσότερες επιχειρήσεις είχαν κλείσει ή είχαν μεταφερθεί σε άλλα σημεία εκτός του κέντρου ή και ακόμα πιο μακριά. Μόνο οι πολύ φτωχοί, που δεν είχαν ούτε τη δυνατότητα να μετακομίσουν, είχαν μείνει στο κέντρο της πόλης. Και έτσι, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, στο κέντρο έμεναν μόνο μερικές εκατοντάδες άνθρωποι στοιβαγμένοι σε οικιστικές μονάδες σαν αυτές στην οδό Tibb, απέναντι από την αγορά Smithfield στα βόρεια της πόλης και στην περιοχή που έως και σήμερα είναι γνωστή ως The North Quarter (η Βόρεια Συνοικία). Περπατώντας κανείς στη γύρω περιοχή ήταν αδύνατο να μην εντυπωσιαστεί από την απίστευτη ποσότητα περισσευούμενου χώρου, μέσα, έξω, πίσω και εμπρός από τα κτήρια. Όπως έλεγε χαρακτηριστικά και ο Mike Pickering– ένας από τους ανθρώπους που αναμείχτηκε από τα πρώτα στάδια στην ίδρυση της Factory Records: “Όταν βρήκαμε τον χώρο για την Haçienda, το κομμάτι της πόλης, από την οδό Whitworth μέχρι και την Deansgate ήταν μια πόλη φάντασμα. Καμία από τις καμάρες του σιδηροδρομικού σταθμού δεν χρησιμοποιούνταν για κάτι άλλο εκτός από χώροι στάθμευσης.”

wasteland mancheter

Aπό το 1980 και έπειτα όμως, η οικονομική και πολιτιστική μοίρα του Μάντσεστερ άλλαξε ριζικά. Παλιά κτήρια ανακαινίστηκαν, καινούρια φτιάχτηκαν και οι επενδύσεις είχαν αρχίσει να επιστρέφουν πάλι στην πόλη. Το άνοιγμα της Haçienda το 1982, έκανε κάτι περισσότερο από το να σηματοδοτήσει μια σημαντική στιγμή στην “φυσική αναγέννηση” της πόλης: αντιπροσώπευσε μια πολιτιστική αλλαγή και κάποιοι είδαν ότι το μέλλον της αλλαγής και το όραμά τους γι’ αυτήν θα το μοιράζονταν με τον καιρό, και με άτομα σε πόστα πολιτικής εξουσίας.

H Haçienda: το ξεκίνημα

Η Factory Records- το “σπίτι” μεταξύ άλλων των Joy Division, New Order και των Happy Mondays-δημιουργήθηκε το 1978 και αντιπροσώπευε μια μουσική σκηνή που αναδύθηκε ουσιαστικά μέσα από την περιοχή των Hulmes Crescents. Η συνοικία των Crescents χτίστηκε τη δεκαετία του 60 σαν απάντηση στην αθλιότητα των παρατεταγμένων σπιτιών της βιομηχανικής επανάστασης.  Όμως, ήδη, από το ’70 έδειχνε σημάδια παρακμής και κατάπτωσης γεγονός που οδήγησε και στην τελική της κατεδάφιση στα μέσα του 1990.

Το “Factory” (Εργοστάσιο) ήταν αρχικά το όνομα ενός κλάμπ που άνοιγε μόνο τις Παρασκευές. Η λέξη “Εργοστάσιο” επιλέχθηκε από τους ιδρυτές του, τον Tony Wilson και τον Alan Erasmus, γιατί ενσωμάτωνε τη δημιουργικότητα και τη λογική ενός τόπου όπου θα παράγονταν πράγματα. Επρόκειτο περισσότερο για μια ειρωνική επιλογή καθώς στην πόλη παράγονταν ολοένα και λιγότερα πράγματα μιας και η παραγωγική βάση της πόλης είχε διαβρωθεί. Ο Wilson και ο Erasmus ήθελαν να δημιουργήσουν μουσική αρχικά χρησιμοποιώντας τη μουσική άλλων ανθρώπων με σκοπό να διευθύνουν κάποια κλάμπ. Κατόπιν βέβαια, με τη δημιουργία της δισκογραφικής εταιρίας Factory Records, κατέληξαν να παράγουν και τη δική τους μουσική.

Factory_records

Στην αρχή του ’80 το Μάντσεστερ ήταν πλημμυρισμένο από μουσικές σκηνές. Η τοπική μουσική σκηνή ήταν ζωντανή.  Χαμηλών τόνων μουσικά δρώμενα, ανεπίσημα οργανωμένα  μέσα σε μισογκρεμισμένα κτίρια, άπλωναν τις δραστηριότητες τους σ’ολόκληρη την πόλη. Και όχι ότι δεν υπήρχε πολιτιστική ζωή – αλλά ο Rob Gretton, ο μάνατζερ των Joy Division μαζί με άλλους σαν τον Mike Pickering, Tony Wilson και τον Alan Erasmus ήθελαν κάτι διαφορετικό. Και το ίδιο ήθελαν και οι New Order, η μπάντα που ξεπήδησε από τους Joy Division μετά την αυτοκτονία του Ian Curtis τον Μάιο του 1980. Τα μέλη της ήθελαν έναν χώρο παραστάσεων δικό τους, και έτσι άρχισαν να ψάχνουν για ένα μέρος στο οποίο θα μπορούσαν να πραγματοποιήσουν το όνειρό τους. Η αναζήτηση αυτή κατέληξε σ’ έναν ιδιαίτερα άθλιο χώρο απέναντι από τον Σταθμό Deansgate.

Tο άνοιγμά της μουσικής αυτής σκηνής επιβεβαιώθηκε όταν ο Tony Wilson ανακοίνωσε ότι “η Haçienda πρέπει να κτισθεί” παραπέμποντας σε ένα σύνθημα του 1953 από τον Σιτουασιονιστή Ivan Chtcheglov. Στο κτήριο έγιναν αρκετές δομικές αλλαγές. Οι κολώνες στην πίστα, για παράδειγμα, έμοιαζαν να ενσωματώνουν ακριβώς ό,τι μπορεί να σήμαινε η όλη κίνηση. Όπως εξηγούσε ο Ben Kelly, επικεφαλής του σχεδιασμού της Haçienda  “…η εικονογραφία έχει να κάνει με τις ρίγες στις κολώνες…ήταν δομικές, βιομηχανικές, ήταν καταπληκτικές και έπρεπε να κάνουμε κάτι μ’ αυτές. Με τον ίδιο τρόπο που θα είχες τη σήμανση κινδύνου σ’ ένα εργοστάσιο που θα παρήγαγε προϊόντα- θελήσαμε να βάλουμε τα σημάδια κινδύνου πάνω στις κολώνες.”

hacienda_interior

Τον πρώτο χρόνο που η Haçienda λειτούργησε σαν ντίσκο είχε ελάχιστα μέλη και ίσα που κατάφερε να επιβιώσει. Όταν κατά τον πρώτο χρόνο, κάποιος γινόταν μέλος, σε αντάλλαγμα λάμβανε μια στιλάτη εγχάρακτη κάρτα μέλους και άνηκε σε μια ήσυχη μειοψηφία. Μετά ωστόσο, από τον πρώτο έτος, τα μέλη της άρχισαν να αυξάνονται.  τώρα το κλαμπ το “έκλειναν” περισσότερες μπάντες, ενώ αυτό δεν ήταν πια μόνο ντίσκο αλλά και μουσική σκηνή για συναυλίες. Καλλιτέχνες όπως οι ABC, ACR, Heaven 17 και οι Thompson Twins έπαιξαν στο χώρο αυτό τα πρώτα χρόνια . Και σιγά σιγά το κλάμπ άρχισε να απογειώνεται, καθώς η μουσική που παιζόταν -που έτσι και αλλιώς ήταν εκλεκτική- διαφοροποιήθηκε ακόμα περισσότερο για να συμπεριλάβει βραδιές ραπ και σόουλ τις Παρασκευές κατά τις “Γυμνές Νύχτες”. Η Haçienda γινόταν σταδιακά μέρος μιας φωναχτής πλειοψηφίας, παρόλα αυτά, το μέλλον της εξακολουθούσε να είναι επισφαλές μέχρι τη στιγμή που οι ιδιοκτήτες της στάθηκαν τυχεροί. Το Blue Monday Των New Order χτύπησε ρεκόρ στα μουσικά τσάρτ και πούλησε δισεκατομμύρια δίσκους παγκοσμίως ισοφαρίζοντας έτσι τις αρχικές απώλειες του κλάμπ.

Φυσικά πέρα από τη Haçienda υπήρχαν και άλλοι μουσικοί χώροι στο Μάντσεστερ. Κλάμπ όπως το Berlins, Home, Sankey’s Shop και το Broadwalk ήταν σημαντικά κομμάτια στο αναδυόμενο πάζλ των κλάμπ της πόλης και γύρω απ’ αυτά τα μέρη αναπτύχθηκε μια “τοπική βιομηχανία”. Κάποιοι απ’αυτούς τους χώρους προηγήθηκαν της Haçienda ενώ άλλοι καθιερώθηκαν βάσει της δική της επιτυχία. Μουσικοί, καλλιτέχνες, Djs, δημοσιοσχετίστες, μάνατζερς, πορτιέρηδες: όλοι έπαιζαν έναν ρόλο σε έναν τοπικό καταμερισμό εργασίας πολιτιστικού περιεχομένου. Οι μουσικοί χρειάζονταν μέρη για πρόβες για να δίνουν παραστάσεις. Η μουσική που παραγόταν χρειαζόταν να προωθηθεί. Οι μπάντες χρειάζονταν μανατζάρισμα. Τα φλάιερς χρειαζόταν να σχεδιαστούν. Οι Dj και οι κλάμπερς χρειάζονταν να αγοράσουν από κάπου τα ρούχα τους. Και όλες αυτές οι δραστηριότητες απαιτούσαν χώρο που, τον καιρό εκείνο, υπήρχε σε αφθονία στο κέντρο του Μάντσεστερ. Παράλληλα, η καθιερωμένη αλλά underground γκέυ κοινότητα συνέχιζε να ακμάζει παρά την υποκριτική στάση της επίσημης πόλης η οποία παρίστάνε πως οι gay δεν υπήρχαν. Αυτά βέβαια συνέβαιναν πριν γίνουν αντιληπτά η δύναμη της “ροζ λύρας” και το ότι μερικές περιοχές του κέντρου, που παραδοσιακά θεωρούνταν σαν γκέυ περιοχές, μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σαν μέρη μιας ευρύτερης προσπάθειας αναμόρφωσης του κέντρου και μετατροπής του σ’ ένα μεγάλο πάρκο διασκέδασης. Ωστόσο, και ο πληθυσμός του Μάντσεστερ άλλαζε: βιομηχανίες είχαν αρχίσει να κάνουν την εμφάνισή τους γύρω από τους μετανάστες που είχαν έρθει στην πόλη τις δεκαετίες του 50 και του 60 και νέες οικονομίες αναδύονταν για να καλύψουν τις ανάγκες των νέων αυτών πληθυσμών.

lp-vinil-the-smiths-rank-capa-dupla_MLB-F-3254577213_102012

Σ’όλη την πόλη διάφορες σιδηροδρομικές καμάρες, μύλοι και αποθήκες υπέστησαν μετατροπές. Σταδιακά, λωρίδες “φυσικών υπενθυμίσεων”  του βιομηχανικού παρελθόντος του Μάντσεστερ μετατρέπονταν σε σημάδια του μέλλοντός του. Αυτός ο μετασχηματισμός του κτισμένου περιβάλλοντος συνεχίστηκε αμείωτος μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του 90 και τις αρχές του 21ου πρώτου αιώνα. Το 1983, όταν οι Smiths πόζαραν για μία από τις πρώτες τους φωτογραφήσεις στον Greater Manchester Central Station ήταν κανείς δύσκολο να πιστέψει ότι πριν ακριβώς μια δεκαετία ήταν μια ακμάζουσα εταιρία. Ακόμα πιο δύσκολο όμως ήταν να πιστέψει κανείς, δεδομένης της άθλιας κατάστασης του κτιρίου την εποχή εκείνη, ότι o ίδιος ο σταθμός θα ξαναγεννιόταν σαν GMEX – και θα εξελισσόταν σε μία σκηνή από την οποία έχουν περάσει τα καλύτερα ονόματα της χορευτικής και ρόκ μουσικής για να παίξουν μπροστά σε στοιβαγμένα πλήθη, ένα μέρος στο οποίο θα εμφανίζονταν τα μεγαλύτερα ονόματα της λεγόμενης “χορευτικής επανάστασης”.

Ακολουθεί δεύτερο και τελικό μέρος.

Το κείμενο αυτό είναι ελεύθερη απόδοση ενός κειμένου που έχει γράψει ο πολεοδόμος Kevin Ward με αρχικό τίτλο “Urban Centre Reloaded: Subculture in Manchesters και μπορεί κανείς να το βρει στο βιβλίο: Urban Catalyst: The power of Temporary Use, εκδόσεις Dom.

χάρτης, εικόνες και βίντεο  προστέθηκαν για τον καλύτερο “προσανατολισμό” του αναγνώστη

%d bloggers like this: