Tag Archive | Creative Class

Detroit από την αρχή; Πώς; (μέρος B)

Πολεοδομικά σχέδια, πολιτικά προγράμματα, ποικίλες δράσεις από μία στρατιά ΜΚΟ, ντόπιοι, ξένοι, μεσαίοι και μεγαλύτεροι επενδυτές, ομάδες κατοίκων καθώς και επίσημοι θεσμοί όπως πανεπιστήμια, μουσεία, νοσοκομεία κ.λπ. δραστηριοποιούνται σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό γύρω από το ζήτημα της επανεκκίνησης της πόλης του Ντιτρόιτ. Δυνάμεις αντίθετες και απ’ όλες τις κατευθύνσεις έχουν έναν λόγο για το Ντιτρόιτ και κάνουν ράλι για την επανεκκίνησή του. Οι πιο αισιόδοξοι αντιμετωπίζουν την παρούσα φάση σαν μία δυναμική κατάσταση που κρύβει ευκαιρίες. Οι πιο συγκρατημένοι την αντιμετωπίζουν σαν ένα δύσκολο στοίχημα καθώς βλέπουν ότι όποιες αποφάσεις και αν παρθούν, όποιες στρατηγικές και αν ακολουθηθούν είναι καταδικασμένες στην αποτυχία αν δεν επικεντρωθούν στην επανεκπαίδευση των πρώην βιομηχανικών εργατών με σκοπό την απορρόφηση τους σε νέα επαγγέλματα ή, αν δεν αντιμετωπίσουν τη βαθύτερη φυλετική κοινωνική διχοτόμηση που μαστίζει την πόλη και που δημιουργεί και τις ανάλογες χωρικές στρεβλώσεις. Μέσα σ’ αυτόν τον γενικότερο αναβρασμό, ένα είναι το σίγουρο: το Ντιτρόιτ έχει γίνει πεδίο πολεοδομικών πειραμάτων που σε αρκετές περιπτώσεις ξεπερνούν επικίνδυνα τα περιθώρια που έχει για πειράματα.

Στο στόχαστρο μας, καταρχήν, μπαίνει το επίσημο κέντρο της πόλης καθώς και η παντιέρα της πόλης που είναι το πολεοδομικό πλάνο με το γενικό τίτλο Detroit Future City Plan και που αφορά ένα μίγμα επανάχρησης γης με μικρó-επιχειρηματικότητα (τύπου startup), εξευγενισμό και τοπιακή αρχιτεκτονική σε επίπεδο υποδομών. Θα λειτουργήσει άραγε το εκτεταμένο Urban Farming που θα ξανά-μετατρέψει τους απόγονους των βιομηχανικών εργατών σε νέους αγρότες, όπως ήταν οι παππούδες τους που κάποτε ήρθαν από τον αγροτικό νότο για να δουλέψουν στα εργοστάσια; ‘Η η μετατροπή μεγάλων λεωφόρων, που μέχρι τις μέρες μας χαρακώνουν βίαια τον ιστό της πόλης σε πεζόδρομους, θα πείσει όσους ακόμα Ντιτρόιερς καταφέρνουν να συντηρούν αυτοκίνητο, να το πετάξουν και σταδιακά η αυτοκινητούπολη θα γίνει μια πόλη φιλική για περπάτημα;

Επίσημο κέντρο της πόλης

Από την Cheapland στην Chipland

Η επιφανής Αμερικανίδα πολεοδόμος Τόνι Γκρίφιν, η οποία είναι και η επικεφαλής του Detroit Future City Plan υποστηρίζει ότι μία πόλη στην κατάσταση του Ντιτρόιτ – καταρχήν θα πρέπει να ασχοληθεί με το κέντρο της. Σύμφωνα με την ίδια πάντα, μόνο πόλεις με δυνατό πυρήνα μπορούν να σταθούν στα πόδια τους και να διαχύσουν την δυναμικότητά τους χωρικά προς όλες τις κατευθύνσεις. Στην παρούσα φάση, γίνεται λοιπόν, μια προσπάθεια επανακατοίκησης του κέντρου, μέσω της μεταφοράς των δραστηριοτήτων μεγάλων επιχειρήσεων που παλιότερα βρίσκονταν στις παρυφές της πόλης προς το κέντρο. Μια διαδικασία που δεν ξεκίνησε με την πρόσφατη χρεοκοπία. Εδώ και καιρό έχει μπει σε αυτόματο πιλότο η ενδυνάμωση του κέντρου της πόλης και κεντρική φιγούρα της έχει αναδειχτεί ο τοπικός επιχειρηματίας Nταν Γκίλμπερτ o οποίος τυχαίνει να έχει και την μεγαλύτερη online επιχείρηση ενυπόθηκων δανείων στις ΗΠΑ, την QuickenLoans. Πρόκειται ίσως για έναν από τους μεγαλύτερους επενδυτές του κέντρου της πόλης καθώς στην ιδιοκτησία του βρίσκονται 22 πολυώροφα κτήρια. Τα τελευταία δε χρόνια, έχει σταδιακά μετακινήσει το μεγαλύτερο μέρος των δραστηριοτήτων στο κέντρο και μαζί με αυτές και 7.000 εργαζομένους. Ταυτόχρονα, έχει παρακινήσει και άλλες εταιρίες όπως τη Chrysler, τη Microsoft, τη Twitter και άλλες να κάνουν το ίδιο και ως ένα βαθμό το έχει ήδη καταφέρει. Όπως χαρακτηριστικά διαβάζει κανείς σε παλιότερο δημοσίευμα της Γκάρντιαν, ο κύριος αυτός μέσα σε τρία χρόνια μετέτρεψε το κέντρο της πόλης σ’ ένα μικρό επιχειρηματικό κάμπους. Έτσι, μαζί με τον Νταν Γκίλμπερτ, ο οποίος χαρίζει στους υπαλλήλους του μέχρι και 20.000 δολάρια με την προϋπόθεση να αγοράσουν μία κατοικία στο κέντρο και να μείνουν σ’ αυτή για τα επόμενα πέντε χρόνια, (ποιός ξέρει αν υπάρχει και σχετική ρήτρα να αγοράσουν σπίτι σ’ ένα από τα 22 κτήριά του;) έχουν μαζευτεί και άλλοι επιχειρηματίες οι οποίοι μοιάζει σα να έχουν μετατρέψει το κέντρο του Ντιτρόιτ σε ταμπλό παιχνιδιού Monopoli που ανταγωνίζονται ποιός θα μαζέψει για λογαριασμό του τα περισσότερα κτήρια στο ήμισυ της μισής τιμής. Σ’ αυτό το σημείο, είναι αδύνατο να μην σκεφτεί κανείς, πως όλη αυτή η διαδικασία θα μπορούσε να είναι και ένας έκτακτος μηχανισμός έτσι ώστε μια κυβέρνηση- στη συγκεκριμένη περίπτωση σαν την ομοσπονδιακή κυβέρνηση των Η.Π.Α- να μπορεί να φτιάχνει κοντινούς τρίτους κόσμους και να κρατάει όσο το δυνατόν κοντά της τις δικές της επιχειρήσεις.

Παράλληλα, οι προτάσεις των υπεύθυνων πολεοδόμων για την πόλη του Ντιτρόιτ που επηρεάζονται επίσης από τα πρότυπα του μακρινού Τορίνο-καθώς πρόκειται για την “αντίστοιχη” αυτοκινητούπολη επί ευρωπαϊκού εδάφους, εστιάζουν σ’ ένα μίγμα που συμπεριλαμβάνει τους Χίπστερ, οι οποίοι συνθέτουν σε μεγάλο βαθμό τη λεγόμενη δημιουργική τάξη, τους εργαζόμενους του επιχειρηματικού κέντρου και τη “δημιουργική αξιοποίηση των φοιτητών” με ένα σωρό από θερμοκοιτίδες startup για να μπορεί να γίνεται άμεσα το πέρασμα στον επιχειρηματικό κόσμο των πιο δημιουργικών ατόμων. Και εκεί που αναρωτιέται κανείς τι γίνεται με τους μη δημιουργικούς; Σε παράλληλο χρόνο, εντοπίζονται περιπτώσεις μετακίνησης κατοίκων από κεντρικές γειτονιές προς άλλες με αποτέλεσμα, όσο εξωπραγματικό και αν ακούγεται, στις κεντρικές περιοχές να συντελείται ένας διπλός εξευγενισμός σε μικρότερο βαθμό εισοδηματικός, σε μεγαλύτερο σε επίπεδο κυρίαρχης κουλτούρας επιβεβαιώνοντας έτσι, για άλλη μια φορά την κριτική αυτών που πιστεύουν ότι το μεγαλύτερο και βαθύτερο πρόβλημα της πόλης αφορά την φυλετική περιχαράκωση αλλά και θέτοντας έτσι σε κίνδυνο την πολυπόθητη δημιουργικότητα καθώς αν κάπου φωλιάζει η δημιουργικότητα σίγουρα είναι στην πολυπολιτισμικότητα!

Future City Plan

Αλλά πέρα από το μοίρασμα της πίτας για το κέντρο, τι μέλλει γενέσθαι στην υπόλοιπη πόλη; Σε τι συνίσταται το πολυδιαφημιζόμενο πολεοδομικό πλάνο που τιτλοφορείται ως “Future City Plan“; Περίπου δύο χρόνια προετοιμασίας πήρε στην ομάδα πολεοδόμων για να εκδώσουν την τελική μορφή του στρατηγικού πολεοδομικού πλάνου Detroit Future City το Γενάρη του περασμένου χρόνου-που δυστυχώς έχει κατέβει από την επίσημη σελίδα- ενώ επανέκδοση του αναμένεται εντός του μηνός με κάποια πρώτα μίνι πιλοτικά προγράμματα που απορρέουν από το βασικό κορμό των 347 σελίδων του αρχικού κειμένου. Το όλο εγχείρημα στηρίχτηκε σε μεγάλο βαθμό σε ερωτηματολόγια σε μια προσπάθεια εμπλοκής των κατοίκων για την συγκέντρωση στοιχείων πάνω στις επιθυμίες και το όραμα που μπορεί να έχουν για την πόλη τους. Ως προς αυτό, ιδιαίτερα ενδιαφέροντα μου φάνηκαν τα διαδικτυακά παιχνίδια που έβαζαν τους κατοίκους να παίζουν με σκοπό να συλλέξουν πρωτογενές υλικό ενώ κάποια άλλα μικρά βιντεο-ρεπορτάζ που υποτίθεται ότι και αυτά βοηθούσαν προς αυτήν την κατεύθυνση δεν μου φάνηκαν ιδιαίτερα διαφωτιστικά.

Η βασική ιδέα που διατρέχει όλο το πλάνο είναι η λογική του right-sizing. Πρόκειται για μια δέσμη κατευθύνσεων που αποσκοπούν στη διαμόρφωση ενός σωστού μεγέθους για την πόλη το οποίο είναι σε άμεση εξάρτηση από τον πληθυσμό της ως προς την έκτασή της! Σύμφωνα με αυτήν την πολύ απλή λογική, αν έχουμε μια πόλη που μεγαλώνει σε πληθυσμό θα πρέπει να επεκτείνουμε τις υπάρχουσες υποδομές ανάλογα. Αντίθετα, αν έχουμε μια πόλη που μικραίνει σε πληθυσμό θα πρέπει να δημιουργηθούν αυτές οι συνθήκες έτσι ώστε οι περιοχές με μια ήδη σχετική πυκνότητα να μπορούν να ενισχυθούν με την μετακίνηση κατοίκων προερχόμενους από μη βιώσιμες, αραιοκατοικημένες περιοχές. Και αυτός ακριβώς είναι και ο κεντρικός στόχος για την πόλη του Ντιτρόιτ. Να πυκνώσει η πόλη “καναλιζάροντας” τρόπον τινά, ροές κατοίκων από αραιοκατοικημένες σε πυκνοκατοικημένες περιοχές. Τι γίνεται όμως με αυτόν τον χώρο που περισσεύει;

Για τον περισσευούμενο χώρο δίνεται κυρίως έμφαση σε τρόπους χρήσης γης όπως οι αστικές καλλιέργειες και οι “μπλε υποδομές”. Οι τελευταίες ειδικά, αφορούν τη δημιουργία ανοιχτών δεξαμενών νερού που θα εκμεταλλεύονται το βρόχινο νερό αλλά και το άνοιγμα θαμμένων χειμάρρων και ρυακιών για την διαμόρφωσή τους σε τόπους ψυχαγωγίας και αθλητικές εγκαταστάσεις. Αλλά και αυτό φαίνεται κάπως περίεργο μιας και δεν πάει και πολύς καιρός που η πόλη ήθελε να χαρίσει σε επιχειρηματίες το μικρό νησάκι Μπελ που βρίσκεται στον ποταμό Μίτσιγκαν (το οποίο παρεμπιπτόντως το έχει σχεδιάσει ο Όλμστεντ- ίσως ο πρώτος αρχιτέκτονας τοπίου που έχει σχεδιάσει και το Central Park της Νέας Υόρκης) εξαιτίας της δυσκολίας ανεύρεσης πόρων για τη συντήρησή του.

Πέρα όμως από το “ανθρώπινο μαντάρισμα” του ξεχαρβαλωμένου ιστού της πόλης, κάτι και που λογικά θα πάρει κάποιο χρόνο, σε πρώτη φάση θα μπουν σε εφαρμογή μια σειρά άμεσων δράσεων και θα αφορούν κυρίως τις λεγόμενες carbon buffer zones. Εκτεταμένες φυτεύσεις θα γίνουν σε σημεία όπου μεγάλες λεωφόροι με βαριά κυκλοφορία προκαλούν αισθητή ρύπανση ή εκεί που υπάρχει μεγάλο πρόβλημα συγκράτησης νερών από καταρρακτώδεις βροχές.

Εντούτοις, το μεγαλύτερο μειονέκτημα, σύμφωνα με τους επικριτές του, είναι ότι και πάλι δεν λαμβάνει υπόψη του κοινωνικούς διαχωρισμούς που υπάρχουν στην πόλη καθώς επίσης και τον ρόλο που αυτοί έχουν παίξει στην ιστορία της πόλης. Από την άλλη, στα σοβαρά μειονεκτήματά του συγκαταλέγεται ότι το σχέδιο αυτό είναι αποκομμένο από τα γενικότερα χωροταξικά δεδομένα της πολιτείας του Μίτσιγκαν καθώς επίσης ότι αντιμετωπίζει την πόλη μηχανιστικά τόσο στο κεφάλαιο που αφορά τις “μπλε” υποδομές όσο και εκεί που μιλάει για τις πληθυσμιακές ανακατατάξεις.

Στο επόμενο ποστ, που θα’ ναι και το τελικό για το θέμα του Ντιτρόιτ, θα γίνει μια συνοπτική παρουσίαση δύο ακόμα συνιστωσών ως προς τα πολεοδομικά πράγματα της πόλης. To ποστ θα αφορά αφενός, το φλέγον ζήτημα μετακίνησης στην πόλη  και αφετέρου την εξέλιξη των αστικών καλλιεργειών. Επίσης, θα επισυναφθεί σχετικό αρχείο με τις πηγές.

 

 

 

“Μουσική” Πολεοδομία απ’ το Μάντσεστερ (β μέρος)_Από την Καχυποψία στην Ενορχήστρωση

Αυτή η “δημιουργική, τοπική, νεανική, ρηξικέλευθη και λαϊκή πολιτιστική δραστηριότητα.” όπως την χαρακτήρισε ο Dave Haslem, ανέβασε το προφίλ του Μάντσεστερ, με αποτέλεσμα να μπουν και άλλοι στο χορό της φυσικής αναβάθμισης της πόλης. Όχι κατευθείαν, φυσικά. Τοπικές εταιρίες με χρήματα προς επένδυση, που είχαν αντιληφθεί την απόδοση που θα τους προσέφερε η πόλη δεδομένης της πρωτοποριακής δουλειάς που ήδη είχε γίνει, άρχισαν να επενδύουν χρήματα στο δομημένο περιβάλλον του Μάντσεστερ γύρω στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Πολύ σταδιακά και ανομοιόμορφα το κεφάλαιο άρχισε να επιστρέφει στο κέντρο της πόλης. Παρ’ όλα αυτά, τέτοιου τύπου επενδύσεις, τον καιρό εκείνο, εξακολουθούσαν να είναι η εξαίρεση καθώς το μεγαλύτερο μέρος της πόλης παρέμενε ανέγγιχτο. Από την άλλη, είχε εδραιωθεί στην πόλη ένα καλό “επενδυτικό κλίμα” για την προσέλκυση μεγάλων επενδυτών που σκόπευαν στο κτιριακό απόθεμα του Μάντσεστερ.

Manchester_80s_PicadillyΈτσι, με τη βοήθεια του δήμου του Μάντσεστερ, η στάση του οποίου απέναντι στις ρηξικέλευθες δραστηριότητες, από καχύποπτη εξελίχθηκε σταδιακά σε ενθαρρυντική και υποστηρικτική, ξεκίνησε μία σειρά από μεγάλες επεμβάσεις. Ανανεώθηκαν τα κτίρια που οι όψεις τους βρίσκονταν κατά μήκος των ποταμών οι οποίοι διατρέχουν το Μάντσεστερ και οριοθετούν τους μεγάλους δρόμους μέσα και έξω απ’αυτό. Ανακαινίστηκε το εσωτερικό εργοστασίων και αποθηκών. Οι όψεις τους συχνά διατηρούνταν αλλά το εσωτερικό τους, έπειτα από εκτεταμένη ανακατασκευή, διαμορφωνόταν ως ενιαίος χώρος μεγάλων διαστάσεων που μπορούσε να σπάσει σε μικρότερα διαμερίσματα. Αυτό τους καθιστούσε ιδανικούς για τη δημιουργία επίσημων και ανεπίσημων κλάμπ.

Manchester_80s_AthenaΗ Phoenix Initiative ξεκίνησε να δραστηριοποιείται το ’80 αλλά οι προσπάθειές της για την ανάπλαση του Castelfield σταμάτησαν γρήγορα. Περισσότερο επιτυχημένες ήταν οι προσπάθειες της Αναπτυξιακής Εταιρίας για το Κεντρικό Μάντσεστερ-Central Manchester Development Corporation (CMDC) που δραστηριοποιήθηκε από 1988 έως και το 1996. Είχε το σχεδιαστικό έλεγχο για μια περιοχή 187 εκταρίων (1.870,000 μ2) στο κέντρο της πόλης και σε συνεργασία με τις αντίστοιχες εταιρίες AMEC, Bellway Homes, Bruntwood και Crosby Homes επέβλεψε τη δημιουργία 2,500 οικιστικών μονάδων. Σε άλλες περιοχές της πόλης, πίσω από την Piccadilly και προς τα βόρεια γύρω από την οδό Oldham, το καινούριο “Τμήμα για τις Ειδικές Μελέτες” του δημαρχείου του Μάντσεστερ, με επικεφαλής τον Howard Bernstein, δούλευε απευθείας με ιδιώτες για την ανανέωση των κτηρίων της περιοχής. Μερικά από αυτά χρονολογούνταν από τα χρόνια της βιομηχανικής επανάστασης. Τη δεκαετία του ’90 παρατηρήθηκε μια αξιοσημείωτη αλλαγή στο είδος των κτηματομεσιτών που επένδυαν στην πόλη.

Σταδιακά οι τοπικοί επενδυτές αντικαταστάθηκαν από μεγάλες εταιρίες. Η πρωτοποριακή δουλειά είχε γίνει. Έχοντας την εμπειρία από συνεργασίες όπως με την CMDC, οι πολυεκατομμυριούχες υπερεθνικές εταιρίες είχαν πειστεί ότι οι τοποθετήσεις τους θα ήταν αρκούντως ασφαλείς και αποδοτικές. Ψηλές πολυκατοικίες και πανάκριβα ρετιρέ άρχισαν να φυτρώνουν σαν μανιτάρια. Το Μάντσεστερ απέκτησε το πρώτο ρετιρέ του ενός εκατομμυρίου. Με τις νέες αυτές επενδύσεις ο ορίζοντας του Μάντσεστερ άρχισε επίσης να αλλάζει. Κανένα κτήριο δεν ενσωματώνει καλύτερα τον αέρα των αλλαγών αυτών από το καινούριο ξενοδοχείο Hilton Deansgate του Μάντσεστερ.

401px-Beetham_Tower_from_below

Ο ρόλος της πόλης στη παραγωγή και διατήρηση ενός καλού “επιχειρησιακού κλίματος” αντανακλόνταν επίσης στις αυξημένες προσπάθειες για την διαφήμιση του Μάντσεστερ. Με τη σταδιακή αύξηση των αναπλάσεων στο κέντρο της πόλης, στα τέλη της δεκαετίας του 1990, ο δήμος αποφάσισε ότι υπήρχε ανάγκη για πιο εστιασμένες προσπάθειες προώθησης της πόλης. Ως εκ τούτου, δημιούργησε ένα νέο οργανισμό τον “Marketing Manchester” και λάνσαρε δύο διαφημιστικές εκστρατείες. Οι τοπικές αντιδράσεις ήταν ανάμεικτες. Οι τοπικοί “πολιτιστικοί” επιχειρηματίες που είχαν επενδύσει στο κέντρο κατά τη δεκαετία του 1980 και διατηρούσαν μερίδιο σε κάποια απ’ τα πιο εμβληματικά μπαρ του κέντρου, έμειναν ασυγκίνητοι από τις προσπάθειες αυτές . Δυσαρεστήθηκαν τόσο γιατί δεν ρωτήθηκαν για τις πρωτοβουλίες αυτές, όσο και για τον τρόπο που προβαλλόταν η πόλη στις συγκεκριμένες καμπάνιες, οι οποίες και εγκαταλείφθηκαν έπειτα από πολλούς τσακωμούς. Μόνο έπειτα από τρία ή τέσσερα χρόνια, στις αρχές του 2000, υπήρξε μία ακόμη προσπάθεια να γίνουν κάποιες διαφημιστικές εκστρατείες που να διαλαλούν τα διάφορα πολιτιστικά περιουσιακά στοιχεία του Μάντσεστερ. Πρόσφατα δε, ο Peter Saville -του οποίου η πρώιμη δουλειά κοσμούσε πολλά από τα πρώτα εξώφυλλα της Factory Records- τοποθετήθηκε ως υπεύθυνος στο Πολιτιστικό τμήμα του Δήμου.

Hacienda_Original_Building

Όταν το 1997, ανακοινώθηκε το κλείσιμο της Hacienda o τίτλος της τοπικής εφημερίδας “Manchester Evening News” έγραφε “Τι στράβωσε στην Haçienda;”. Τα ναρκωτικά και οι συμμορίες της πόλης που οργάνωναν τις πωλήσεις τους γύρω της ήταν αδύνατο να κρατηθούν μακριά της. Δεν ήταν φυσικά μόνο η εφημερίδα που έθετε την ερώτηση αυτή. Θαμώνες, αφεντικά τοπικών επιχειρήσεων και άλλοι που ανήκαν στο υπερεθνικό δίκτυο των κλαμπ ήταν εξίσου σαστισμένοι. Αλλά η σκιά της Haçienda απλώθηκε βαριά πάνω στην παγκόσμια κοινότητα των κλαμπ. Το Fac51, παρακλάδι της Factory Records πτώχευσε κι αυτό. Αυτοί που είχαν αναμειχθεί, διαμαρτυρήθηκαν και το αποτέλεσμα ήταν να εκπονηθούν σχέδια για την επαναλειτουργία του πιο διάσημου κλαμπ του Μάντσεστερ. Ωστόσο, οι προσπάθειες αυτές δεν καρποφόρησαν καθώς το κλαμπ δεν ξανάνοιξε. Το 2002 η Haçienda κατεδαφίστηκε από την κτηματομεσιτική Crosby Homes με την άδεια του Δημοτικού συμβουλίου του Μάντσεστερ. Στη θέση της κτίστηκε μια ψηλή πολυκατοικία με πολυτελή οροφοδιαμερίσματα. Η εταιρία χρησιμοποίησε απερίφραστα το όνομα – Haçienda. Όπως το έγραψαν στο site τους:”Η Haçienda, το πάλαι ποτέ πιο κούλ κλαμπ του πλανήτη είναι τώρα μία από τις πρωτοκλασάτες διευθύνσεις κατοικίας.” Είχε διανυθεί μακρύς δρόμος από εκείνο το πρώτο σύνθημα των Σιτουασιονιστών και του τρόπου που αρχικά είχε χρησιμοποιηθεί η ονομασία Haçienda. Από την πρωτοπορία και την πρόκληση στην κοινοτοπία και τον κομφορμισμό.

The_Residential_HaciendaΜε τις ολοένα και μεγαλύτερες αυξήσεις στις τιμές κατοικίας, οι άλλες χρήσεις γης γίνανε λιγότερο επικερδείς. Η ανάπτυξη της κατοικίας επί της ουσίας, μετέβαλε το φυσικό τοπίο της πόλης και κέντρισε τους πολιτικούς να σκεφτούν “έξυπνα” για το μέλλον της πόλης. Και φυσικά δεν συμφώνησαν όλοι με την απόφαση να επιτραπεί η κατεδάφιση της Haçienda χάριν της οικιστικής ανάπτυξης. Κατά την έναρξη της διαφημιστικής εκστρατείας κάποιοι από το κοινό – ίσως πρώην θαμώνες της Haçienda- αποδοκίμασαν με ένα ηχηρό ουουουουου.

Συμπέρασμα

Εκτός της πόλης, η Haçienda καθώς κι άλλα κλαμπ είχαν εμπεδωθεί στη συνείδηση του κόσμου σαν παραδείγματα μιας βαθύτερης αλλαγής στον ψυχισμό του Μάντεστερ και σαν αιτία ενεργοποίησης της πόλης και του πληθυσμού της. Το χορευτικό περιοδικό Mixmag, στο τεύχος του Δεκέμβρη του 2005, έφτιαξε μια λίστα με τα 30 μεγαλύτερα γεγονότα στην ιστορία της κλαμπ κουλτούρας. Το New York Studio 5, το Chicago Loft πάρτι και το Amnesia της Ιμπίζα, ήταν όλα εκεί. Το νούμερο ένα της λίστας ήταν η Haçienda του Μάντσεστερ καθώς και οι disco, funk, hip-hop και house βραδιές της. Το κτήριο μπορεί να μην υπάρχει πια αλλά οι αναμνήσεις εξακολουθούν να είναι ζωντανές. Η “επανάσταση των συναισθημάτων ” όπως χαρακτηριστικά την ονομάζει ο Paul Morley εξακολουθεί να ρίχνει τη σκιά της πάνω στο σύγχρονο Μάντσεστερ. Η φυσική διεκδίκηση του κέντρου της πόλης από τους πρωτοπόρους αναμορφωτές της πόλης (urban pioneers) μπορεί να ήταν μόνο παροδική αλλά οι συνέπειες των δράσεων τους εξακολουθούν να είναι έντονες τόσο μέσα όσο και έξω απ’ την πόλη. Επρόκειτο για μια βαθύτατη πολιτική επανάσταση των δρόμων για τους δρόμους. Επρόκειτο για την διεκδίκηση των κτηρίων και για τον οραματισμό ενός θετικού μέλλοντος όταν οι περισσότεροι κάτοικοι, ο δήμος και οι επενδυτές είχαν εγκαταλείψει τις προσπάθειες. Τελικά όμως, επρόκειτο και για αξίας χρήσης και όχι για ανταλλακτική αξία όπως ο Μαρξ θα έλεγε. Και δυστυχώς, όπως πάλι θα μας έλεγε ο Μαρξ, η ανήσυχη κινητικότητα του καπιταλισμού και η δίψα του να βρει νέες κερδοφόρες δραστηριότητες, σήμαινε ότι ήταν ζήτημα χρόνου, όταν μάλιστα το ρίσκο το είχαν αναλάβει άλλοι, να επιστρέψει και πάλι το κεφάλαιο στο κέντρο της πόλης και να αλλάξει τις κοινωνικές σχέσεις, όπως και έκανε.

The_Hacienda_being_DemolishedΤο κείμενο αυτό είναι ελεύθερη απόδοση ενός κειμένου που έχει γράψει ο πολεοδόμος Kevin Ward με αρχικό τίτλο “Urban Centre Reloaded: Subculture in Manchesters και μπορεί κανείς να το βρει στο βιβλίο: Urban Catalyst: The power of Temporary Use, εκδόσεις Dom.

“Μουσική” Πολεοδομία από το Μάντσεστερ

Joy Division, Happy Mondays, The Smiths και ο Σιτoυασιονιστής Ivan Vladimirovitch Chtcheglov με το δύστροπο επίθετο.

Πρωταγωνιστές της ιστορίας αυτής είναι η Πόλη του Μάντσεστερ καθώς και μια χούφτα ανεξάρτητων μουσικών παραγωγών. Κατά την περίοδο 1980-1997 η σταδιακή ιδιοποίηση εγκαταλελειμμένων κτιρίων στο παρακμασμένο κέντρο της πόλης, από μουσικά γκρούπ και τους ατζέντηδές τους, προκάλεσαν στο Μάντσεστερ μια άνευ προηγουμένου μετάλλαξη. Τα δε απόνερα της αλλαγής αυτής μπορεί κανείς να τα δει να “σκάνε” μέχρι και στο πιο πρόσφατο παρόν της πόλης.

Το 1970, το κεντρικό Μάντσεστερ ήταν ένα ρημαδιό: άδεια κτήρια, σπασμένα παράθυρα, κατεστραμμένες όψεις. Ένα μέρος για όχι πολλά πολλά χασομέρια μιας και οι μύλοι, τα εργοστάσια και οι παρατημένες, άδειες αποθήκες του διαμόρφωναν ένα εντελώς εχθρικό περιβάλλον. Οι περισσότερες επιχειρήσεις είχαν κλείσει ή είχαν μεταφερθεί σε άλλα σημεία εκτός του κέντρου ή και ακόμα πιο μακριά. Μόνο οι πολύ φτωχοί, που δεν είχαν ούτε τη δυνατότητα να μετακομίσουν, είχαν μείνει στο κέντρο της πόλης. Και έτσι, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, στο κέντρο έμεναν μόνο μερικές εκατοντάδες άνθρωποι στοιβαγμένοι σε οικιστικές μονάδες σαν αυτές στην οδό Tibb, απέναντι από την αγορά Smithfield στα βόρεια της πόλης και στην περιοχή που έως και σήμερα είναι γνωστή ως The North Quarter (η Βόρεια Συνοικία). Περπατώντας κανείς στη γύρω περιοχή ήταν αδύνατο να μην εντυπωσιαστεί από την απίστευτη ποσότητα περισσευούμενου χώρου, μέσα, έξω, πίσω και εμπρός από τα κτήρια. Όπως έλεγε χαρακτηριστικά και ο Mike Pickering– ένας από τους ανθρώπους που αναμείχτηκε από τα πρώτα στάδια στην ίδρυση της Factory Records: “Όταν βρήκαμε τον χώρο για την Haçienda, το κομμάτι της πόλης, από την οδό Whitworth μέχρι και την Deansgate ήταν μια πόλη φάντασμα. Καμία από τις καμάρες του σιδηροδρομικού σταθμού δεν χρησιμοποιούνταν για κάτι άλλο εκτός από χώροι στάθμευσης.”

wasteland mancheter

Aπό το 1980 και έπειτα όμως, η οικονομική και πολιτιστική μοίρα του Μάντσεστερ άλλαξε ριζικά. Παλιά κτήρια ανακαινίστηκαν, καινούρια φτιάχτηκαν και οι επενδύσεις είχαν αρχίσει να επιστρέφουν πάλι στην πόλη. Το άνοιγμα της Haçienda το 1982, έκανε κάτι περισσότερο από το να σηματοδοτήσει μια σημαντική στιγμή στην “φυσική αναγέννηση” της πόλης: αντιπροσώπευσε μια πολιτιστική αλλαγή και κάποιοι είδαν ότι το μέλλον της αλλαγής και το όραμά τους γι’ αυτήν θα το μοιράζονταν με τον καιρό, και με άτομα σε πόστα πολιτικής εξουσίας.

H Haçienda: το ξεκίνημα

Η Factory Records- το “σπίτι” μεταξύ άλλων των Joy Division, New Order και των Happy Mondays-δημιουργήθηκε το 1978 και αντιπροσώπευε μια μουσική σκηνή που αναδύθηκε ουσιαστικά μέσα από την περιοχή των Hulmes Crescents. Η συνοικία των Crescents χτίστηκε τη δεκαετία του 60 σαν απάντηση στην αθλιότητα των παρατεταγμένων σπιτιών της βιομηχανικής επανάστασης.  Όμως, ήδη, από το ’70 έδειχνε σημάδια παρακμής και κατάπτωσης γεγονός που οδήγησε και στην τελική της κατεδάφιση στα μέσα του 1990.

Το “Factory” (Εργοστάσιο) ήταν αρχικά το όνομα ενός κλάμπ που άνοιγε μόνο τις Παρασκευές. Η λέξη “Εργοστάσιο” επιλέχθηκε από τους ιδρυτές του, τον Tony Wilson και τον Alan Erasmus, γιατί ενσωμάτωνε τη δημιουργικότητα και τη λογική ενός τόπου όπου θα παράγονταν πράγματα. Επρόκειτο περισσότερο για μια ειρωνική επιλογή καθώς στην πόλη παράγονταν ολοένα και λιγότερα πράγματα μιας και η παραγωγική βάση της πόλης είχε διαβρωθεί. Ο Wilson και ο Erasmus ήθελαν να δημιουργήσουν μουσική αρχικά χρησιμοποιώντας τη μουσική άλλων ανθρώπων με σκοπό να διευθύνουν κάποια κλάμπ. Κατόπιν βέβαια, με τη δημιουργία της δισκογραφικής εταιρίας Factory Records, κατέληξαν να παράγουν και τη δική τους μουσική.

Factory_records

Στην αρχή του ’80 το Μάντσεστερ ήταν πλημμυρισμένο από μουσικές σκηνές. Η τοπική μουσική σκηνή ήταν ζωντανή.  Χαμηλών τόνων μουσικά δρώμενα, ανεπίσημα οργανωμένα  μέσα σε μισογκρεμισμένα κτίρια, άπλωναν τις δραστηριότητες τους σ’ολόκληρη την πόλη. Και όχι ότι δεν υπήρχε πολιτιστική ζωή – αλλά ο Rob Gretton, ο μάνατζερ των Joy Division μαζί με άλλους σαν τον Mike Pickering, Tony Wilson και τον Alan Erasmus ήθελαν κάτι διαφορετικό. Και το ίδιο ήθελαν και οι New Order, η μπάντα που ξεπήδησε από τους Joy Division μετά την αυτοκτονία του Ian Curtis τον Μάιο του 1980. Τα μέλη της ήθελαν έναν χώρο παραστάσεων δικό τους, και έτσι άρχισαν να ψάχνουν για ένα μέρος στο οποίο θα μπορούσαν να πραγματοποιήσουν το όνειρό τους. Η αναζήτηση αυτή κατέληξε σ’ έναν ιδιαίτερα άθλιο χώρο απέναντι από τον Σταθμό Deansgate.

Tο άνοιγμά της μουσικής αυτής σκηνής επιβεβαιώθηκε όταν ο Tony Wilson ανακοίνωσε ότι “η Haçienda πρέπει να κτισθεί” παραπέμποντας σε ένα σύνθημα του 1953 από τον Σιτουασιονιστή Ivan Chtcheglov. Στο κτήριο έγιναν αρκετές δομικές αλλαγές. Οι κολώνες στην πίστα, για παράδειγμα, έμοιαζαν να ενσωματώνουν ακριβώς ό,τι μπορεί να σήμαινε η όλη κίνηση. Όπως εξηγούσε ο Ben Kelly, επικεφαλής του σχεδιασμού της Haçienda  “…η εικονογραφία έχει να κάνει με τις ρίγες στις κολώνες…ήταν δομικές, βιομηχανικές, ήταν καταπληκτικές και έπρεπε να κάνουμε κάτι μ’ αυτές. Με τον ίδιο τρόπο που θα είχες τη σήμανση κινδύνου σ’ ένα εργοστάσιο που θα παρήγαγε προϊόντα- θελήσαμε να βάλουμε τα σημάδια κινδύνου πάνω στις κολώνες.”

hacienda_interior

Τον πρώτο χρόνο που η Haçienda λειτούργησε σαν ντίσκο είχε ελάχιστα μέλη και ίσα που κατάφερε να επιβιώσει. Όταν κατά τον πρώτο χρόνο, κάποιος γινόταν μέλος, σε αντάλλαγμα λάμβανε μια στιλάτη εγχάρακτη κάρτα μέλους και άνηκε σε μια ήσυχη μειοψηφία. Μετά ωστόσο, από τον πρώτο έτος, τα μέλη της άρχισαν να αυξάνονται.  τώρα το κλαμπ το “έκλειναν” περισσότερες μπάντες, ενώ αυτό δεν ήταν πια μόνο ντίσκο αλλά και μουσική σκηνή για συναυλίες. Καλλιτέχνες όπως οι ABC, ACR, Heaven 17 και οι Thompson Twins έπαιξαν στο χώρο αυτό τα πρώτα χρόνια . Και σιγά σιγά το κλάμπ άρχισε να απογειώνεται, καθώς η μουσική που παιζόταν -που έτσι και αλλιώς ήταν εκλεκτική- διαφοροποιήθηκε ακόμα περισσότερο για να συμπεριλάβει βραδιές ραπ και σόουλ τις Παρασκευές κατά τις “Γυμνές Νύχτες”. Η Haçienda γινόταν σταδιακά μέρος μιας φωναχτής πλειοψηφίας, παρόλα αυτά, το μέλλον της εξακολουθούσε να είναι επισφαλές μέχρι τη στιγμή που οι ιδιοκτήτες της στάθηκαν τυχεροί. Το Blue Monday Των New Order χτύπησε ρεκόρ στα μουσικά τσάρτ και πούλησε δισεκατομμύρια δίσκους παγκοσμίως ισοφαρίζοντας έτσι τις αρχικές απώλειες του κλάμπ.

Φυσικά πέρα από τη Haçienda υπήρχαν και άλλοι μουσικοί χώροι στο Μάντσεστερ. Κλάμπ όπως το Berlins, Home, Sankey’s Shop και το Broadwalk ήταν σημαντικά κομμάτια στο αναδυόμενο πάζλ των κλάμπ της πόλης και γύρω απ’ αυτά τα μέρη αναπτύχθηκε μια “τοπική βιομηχανία”. Κάποιοι απ’αυτούς τους χώρους προηγήθηκαν της Haçienda ενώ άλλοι καθιερώθηκαν βάσει της δική της επιτυχία. Μουσικοί, καλλιτέχνες, Djs, δημοσιοσχετίστες, μάνατζερς, πορτιέρηδες: όλοι έπαιζαν έναν ρόλο σε έναν τοπικό καταμερισμό εργασίας πολιτιστικού περιεχομένου. Οι μουσικοί χρειάζονταν μέρη για πρόβες για να δίνουν παραστάσεις. Η μουσική που παραγόταν χρειαζόταν να προωθηθεί. Οι μπάντες χρειάζονταν μανατζάρισμα. Τα φλάιερς χρειαζόταν να σχεδιαστούν. Οι Dj και οι κλάμπερς χρειάζονταν να αγοράσουν από κάπου τα ρούχα τους. Και όλες αυτές οι δραστηριότητες απαιτούσαν χώρο που, τον καιρό εκείνο, υπήρχε σε αφθονία στο κέντρο του Μάντσεστερ. Παράλληλα, η καθιερωμένη αλλά underground γκέυ κοινότητα συνέχιζε να ακμάζει παρά την υποκριτική στάση της επίσημης πόλης η οποία παρίστάνε πως οι gay δεν υπήρχαν. Αυτά βέβαια συνέβαιναν πριν γίνουν αντιληπτά η δύναμη της “ροζ λύρας” και το ότι μερικές περιοχές του κέντρου, που παραδοσιακά θεωρούνταν σαν γκέυ περιοχές, μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σαν μέρη μιας ευρύτερης προσπάθειας αναμόρφωσης του κέντρου και μετατροπής του σ’ ένα μεγάλο πάρκο διασκέδασης. Ωστόσο, και ο πληθυσμός του Μάντσεστερ άλλαζε: βιομηχανίες είχαν αρχίσει να κάνουν την εμφάνισή τους γύρω από τους μετανάστες που είχαν έρθει στην πόλη τις δεκαετίες του 50 και του 60 και νέες οικονομίες αναδύονταν για να καλύψουν τις ανάγκες των νέων αυτών πληθυσμών.

lp-vinil-the-smiths-rank-capa-dupla_MLB-F-3254577213_102012

Σ’όλη την πόλη διάφορες σιδηροδρομικές καμάρες, μύλοι και αποθήκες υπέστησαν μετατροπές. Σταδιακά, λωρίδες “φυσικών υπενθυμίσεων”  του βιομηχανικού παρελθόντος του Μάντσεστερ μετατρέπονταν σε σημάδια του μέλλοντός του. Αυτός ο μετασχηματισμός του κτισμένου περιβάλλοντος συνεχίστηκε αμείωτος μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του 90 και τις αρχές του 21ου πρώτου αιώνα. Το 1983, όταν οι Smiths πόζαραν για μία από τις πρώτες τους φωτογραφήσεις στον Greater Manchester Central Station ήταν κανείς δύσκολο να πιστέψει ότι πριν ακριβώς μια δεκαετία ήταν μια ακμάζουσα εταιρία. Ακόμα πιο δύσκολο όμως ήταν να πιστέψει κανείς, δεδομένης της άθλιας κατάστασης του κτιρίου την εποχή εκείνη, ότι o ίδιος ο σταθμός θα ξαναγεννιόταν σαν GMEX – και θα εξελισσόταν σε μία σκηνή από την οποία έχουν περάσει τα καλύτερα ονόματα της χορευτικής και ρόκ μουσικής για να παίξουν μπροστά σε στοιβαγμένα πλήθη, ένα μέρος στο οποίο θα εμφανίζονταν τα μεγαλύτερα ονόματα της λεγόμενης “χορευτικής επανάστασης”.

Ακολουθεί δεύτερο και τελικό μέρος.

Το κείμενο αυτό είναι ελεύθερη απόδοση ενός κειμένου που έχει γράψει ο πολεοδόμος Kevin Ward με αρχικό τίτλο “Urban Centre Reloaded: Subculture in Manchesters και μπορεί κανείς να το βρει στο βιβλίο: Urban Catalyst: The power of Temporary Use, εκδόσεις Dom.

χάρτης, εικόνες και βίντεο  προστέθηκαν για τον καλύτερο “προσανατολισμό” του αναγνώστη

%d bloggers like this: