Tag Archive | σχεδιασμός

Ταξιδεύοντας στη Νέα Υόρκη (Μέρος Α)

Πόσες φορές έχετε αναρωτηθεί σε κάποιο ταξίδι σας «θα μπορούσα να μένω εδώ;»

Μετά από αυτή τη στιγμή ακολουθούν συνήθως μερικά λεπτά σκέψης. Μερικά μαγικά λεπτά.

Βλέπεις τον εαυτό σου σε τρίτο πρόσωπο να δουλεύει σε εκείνο το κτίριο, να παίρνει το τάδε τραμ/μετρό/λεωφορείο για να πηγαίνει σπίτι, να ψωνίζει σε αυτό το μάρκετ, να κάνει εκείνο το μικρό café στέκι του, να τρώει τις Κυριακές brunch σε εκείνο το γωνιακό, και να κάνει τις βόλτες του σε αυτή την παραλιακή/παραποτάμια διαδρομή ή σε εκείνο το καταπράσινο πάρκο.

Ολοκληρώνοντας τη φαντασιακή αυτή σκέψη αποζητάς το συμπέρασμα.

Θα μπορούσες εντέλει να μένεις εδώ;

Πέρα από τις προτιμήσεις του καθένα μας −να είναι κάπου όπου να μην κάνει υπερβολικό κρύο το χειμώνα, να είναι κοντά στην Ελλάδα, να μπορεί να συντηρεί ένα σπίτι μόνος του, να του προσφέρεται εργασία με προοπτική εξέλιξης, να είναι κάπου όπου να έχει ήδη φίλους κλπ− η αίσθηση οικειότητας είναι ένα χαρακτηριστικό που αδιαμφισβήτητα απογειώνει μια πόλη του εξωτερικού στις προτιμήσεις μας. Η ελευθερία στην κίνηση, όταν αισθάνεσαι δηλαδή να κυκλοφορείς στους δρόμους χωρίς ένα συνεχές αίσθημα «τουρίστα», πηγάζει από την οικειότητα που αισθάνεσαι με την αρχιτεκτονική και πολεοδομία της πόλης, το δίκτυο των μέσων μαζικής μεταφοράς της, τη γλώσσα και φυσικά τους ανθρώπους που μένουν εκεί.

Ταξιδεύοντας πρόσφατα στη μοναδική Νέα Υόρκη, η οικειότητα ήταν το πρώτο αίσθημα που μου δημιουργήθηκε. Παράλογο σκέφτηκα. Πρόκειται για μια τόσο διαφορετική πόλη, με πανύψηλα κτίρια, τεράστια οικοδομικά τετράγωνα, διαφορετικά υλικά και στυλ αρχιτεκτονικής, μια πόλη αχανής και απίστευτα πυκνοκατοικημένη.

Αυτή η διαφορά στην κλίμακα της αρχιτεκτονικής περίμενα να μου δημιουργήσει μια συνεχή αίσθηση «θεατή». Τι ήταν λοιπόν αυτό που έκανε την ανατροπή; Η απάντηση προέκυψε δυο τρεις μέρες πριν από την αποχώρησή μας, όταν περπατώντας, συνειδητοποιήσαμε πόσο στενοί ήταν οι δρόμοι (στενοί σε σχέση με την πλειονότητα των κτιρίων, η κορυφογραμμή των οποίων εξισωνόταν περίπου με το επίπεδο των σύννεφων). Δεν είχες να αντιμετωπίσεις λεωφόρους και δαιδαλώδεις σημάνσεις. Όταν λοιπόν κατάφερνες να ξεπεράσεις τη σχεδόν αντανακλαστική τάση σου να γυρνάς εντυπωσιασμένος το κεφάλι σου προς τα πάνω, αλλά απλώς κυκλοφορούσες στους δρόμους, περνούσες τα άσπρα φανάρια, μπαινοέβγαινες στο μετρό, χάζευες τις βιτρίνες, έτρωγες από τη μοσχομυριστή καντίνα μαζί με γιάπηδες και καθόσουν στις πεντακάθαρες πλατείες, αισθανόσουν μέρος αυτού. Η πόλη σε κέρδιζε, σε έκανε δικό της.

Ταξίδι στη Νέα Υόρκη

Ταξίδι στη Νέα Υόρκη(Συνεχίζεται…)

Advertisements

Πλατεία Κολωνακίου

ή «Η ποίηση που διαβάζεται σ’ έναν ιδιωτικό κήπο βίλας»

Ξαναδιαβάζοντας πρόσφατα κάποια αποσπάσματα από το Κουτσό του Χ. Κορτάσαρ θυμήθηκα πάλι πώς αυτός ο συγγραφέας σε μαθαίνει να διαβάζεις την πόλη μέσα από την τέχνη της άσκοπης βόλτας υπό τους ρυθμούς της τζαζ − της μουσικής που τόσο αγαπούσε: «Περπατάμε χωρίς ο ένας να ψάχνει τον άλλον αλλά γνωρίζοντας ότι περπατάμε για να βρεθούμε». Η πόλη του Κουτσού είναι βέβαια το Παρίσι του 1950, η πόλη των δικών μου περιπλανήσεων είναι η Αθήνα του 2015.

Cortazar

Πολύ συχνά και ανάλογα πάντα βέβαια με την παρέα και τη διάθεση καταλήγω να κόβω βόλτες μεταξύ πλατείας Κολωνακίου και πλατείας Εξαρχείων. Όσο δε ο διαθέσιμος χρόνος αυξάνεται τόσο μεγαλώνουν οι ομόκεντροι κύκλοι ή τα πρωτότυπα ζιγκ ζαγκ μέχρι να ανακαλύψω κάτι ή να κουραστώ/ούμε. Κάθε φορά πάντως που περνάω από την πλατεία Κολωνακίου, και αυτό είναι συνήθως βράδυ σκέφτομαι πόσο με τραβάει ο σχεδιασμός της. Χαζεύω τον νερένιο τοίχο της και αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατόν εκεί πριν να ήταν δημόσια ουρητήρια! Ανεβαίνω με δυσκολία, η αλήθεια είναι, αλλά και χαρά στο μικρό λαβυρινθώδες λοφάκι που σχηματίζεται από αραιά τοποθετημένους κυβόλιθους, συνειδητά αγνοώντας το γεγονός ότι είτε η κλίμακα αυτή δεν είναι για μένα είτε δεν ήταν για την πλατεία. Παρατηρώ ακόμα τις λεπτομέρειες στα εμφανή μπετό, το ωραίο στέγαστρο που έχει μπλεχτεί με τα δεντράκια, τα φώτα της που φέγγουν διακριτικά. Μόνο το γεφυράκι ξεφεύγει από την προσωπική μου ανάγνωση αλλά και γι’ αυτό μπορώ να δεχτώ ότι ίσως εξυπηρετεί έναν διαφορετικό σκοπό, μια μικρο-μεγάλη Αλίκη, ίσως.  Άλλωστε, δεν είναι ανάγκη να κατανοούμε τα πάντα σ’ ένα ποίημα. Γιατί για μένα ο σχεδιασμός της πλατείας αυτής διαβάζεται σαν ένα γρήγορο ποίημα πόλης.

Κατά βάθος όμως, η πλατεία αυτή μου αφήνει πάντα μια μελαγχολία. Και αυτό γιατί συμβαίνει συνήθως να είναι ολιγοσύχναστη, σαν έναν πολύ ωραίο κήπο ιδιωτικής βίλας που μόνο λίγοι μπορούν να την επισκεφτούν και αυτοί ένας ένας, άντε το πολύ δύο δύο. Σαν μια πλατεία ιδιωτική που έχει σχεδιαστεί για να ικανοποιεί απόλυτα την ανάγκη της ιδιωτικότητας. Σαν μια πλατεία που δεν θα μπορέσεις ποτέ να δεις έναν άστεγο και αν τον δεις μάλλον θα είναι είδηση. Σαν μια πλατεία που δεν θα μπορέσει κανείς να παρεκτραπεί ούτε στο ελάχιστο. Πράγματι, ένα περίεργο είδος πλατείας. Σκέφτομαι δε ακόμα ότι ειδικά τα βράδια είναι σαν να την κλειδώνει κάποιος μ’ ένα μεγάλο αόρατο κλειδί. Ποιος ή ποιοι άραγε;

Αλλά και πάλι, δύσκολα θα μπορούσε να σχεδιαστεί μια πιο πετυχημένη πλατεία για τη συγκεκριμένη γειτονιά, λαμβάνοντας υπόψη ακόμα και τις όποιες αντιρρήσεις είχαν τότε (2004) διατυπωθεί.

Και καταλήγω φυσικά να σκέφτομαι τις συνθήκες…

Μήπως τον αρχιτέκτονα οι συνθήκες αυτές που παράγουν τόσες κραυγαλέες αντιφάσεις τον ξεπερνούν; Μήπως ο ποιητής ξαφνικά ακούει το καλό του ποίημα να απαγγέλεται στον θαυμαστό κήπο των λίγων με σκοπό να ακουστεί από λίγους; Κάποια στιγμή πάντως, θα πρέπει να μιλήσουμε και γι’ αυτές τις συνθήκες συλλογικά. Μέχρι τότε όμως, τι κάνουμε; Ποιες αντιφάσεις πρέπει να χωνέψουμε και ποιες όχι; Ιδού η απορία!

 

Υπ. Θυμάμαι πάντως πώς ήταν και πριν την ανάπλαση. Ήταν λίγο σαν μια μικρή ζούγκλα στο κέντρο της Αθήνας, με περισσότερο χώμα η αλήθεια είναι απ’ όσο τώρα. Το πράσινο κατέκλυζε τον χώρο της άναρχα και όταν τη διέσχιζα θυμάμαι από την οδό Πατριάρχου Ιωακείμ για να πάω συνήθως στο Βρετανικό Συμβούλιο ένιωθα σαν να χωνόμουν σε έναν υπερμεγέθη θάμνο. Φωτογραφία πάντως της πλατείας δε βάζω. Μήπως και σας κεντρίσω το ενδιαφέρον να πάτε όσοι έχετε λίγο καιρό και να τη «διαβάσετε». Και για όσους δεν έχουν χρόνο για πραγματικές περιπλανήσεις προτείνω το Κουτσό. Μάλιστα διαβάζεται και αποσπασματικά, όπως άλλωστε και οι πόλεις μας.

Καλή  Άνοιξη να έχουμε

 

 

 

Π, σαν να λέμε Παιδιά, Πόλεις, Παιχνίδι

Didier_Faustino

Σε πολλές μικρές και ασήμαντες συμπτώσεις μαζί, υποθέτω ότι οφείλεται το πόστ αυτό. Από τη μία το ξεκίνημα  της νέας σχολικής χρονιάς, από την άλλη ένα απογραμμάτιστο καλοκαιρινό πέρασμα από την ολοκαίνουρια (και πραγματικά) καταπληκτική (εκτός από τον κάπως υπερβολικό λευκό φωτισμό της) μίνι-παιδική χαρά στην Ακρόπολη κάτω από τη Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Τέλος, το τυχαίο ιντερνετικό “πέσιμο” πάνω σε μία έκθεση στο μουσείο Reina Sofia της Μαδρίτης, αφιερωμένη στους παιχνιδότοπους (που έχει ξεκινήσει εδώ και αρκετό καιρό και λήγει στις 22 /09).

Το συλλογικό παιχνίδι στην πόλη, στο χωριό, στο πάρκο, στην πλατεία, στους δρόμους, στις αλάνες, στη μάθηση, στη δουλειά (θυμήσου τα γραφεία της Γκούγκλ.. ναι, το ξέρω ότι είναι εξαίρεση), στις διακοπές με τους φίλους, τ’ αδέρφια μας, τους συμφοιτητές μας και τους συναδέλφους μας, το παιχνίδι για μικρούς και  μεγάλους και για ακόμα μεγαλύτερους μοιάζει ν’ αντανακλά, για όσο διαρκεί και σε συμπυκνωμένη μορφή, ένα είδος κοινωνικής ουτοπίας. Μιλώντας για παιχνίδι σκεφτόμαστε αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες, ευγενή άμιλλα, επιβράβευση, δυνατές συγκινήσεις, συλλογική προσπάθεια, όπου οι διαφορετικές δεξιότητες του καθένα μετράνε ισότιμα, και τόσα άλλα με πολλαπλά θετικά οφέλη για τον ψυχισμό των συμμετεχόντων και την κοινωνική εξέλιξη γενικώς.

boys_Francesc Catalá-Roca

Και πόσο εντυπωσιακό που το λάστιχο το παίζουν ακόμα τα κορίτσια! Ένα παιχνίδι που φτιάχνεται από το τίποτα (ναι, ναι, και τόσα άλλα, τιποτένια παιχνίδια πολύ παλιότερα από το λάστιχο). Η μπάλα (μια φουσκωτή σφαίρα που σκάει πάνω-κάτω στην τελική, που δεν χρειάζεται να είναι και η μπραζούκα) ασκεί τόσο καίρια επιρροή στους αγορίστικους εγκεφάλους παντού στον κόσμο (και όχι μόνο, αλλά κυρίως σ’ αυτούς). Τι να λέμε τώρα, τα αυτονόητα; Και πόσο τέλειο είναι το παιχνίδι εκτός σπιτιού, κάτω από τον ουρανό! Όταν η πόλη ή το χωριό γίνεται η αρένα της φαντασίας, το ταμπλό των συν-κινήσεων. Και χωρίς πολλά πολλά, σε δύο κάγκελα μορφής Π, δυο κορίτσια, σαν κι αυτά της φωτογραφίας, μπορούν να δουν αρκετή ώρα τον κόσμο ανάποδα. Στις γραμμές του πλακόστρωτου που μπορεί να ορίζει άθελά της μια πλατεία, κάποιοι μικρότεροί μας βλέπουν σαφώς δύο τέρματα και μια γενναία γραμμή να υποδιαιρεί χώρο και ομάδες. Στο ελάχιστο πρανές που μπορεί να σχηματίζεται γύρω από μια κουτσουπιά, κάποιοι άλλοι, πάλι, γνωστοί μας μπορούν να “δουν” ένα άυλο μονόστυλο σπίτι με μια φουντωτή μωβ στέγη.

playgrounds_ΠΜετά, περνάει κανείς έξω από τις κλασικές ελληνικές παιδικές χαρές με την περίφραξη και την είσοδο που κλειδώνει με λουκέτο (ακόμα και όταν βρίσκονται εντός των πάρκων έχουν περίφραξη και λουκέτο), με τα προκατασκευασμένα σύνθετα παιχνίδια τους, σαν ένα γιγαντιαίο τρισδιάστατο κόπι πέιστ που έχει σαρώσει όλους τους παιχνιδότοπους της χώρας. Και αναρωτιέται: “Μα πόσο κινδυνεύουμε επιτέλους; Διότι περιφραγμένες τις βλέπουμε και σε νησιά και σε χωριά”! Και αυτό το απαιτούν οι γονείς, για να έχουν το κεφάλι τους ήσυχο. Λες και όταν έχεις παιδιά, μπορείς να έχεις το κεφάλι σου ήσυχο.

Στο Άμστερνταμ, (εντάξει, ορθά θα σκεφτείτε, η Ολλανδία είναι ίσως η πιο προωθημένη χώρα στην υφήλιο σε θέματα παιχνιδότοπων, με μακρύ παρελθόν στον τομέα αυτό) είχα μείνει έκπληκτη που εκμεταλλεύονταν κάθε ελεύθερο τετραγωνικό της πόλης, για να “χώσουν” έστω και μια τσουλήθρα ή ένα προκάτ πολυ-παιχνίδι.  Χωρίς όμως καμία περίφραξη και σε σημεία που ήταν εντελώς έκθετα στην κίνηση των αυτοκινήτων, εκτός από δυο-τρία τετραγωνικά μέτρα φτιαγμένα από αυτό το ειδικό μαλακό δάπεδο, το οποίο όλο και κάπου θα έχει πάρει και το δικό σου μάτι ακόμα και εκείνου που δε θέλει να ξέρει τίποτα για παιδιά. Και πώς είναι δυνατόν να μην θαυμάσεις την ευφάνταστη Wikado παιδική χαρά με πτερύγια από παλιές ανεμογεννήτριες των SuperUse Studio στο Ρόττερνταμ; Αφού ο σχεδιασμός  είναι τόσο πια διεθνοποιημένος, γιατί δεν μπορούμε να αντιγράψουμε σωστά κάτι ωραίο; Πόσο μάλλον, όταν σε λίγα χρόνια αναμένεται να γεμίσουν τα νησιά με τερατώδη αιολικά πάρκα. Αλλά και πάλι, σχεδιαστές και ιδέες υπάρχουν. Μάλλον το μέσο γούστο για το δημόσιο χώρο και για το χώρο γενικώς είναι πολύ, πολύ χαμηλό σε σύγκριση, ας πούμε, με αυτό της Ολλανδίας.

Και όταν επιτέλους γίνει μια παιδική χαρά, με τον τρόπο που συνήθως γίνονται, πώς συντηρείται στην πορεία; Ο Καλλικράτης αποδεικνύεται ολέθριος για τους μικρότερους απομακρυσμένους τόπους. Φέτος το καλοκαίρι, στον Πόρο της Κεφαλονιάς, όταν ρωτήθηκαν οι κάτοικοι γιατί δεν αντικαθιστούν τα σπασμένα παιχνίδια της μοναδικής παιδικής χαράς που υπάρχει στο χωριό, η απάντησή τους ήταν: “Ποιός να τρέχει τώρα στο Αργοστόλι”; Τα παιχνίδια μετά από λίγο καιρό μπαίνουν σε αχρηστία (ειδικά εκεί όπου οι καιρικές συνθήκες είναι έντονα διαβρωτικές) και αυτό δεν είναι κάτι καινούριο.

playgrounds_reina Sofía_exhibition

Και μη μιλήσουμε για τον πολιτικό χαρακτήρα που μπορεί να έχει η τοποθέτηση μιας παιδικής χαράς σ’ ένα δημόσιο χώρο που παραπαίει. Υπενθυμίζω μόνο την κίνηση των κατοίκων των Εξαρχείων που πριν κανα δύο χρόνια, αποφάσισαν να διεκδικήσουν μέρος της πλατείας απ’ αυτήν την ασταθώς κινούμενη μάζα συνανθρώπων μας που αντικρύζοντάς την σε θλίβει και σε κάνει να ντρέπεσαι που λέγεσαι πολίτης. Ήταν αυτοί που τοποθέτησαν στην πλατεία παιχνίδια και, αν θυμάμαι καλά, τραπέζια του πινγκ-πονγκ∙ όλα έγιναν σχετικά γρήγορα και αθόρυβα. Τελικά όλη αυτή η κινητοποίηση έδειξε ότι υπάρχουν πολλοί τρόποι να κάνεις τα πράγματα να λειτουργήσουν.  Ούτε βέβαια αυτή η πρακτική είναι καινούρια. Πριν μερικές δεκαετίες (1968), οι κάτοικοι μιας υποβαθμισμένης περιοχής, στην όχι και τόσο μακρινή Κοπεγχάγη, έστειλαν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο το μήνυμα για περισσότερους δημόσιους χώρους αφιερωμένους στο παιχνίδι, όπως μας δείχνει και μια φωτογραφία της έκθεσης “Playgrounds. Reinventing the square, 2014” που αφιερώνει το Reina Sofía στο δημόσιο χώρο, ως τόπο παιχνιδιού.

Καλό Φθινόπωρο

 

 

 

Πλατεία πάνω από την θάλασσα

stakalakis3

Σήμερα θα σας παρουσιάσω ένα μικρό πλατεάκι. Την «πλατεία πάνω από την θάλασσα», στην Σητεία της Κρήτη. Αυτό το πλατεάκι δεν είναι ένας κεντρικός δημόσιος χώρος, με μεγάλη ιστορία και σημαντική θέση, όπως αυτός που σας έδειξα άλλη φορά εδώ, αλλά ένας καινούργιος δημόσιος χώρος. Ο μικρός αυτός χώρος 450 m², βρίσκεται στην άκρη του λιμανιού, εκεί που αρχίζει ο λιμενοβραχίονας και ολοκληρώθηκε το 1994 σε σχέδια του αρχιτέκτονα Δ. Τσακαλάκη.

tsakalakis1

Πριν μερικές μέρες άκουγα έναν καθηγητή να μιλάει για την κρίση και την πόλη, επαναλαμβάνοντας κάποιες ωραίες φράσεις από αυτές που συνηθίζει να λέει και στην σχολή. Όμως λίγο η επανάληψη, λίγο ότι περίμενα να ακούσω κάτι πιο συγκεκριμένο για τη κρίση και τη πόλη,  άφησα τα λόγια του να παίζουν στο μπαγκράουντ και σκεφτόμουνα πόσο διαφορετική αντίληψη για τον δημόσιο χώρο κυριάρχησε στις προηγούμενες γενιές, οι οποίες ασχολήθηκαν κατά αποκλειστικότητα με ιδιωτικά έργα και πολυκατοικίες. Αυτός είναι ίσως και ο λόγος που σε αυτή την περίοδο, δεν υπάρχει κάποιο αξιόλογο παράδειγμα κεντρικού δημόσιου χώρου, μπορούμε όμως να βρούμε κάποια ωραία παραδειγματάκια πιο «έκκεντρα», σαν μια άλλη άποψη, ξένη ως προς την κυρίαρχη της εποχής που διαμόρφωνε τις κεντρικές περιοχές.

Για να αναφερθώ λίγο περισσότερο σε αυτό το χάσμα γενεών έτσι όπως το έχω αντιληφτεί, νομίζω ότι το ερώτημα που δίχασε την ελληνική κοινωνία το Δεκέμβρη του ’08 ήταν το -τι κάνει ένα παιδί σε ένα πεζόδρομο στο κέντρο της πόλης;- Για όλους αυτούς που μεγάλωσαν με την αγωνία να αποκτήσουν ένα διαμέρισμα ή μια πολυκατοικία για να μπορούν να έχουν μετά την άνεση να πάνε σε ένα ωραίο καφέ ή εστιατόριο και να επιβεβαιώσουν έτσι την επιτυχία τους, το να αράζεις σε ένα πεζόδρομο είναι τελείως ακατανόητο, ειδικά όταν δεν το κάνεις από ανέχεια αλλά από επιλογή. Όμως σίγουρα οι αγωνίες τους ήταν διαφορετικές από τις αγωνίες των παιδιών τους. Ένα από τα συνθήματα που μου έμεινε από το Δεκέμβρη του ’08 ήταν το –Μην ρίχνετε δακρυγόνα εμείς κλαίμε και μόνοι μας- αλλά και το –Κατάθλιψη τέλος, Ζωή μαγική-.

«Η πλατεία πάνω από την θάλασσα» στηρίζεται σε κάποιες αξίες που έρχονται σε ρίξει με τις αξίες που ανέδειξε η υπεραξία της κεντρικότητας και είναι τέτοια η ρήξη που προσωπικά νιώθω μια μελαγχολία όταν την βλέπω. –Ένα δημόσιο καθιστικό… όπου θα μπορεί να καθίσει κάποιος και να απολαύσει τη θέα της θάλασσας και του τοπίου, να παρατηρήσει τη πόλη από την άλλη πλευρά, ή κάποιο γεγονός που μπορεί να συμβεί στο αρκετό, διαμορφωμένο πλέον, κενό της πλατείας.

Ο σχεδιασμός αναδεικνύει αυτό το βλέμμα προς την θάλασσα και την πόλη όχι μόνο με την παγκάδα αλλά και με την μικρή τεχνητή ανύψωση της όπως και με την επιλογή του υλικού (γκρι ασβεστόλιθος της περιοχής και λευκός πωρόλιθος που προέρχεται από οργανικό ίζημα της περιοχής με απολιθώματα κοχυλιών και οστράκων, μορφές που προέρχονται από τη θάλασσα). Επίσης έχει και μια κρήνη, να πίνεις νερό χωρίς να πληρώνεις;

Πως θα μπορούσε αυτό το εκλεπτυσμένο όραμα για έναν χώρο δημόσιο να αντιπαλέψει την ιδιώτευση. Πώς θα μπορούσε η παγκάδα ως ένα δημόσιο καθιστικό, όχι μόνο λόγο του υλικού του αλλά και της δυνατότητα να κάτσεις δίπλα στον άλλον, να αντιπαλέψει τη πολυθρόνα του καφέ. Πως θα μπορούσε η θέαση έτσι όπως τη περιγράφει ο αρχιτέκτονας και λειτουργεί ως μια διαδικασία νοητικής όξυνσης να αντιπαλέψει τη “γλυκιά” άμβλυνση που προκαλεί το αστικό θέαμα.

Ίσως και να μην μπορούσε να αντιπαλέψει κάτι από αυτά…

Το άλλο νέο που θέλω να σας πω είναι οτι πλέον υπάρχει και στην Ελλάδα το streetview και αυτό θα μας βοηθήσει να δούμε την πλατεία έτσι όπως είναι σήμερα, γιατί όσο και αν έψαξα δεν βρήκα καμία φωτογραφία, πέρα από αυτές που ο ίδιος ο αρχιτέκτονας έχει δημοσιεύσει. Έτσι ίσως να μπορέσουμε να απαντήσουμε στα προηγούμενα ερωτήματα μας.

tsakalakis4

Όλα αυτά μου ήρθαν στο μυαλό με μια περίεργη αλληλουχία σήμερα όταν διάβαζα για τις απολυμένες καθαρίστριες. Κοίτα που είναι προτιμότερο να τις απολύει το κράτος και να τις επαναπροσλαμβάνει μέσα από ιδιωτικές εταιρίες, γιατί δεν γίνεστε επιχειρηματίες τώρα που σας απολύσαμε; Το ανίκανο κράτος, η ιδιώτευση, οι ιδιωτικοποιήσεις στα πάντα, οι πολυκατοικιούλες μας και ο δημόσιος χώρος ίσως να έχουν μια σχέση τελικά μεταξύ τους.

stakalakis2

%d bloggers like this: