Tag Archive | Greece

Skateboard στη Θεσσαλονίκη; Όχι, ευχαριστούμε…

 

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Τα πάρκα και οι πλατείες είναι πλέον τρομακτικά μέρη. Απέχουν τόσο από την εικόνα που έχουμε στο μυαλό μας: δέντρα, παιδιά, ποδήλατα, ανοιχτωσιά, δροσερά παιχνίδια σκιάς, συνταξιούχοι δυο δυο τρεις τρεις στα παγκάκια, ζευγαράκια, βροντόφωνες παρέες, να κρατούν όλη τη μέρα τους χώρους αυτούς ζωντανούς. Ω ναι, απέχουν πάρα πολύ.

Ερέθισμα για το παραλήρημά μου αυτό αποτέλεσε μια βόλτα πλευρικά του πάρκου της ΧΑΝΘ, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Το πάρκο αυτό αποτελεί την πιο μεγάλη ανάσα πρασίνου στο κέντρο και θα μπορούσε άνετα και με ελάχιστες παρεμβάσεις να συναγωνιστεί διάσημα πάρκα του εξωτερικού. Αντί αυτού τι απολαμβάνουμε; Απλή εγκατάλειψη; Ή κάτι ακόμα χειρότερο; Την αναμονή για το χειρότερο…

Προ διετίας ασχολήθηκα με το θέμα των πάρκων για skateboard στη Θεσσαλονίκη, και με μεγάλη περηφάνια παρουσίασα τα, αν και ολιγάριθμα, ιδιαίτερα δημοφιλή σημεία στην πόλη όπου δίνεται η δυνατότητα να ασκηθεί αυτό το άθλημα (γιατί είναι άθλημα, ανεξάρτητα  απ’ το ότι υπάρχουν άτομα ακόμη και σήμερα που το αντιμετωπίζουν σαν έκφραση αλητείας). Σε αυτή τη βόλτα, λοιπόν, την απογοήτευσή μου βλέποντας το πάρκο σκοτεινό και με τυπικές παρέες τοξικομανών απογείωσε η απουσία της εγκατάστασης για τους skateboarders. Εγκατάσταση μικρή, απλοϊκή σίγουρα για αυτούς που ασχολούνται λίγο περισσότερο, η οποία όμως κατάφερνε πάντα να απασχολεί κάποια παρέα… Γυρνώντας σπίτι, η επίλυση του μυστηρίου ήρθε πολύ γρήγορα: «Συνεργείο του Δήμου απομάκρυνε την εγκατάσταση εξαιτίας της επικινδυνότητάς της».

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Μάλιστα. Άρα το συμπέρασμα από την πορεία αυτού του πάρκου, είναι ότι avec plaisir ο ιδιώτης να προσφέρει χορηγία για να αναδειχθεί το πάρκο στο μεγαλύτερο κέντρο άθλησης και ψυχαγωγίας της πόλης. Οι μετέπειτα ευθύνες όμως να μην επιβαρύνουν κανέναν… Αντί να δοθούν τα ελάχιστα για τη συντήρηση μιας τέτοιας πρωτοβουλίας, είναι προτιμότερο να αφεθεί στο έλεος του χρόνου, και όταν με το καλό χαρακτηριστεί επικίνδυνη, δίνουμε κατιτίς και τη γκρεμίζουμε. Ψεκάστε, σκουπίστε, τελειώσατε!

Κατά καιρούς γίνονται δηλώσεις από πλευράς Δήμου για έργα ανάπλασης του πάρκου, αλλά μάρτυρες μιας τέτοιας ενέργειας δεν έχουμε καταφέρει να γίνουμε. Μπορεί η ανοδική πορεία της πόλης να αναγνωρίζεται ολοένα και περισσότερο, αλλά πολλά είναι ακόμη τα θέματα-αγκάθια… Κρίμα να μην εκμεταλλεύεσαι τον διάλογο που έχεις καταφέρει ν’ ανοίξεις με τους πολίτες.

Το πάρκο «Ξαρχάκος» για τους παλιότερους και πάρκο «What’s Up» για τους πιο νέους έχει αλλάξει πολλές χρήσεις και μορφές με το πέρασμα του χρόνου. Από ζωολογικός κήπος, καρουζέλ και δημοτικά αναψυκτήρια, σε skatepark, χώρο για πικ νικ και paintball… Διαχρονικά αποτελούσε τόπο συγκέντρωσης για τη νεολαία και τους μεγαλύτερους, ένα χώρο με αύρα πράσινου και ζωής που τώρα φαίνεται να φθίνει μέρα με τη μέρα.

Τι κρίμα να είναι το πάρκο μας τόσο τρομακτικό…

Φεστιβάλ+Θεσσαλονίκη=Λαβ

Πριν από δέκα μέρες ολοκληρώθηκε το 17ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ στη Θεσσαλονίκη. Στις διαδρομές μεταξύ πλατείας Αριστοτέλους και λιμανιού πολλάκις σκέφτηκα, και σίγουρα δεν ήμουν η μόνη, πόσο αλλάζει η πόλη τις μέρες αυτές. Για δέκα φθινοπωρινές μέρες, κάπου εκεί στις αρχές Νοέμβρη, διεξάγεται το διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, ενώ μερικούς μήνες αργότερα, οι προβολείς στρέφονται στο ολοένα και περισσότερο κοσμο-συσσωρευτικό Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ.

Στις 15 Μαρτίου ήμασταν όλοι εκεί. Τα σπίτια γέμισαν με φιλοξενούμενους και το πρόγραμμα του φεστιβάλ με κύκλους γύρω από τίτλους ταινιών και τσακισμένες σελίδες.  Παρ’ όλη την κακοκαιρία, ο κόσμος ντυμένος με παλτά και κασκόλ (ίσα ίσα για να προκαλούν να κοιτάξεις στα μάτια για να δεις κάποιον γνωστό σου) διένυε τις ίδιες ακριβώς διαδρομές με σένα. Τσιμισκή – Ερμού – Αριστοτέλους – Νίκης.  Δεν νιώθεις ποτέ μόνος. Άλλοι με πιο γρήγορο βήμα, κάποιοι πιο μοναχικοί με ακουστικά στ’ αυτιά και το πρόγραμμα σφιχτά στο χέρι, άλλοι σε παρέες και βάδισμα πιο ήρεμο να συζητούν την ταινία που μόλις παρακολούθησαν, όλοι μια μάζα και ο καθένας χωριστά, δημιουργούνε οριακά μια ψευδ-αίσθηση για την πόλη…

Μια πρώτη γεύση από την αλλαγή στην πόλη παίρνεις όταν επιλέγεις τον “γρήγορο” δρόμο, τη Λεωφόρο Νίκης. Μια τυπική χειμωνιάτικη μέρα το κρύο αποτρέπει τον κόσμο να κινηθεί μέσω της παραλιακής οδού. Τις μέρες εκείνες όμως, συνειδητοποιείς πως μόνο αν ελιχθείς έξυπνα ανάμεσα σε παρέες, ποδήλατα και πωλητές του σαλεπιού-βάλσαμο θα φτάσεις έγκαιρα στην πολυπόθητη προβολή. Η πλατεία Αριστοτέλους απογειώνεται, γίνεται πρωταγωνίστρια όπως της πρέπει… Τηλεοπτικές κάμερες, σκεϊτμπόρντερς, μαμάδες, παιδάκια, ζευγαράκια παππούδων, μουσικοί του δρόμου και όλοι οι σινεφίλ μοιράζονται αυτά τα δύο οικοδομικά τετράγωνα σαν κομπάρσοι σε κινηματογραφική σκηνή. Τρίτο σημείο όπου το φεστιβάλ κάνει αισθητή την παρουσία του είναι η πρώτη προβλήτα του λιμανιού. Σε έναν ήδη δημοφιλή χώρο προσθέτεις και τέσσερις αίθουσες προβολών που ανά μία ώρα γεμίζουν και αδειάζουν… νιώθει κανείς σαν κάθε ώρα της μέρας και κάθε μέρα του δεκαημέρου να είναι το πρώτο ανοιξιάτικο σαββατόβραδο.

Η πόλη επηρεάζεται. Και λέγοντας “πόλη”, οφείλω να διορθώσω γιατί πάντα πέφτω στην παγίδα, εννοώ το κέντρο της πόλης, το ιστορικό της κέντρο. Το κέντρο λειτουργεί για δύο δεκαήμερα τον χρόνο ως μια πηγή κοινωνικής και δημιουργικής έκφρασης. Ο κόσμος επικοινωνεί πιο εύκολα από ποτέ. Χωρίς να θεωρώ τη Θεσσαλονίκη, ούτε καμία άλλη ελληνική πόλη που έχω επισκεφθεί απρόσωπη, τα δύο αυτά φεστιβάλ περισσότερο από καθετί άλλο, λειτουργούν σαν τη γλυκιά αφορμή που τόσο καιρό περίμενε ο κόσμος για να επικοινωνήσει πιο εύκολα και χωρίς παρεξηγήσεις. Οι ουρές λειτουργούν λίγο πολύ σαν μπάρα σε μπαρ, όπου στέκεσαι και με το πρώτο σχόλιο που θα ακούσεις για κάτι που είδες ή που ανήκει στα “have to watch” σου, θα πλησιάσεις με χαμόγελο τη διπλανή παρέα για να προσθέσεις κάτι. Σκανάροντας κατά την είσοδό σου στην αίθουσα θα προσέξεις πολύ ποιοι θα είναι οι “συνταξιδιώτες” που θα σου επιτρέψουν ή/και υποβοηθήσουν να απολαύσεις την επιλογή σου να βρίσκεσαι εκεί. Στα διαλείμματα μεταξύ ταινιών, αναζητώντας φωτιά θα ξεκινήσεις μια συζήτηση με τέτοια ευκολία και αυτοπεποίθηση, που σίγουρα θα σε θαύμαζες αν το είχες καταφέρει σε μια άλλου είδους περίσταση. Θα χαμογελάσεις, θα σηκωθείς όσες φορές χρειαστεί για να περάσει κάποιος και να γεμίσουν σιγά σιγά οι θέσεις, θα συμβουλεύσεις με περηφάνια τη διπλανή σου 50χρονη σεμι-διανοούμενη που σου ζητάει προτάσεις για την επόμενη μέρα, θα χαρείς που ανάμεσα σε περάσματα και στριμώγματα αναγνωρίζεις στο πλήθος τους φίλους σου, θα τρέξεις να προλάβεις κάθε πάρτυ και δρώμενο που γίνεται παράλληλα με αφορμή το φεστιβάλ. Θα κλείσεις το τηλέφωνο στον μπαμπά σου και αυτός με κατανόηση την επόμενη μέρα θα σου πει “κατάλαβα, έβλεπες ταινίες πάλι…” Όλα στο μάξιμουμ τα αποζητάς τις μέρες εκείνες. Τις προβολές, τον κόσμο, τη νύχτα, τη μουσική, τον χορό. Η ενέργεια της πόλης σε κάνει να νιώθεις πως μπορείς να τα καταφέρεις όλα.

Τη Θεσσαλονίκη την ερωτεύεσαι τις μέρες των φεστιβάλ. Δυο φορές τον χρόνο… κάπου εκεί κάθε Νοέμβρη και Μάρτη.

Μήπως το Gentrification είναι Ντεμοντέ;

Άλκηστη.: Από το τελευταίο σου κείμενο κρατώ αυτή τη φράση, “Gentrification δεν είναι κάθε πρωτοβουλία που αναβαθμίζει μια περιοχή” και σκέφτομαι τα εξής: Η περιοχή του Ψυρρή έχοντας “εισπράξει τα έσοδα” του δικού της εξευγενισμού βιώνει, εδώ και δύο χρόνια, ένα άλλο είδος “εξευγενισμού” -αυτή τη φορά όμως από “τα κάτω” και κυρίως μέσα απ’ την περίπτωση του θεάτρου “Εμπρός”. Σε παράλληλο χρόνο, γίνεται προσπάθεια το Μεταξουργείο να εξευγενιστεί από “τα πάνω”. Είναι πράγματι πολύ ενδιαφέρον να έχει κανείς την τύχη να βλέπει δυο κεντρικές, γειτονικές περιοχές της Αθήνας να αλλάζουν κάτω από τον ίδιο παρανομαστή, αυτόν της τέχνης και ταυτόχρονα να αποκλίνουν προς τόσο διαφορετικές κατευθύνσεις. Πριν όμως φτάσουμε να αναλύσουμε τις κατευθύνσεις πρέπει να σταθούμε σε πολύ πιο αρχικά φαινόμενα. Το πιο εξόφθαλμο απ’ αυτά: Στη μία περίπτωση, η επίσημη πόλη, τον ανέξοδο “εξευγενισμό”, το συμβατό με τις δεδομένες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες τον διώκει, ενώ το βεβιασμένο, ασύμβατο, άκαιρο και πολυέξοδο εξευγενισμό τον αγκάλιαζει.

empros_em_face

Γιώργος: Βρίσκω πολύ ενδιαφέρον να μιλήσουμε για το gentrification, όχι όμως τόσο για τα συμπτώματά του, όσο για ένα βασικό ερώτημα που έχει τεθεί και στο οποίο το gentrification είναι μια πρώτη, πολύ πρόχειρη απάντηση. Το ερώτημα που έχει τεθεί είναι -η πόλη- η απαίτηση δηλαδή των σύγχρονων ανθρώπων να ζήσουν σε μια “καλή περιοχή” ακόμα και αν θα πρέπει να αλλάξουν γειτονιά, πόλη ή χώρα. Στο δυτικό κόσμο, βλέπε βόρεια Αμερική, η ανάγκη της “καλής περιοχής” είναι πιο έντονη και ένα μεγάλο άγχος για τους νέους ανθρώπους. Αλλά και στην Ελλάδα δεν μας ενδιαφέρει πλέον τόσο Το Διαμέρισμα όσο το Πού θα μείνουμε, Σε ποιά περιοχή.

Σ’ αυτήν την από τα κάτω προσπάθεια στο Εμπρός, έχουμε μια δεύτερη απάντηση στο ίδιο ερώτημα όπου εκτός από την τέχνη εισάγονται και οι κοινωνικές σχέσεις και τα δίκτυα που αυτές διαμορφώνουν. Και ευτυχώς το Εμπρός είναι μία από τις πολλές “από τα κάτω προσπάθειες”.

Στις από “κάτω προσπάθειες” το κίνητρο δεν είναι η εκμετάλλευση της υπεραξίας του χώρου αλλά η ανάδειξη μιας χαμένης αξίας που έρχεται να προστεθεί στο υποβαθμισμένο κτιριακό απόθεμα για να το μετατρέψει σε πόλη. Το δυστύχημα είναι οτι το επίσημο κράτος και όχι μόνο…δεν μπορεί να διακρίνει το αδιέξοδο από το νόημα. “Οι ανθρώπινες σχέσεις δημιουργούν την κοινότητα και η κοινότητα μπορεί να δημιουργήσει όλα τα υπόλοιπα”.

(ΚΤΗΡΙΑ + ΤΕΧΝΗ)+(ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ) = ΠΟΛΗ

Α.: Από την άλλη, πλησιάζοντας στo παλιό χρηματιστήριο της οδού Σοφοκλέους με σκοπό να επισκεφτώ την 4η ελληνική μπιενάλε “Αgora” και βλέποντας τις μεγάλες κόκκινες σημαίες να προβάλλουν από την όψη του κτηρίου σε σειρά, είναι αδύνατο να μην σκεφτώ ότι πάω σε μια κατάληψη που θα πληρώσω εισιτήριο! Οι τρύπες στους τοίχους και στην οροφή του κτηρίου, η απόλυτη παράδοση του στην καλλιτεχνική δράση, το κτήριο, φυσικά, αυτό καθ’ αυτό με τον τόσο έντονο συμβολισμό του δεν αφήνουν πολλά περιθώρια. Οι επίσημες άλλωστε “προκηρύξεις” της μπιενάλε καλούν να μην την επισκεφτούμε αλλά να την συν+διαμορφώσουμε. Η παρακάτω πολύ ωραία φράση του ευφυούς συγγραφέα (ή των ευφυών συγγραφέων; ποιός ξέρει;) συνοψίζει ακριβώς το πνεύμα των ημερών: η έκθεση, γράφει, σχεδιάστηκε σαν “κοινωνικό γεγονός”. Το ερώτημα λοιπόν, έχει τεθεί προ πολλού και επιμόνως ζητά την απάντησή του παρά το γεγονός ότι κάποιοι ίσως να μην αντιλαμβάνονται πολύ βασικές αλλαγές στον τρόπο που μελλοντικά θα αλληλεπιδρούν οι κάτοικοι τόσο μεταξύ τους όσο και με την ίδια τους την πόλη. Η επαφή του “από πάνω” και του “από κάτω” φαίνεται να είναι ένα ακόμα απαραίτητο στοιχείο της πόλης. Πώς ανθίζουν ξανά στην πόλη οι ανθρώπινες σχέσεις, τί ρόλο παίζει η επίσημη πόλη σ’ αυτές τις διαδικασίες; Πώς θα σχεδιάζουμε άραγε την “κοινωνική πόλη”; Και ποιός ή ποιοί θα το κάνουν αυτό;

+ΠΟΛΙΤΙΚΗ

agora_original

Γ.: Πολύ ωραίο που εξελίσσεις την εξίσωση και μιλάς για πολιτική, αλλά καταλαβαίνω ότι για πολλούς η λέξη αυτή μπορεί να ακούγεται κενή, δίχως νόημα. Η “ανοργάνωτη” σύγχρονη Ελλάδα αναπτύχθηκε βάσει σχεδιασμένων πολιτικών, δημιουργώντας έτσι μια ακραία ανισοκατανομή του πληθυσμού στο χώρο (αστικοποίηση). Το gentrification προσπαθεί να δημιουργήσει υπεραξία στην ίδια βάση γεννώντας επιπλέον χωρικές εντάσεις και κερδοσκοπικά παιχνίδια στην υπερτιμημένη Αθήνα. Δεν ξέρω πως θα πετύχουν όταν για τα επόμενα χρόνια η πόλη θα χάνει συνεχώς πληθυσμό.

Αντίστοιχα, τα παραδείγματα “από τα κάτω” που εκτυλίσσονται σε περιοχές χωρίς υπεραξία είναι πιο επιτυχημένα ή για την ακρίβεια είναι πιο εύκολο για τα άτομα που συμμετέχουν σ’ αυτά να κάνουν πολιτική. Δεν θα πω κατι πολύ μακρινό, θα αναφερθώ στο συνεργατικό καφενείο δίπλα στο αρχαιολογικό πάρκο της Ακαδημίας Πλάτωνος. Η προσπάθεια αυτή είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα, συγκρινόμενη με τη χωρική ένταση του αυτοδιαχειριζόμενου πάρκου Ναυαρίνου η οποία προκύπτει σίγουρα απ’ τη θέση του, σ’ ένα τόσο κεντροβαρικό σημείο μες στην πόλη.

image3_de_European_Village

Α.: Ας κλείσουμε στο σημείο αυτό την τριλογία μας περι gentrification ανοίγοντας ταυτόχρονα τη συζήτηση για τις “από κάτω” δράσεις και τη σχέση τους τόσο με το κέντρο όσο με την περιφέρεια. Καλό είναι πάντως που ξεφεύγει η κουβέντα από το gentrification καθώς έχει αρχίσει να μου φαίνεται κάπως ντεμοντέ.

1η και 2η φωτογραφία: María Gallardo

%d bloggers like this: