Tag Archive | πόλη

Τα αδιέξοδα της Αθήνας

Σας αρέσουν τα αδιέξοδα δρομάκια της Αθήνας; Η αλήθεια είναι ότι δεν περιμένω να σας αρέσουν. Ειδικά αν προτιμάτε κι εσείς το αυτοκίνητό σας από τα ΜΜΜ ή άλλους τρόπους μεταφοράς, μάλλον δεν θα σας αρέσει καθόλου η ιδέα να μένετε σε αδιέξοδο − μια καθημερινή αγωνία αυτό το παρκάρισμα και ξεπαρκάρισμα.

Τα αδιέξοδα της Αθήνας δημιουργήθηκαν κυρίως για να αυξήσουν τον οικοδομήσιμο όγκο μεγάλων τετραγώνων. Ένα αδιέξοδο μέσα σ’ ένα μεγάλο οικοδομικό τετράγωνο αυτόματα σημαίνει μεγαλύτερο μήκος όψεων. Τα αδιέξοδα όμως είχαν μπει στο μάτι μιας κριτικής που τα συσχέτιζε με την εγκληματικότητα και την ανασφάλεια. Μια κριτική που έλεγε πως οι δρόμοι με χαμηλή ροϊκότητα είναι δρόμοι προβληματικοί…

Μερικές φορές σκέφτομαι ότι το καινούριο φαντασιακό φτιάχνεται με τα ερείπια του φαντασιακού που καταρρέει ή τουλάχιστον όσο προσπαθώ να ονειρευτώ μια καλύτερη Αθήνα αυτή είναι φτιαγμένη από επαναχρησιμοποιημένα σκουπίδια της.

Λίγο που έχουν λιγοστέψει τα αυτοκίνητα, λίγο το φαντασιακό που αλλάζει, η Αθήνα έχει αρχίσει ν’ αποκτά κάποια καταπληκτικά αδιέξοδα. Μου θυμίζουν λίγο τις παλιές αθηναϊκές αυλές. Πεζοδρομημένα αδιέξοδα, προσεγμένα, με πράσινο, παρατημένα παιχνίδια, καρέκλες, ψησταριές, με τα σπίτια πιο ανοιχτά έτσι που να ακούς το ράδιο ή τον ήχο των πιάτων· δεν νομίζω ότι νιώθω φόβο σ’ αυτά, μόνο μια αίσθηση ότι εισβάλλω σ’ έναν ιδιωτικό κόσμο.

Ρίξτε μια ματιά

Ελαιώνας      Αριστοτέλους      Πατησίων      Αχαρνών      Φυλής

Adieksoda

 

Advertisements

Φεστιβάλ+Θεσσαλονίκη=Λαβ

Πριν από δέκα μέρες ολοκληρώθηκε το 17ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ στη Θεσσαλονίκη. Στις διαδρομές μεταξύ πλατείας Αριστοτέλους και λιμανιού πολλάκις σκέφτηκα, και σίγουρα δεν ήμουν η μόνη, πόσο αλλάζει η πόλη τις μέρες αυτές. Για δέκα φθινοπωρινές μέρες, κάπου εκεί στις αρχές Νοέμβρη, διεξάγεται το διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, ενώ μερικούς μήνες αργότερα, οι προβολείς στρέφονται στο ολοένα και περισσότερο κοσμο-συσσωρευτικό Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ.

Στις 15 Μαρτίου ήμασταν όλοι εκεί. Τα σπίτια γέμισαν με φιλοξενούμενους και το πρόγραμμα του φεστιβάλ με κύκλους γύρω από τίτλους ταινιών και τσακισμένες σελίδες.  Παρ’ όλη την κακοκαιρία, ο κόσμος ντυμένος με παλτά και κασκόλ (ίσα ίσα για να προκαλούν να κοιτάξεις στα μάτια για να δεις κάποιον γνωστό σου) διένυε τις ίδιες ακριβώς διαδρομές με σένα. Τσιμισκή – Ερμού – Αριστοτέλους – Νίκης.  Δεν νιώθεις ποτέ μόνος. Άλλοι με πιο γρήγορο βήμα, κάποιοι πιο μοναχικοί με ακουστικά στ’ αυτιά και το πρόγραμμα σφιχτά στο χέρι, άλλοι σε παρέες και βάδισμα πιο ήρεμο να συζητούν την ταινία που μόλις παρακολούθησαν, όλοι μια μάζα και ο καθένας χωριστά, δημιουργούνε οριακά μια ψευδ-αίσθηση για την πόλη…

Μια πρώτη γεύση από την αλλαγή στην πόλη παίρνεις όταν επιλέγεις τον “γρήγορο” δρόμο, τη Λεωφόρο Νίκης. Μια τυπική χειμωνιάτικη μέρα το κρύο αποτρέπει τον κόσμο να κινηθεί μέσω της παραλιακής οδού. Τις μέρες εκείνες όμως, συνειδητοποιείς πως μόνο αν ελιχθείς έξυπνα ανάμεσα σε παρέες, ποδήλατα και πωλητές του σαλεπιού-βάλσαμο θα φτάσεις έγκαιρα στην πολυπόθητη προβολή. Η πλατεία Αριστοτέλους απογειώνεται, γίνεται πρωταγωνίστρια όπως της πρέπει… Τηλεοπτικές κάμερες, σκεϊτμπόρντερς, μαμάδες, παιδάκια, ζευγαράκια παππούδων, μουσικοί του δρόμου και όλοι οι σινεφίλ μοιράζονται αυτά τα δύο οικοδομικά τετράγωνα σαν κομπάρσοι σε κινηματογραφική σκηνή. Τρίτο σημείο όπου το φεστιβάλ κάνει αισθητή την παρουσία του είναι η πρώτη προβλήτα του λιμανιού. Σε έναν ήδη δημοφιλή χώρο προσθέτεις και τέσσερις αίθουσες προβολών που ανά μία ώρα γεμίζουν και αδειάζουν… νιώθει κανείς σαν κάθε ώρα της μέρας και κάθε μέρα του δεκαημέρου να είναι το πρώτο ανοιξιάτικο σαββατόβραδο.

Η πόλη επηρεάζεται. Και λέγοντας “πόλη”, οφείλω να διορθώσω γιατί πάντα πέφτω στην παγίδα, εννοώ το κέντρο της πόλης, το ιστορικό της κέντρο. Το κέντρο λειτουργεί για δύο δεκαήμερα τον χρόνο ως μια πηγή κοινωνικής και δημιουργικής έκφρασης. Ο κόσμος επικοινωνεί πιο εύκολα από ποτέ. Χωρίς να θεωρώ τη Θεσσαλονίκη, ούτε καμία άλλη ελληνική πόλη που έχω επισκεφθεί απρόσωπη, τα δύο αυτά φεστιβάλ περισσότερο από καθετί άλλο, λειτουργούν σαν τη γλυκιά αφορμή που τόσο καιρό περίμενε ο κόσμος για να επικοινωνήσει πιο εύκολα και χωρίς παρεξηγήσεις. Οι ουρές λειτουργούν λίγο πολύ σαν μπάρα σε μπαρ, όπου στέκεσαι και με το πρώτο σχόλιο που θα ακούσεις για κάτι που είδες ή που ανήκει στα “have to watch” σου, θα πλησιάσεις με χαμόγελο τη διπλανή παρέα για να προσθέσεις κάτι. Σκανάροντας κατά την είσοδό σου στην αίθουσα θα προσέξεις πολύ ποιοι θα είναι οι “συνταξιδιώτες” που θα σου επιτρέψουν ή/και υποβοηθήσουν να απολαύσεις την επιλογή σου να βρίσκεσαι εκεί. Στα διαλείμματα μεταξύ ταινιών, αναζητώντας φωτιά θα ξεκινήσεις μια συζήτηση με τέτοια ευκολία και αυτοπεποίθηση, που σίγουρα θα σε θαύμαζες αν το είχες καταφέρει σε μια άλλου είδους περίσταση. Θα χαμογελάσεις, θα σηκωθείς όσες φορές χρειαστεί για να περάσει κάποιος και να γεμίσουν σιγά σιγά οι θέσεις, θα συμβουλεύσεις με περηφάνια τη διπλανή σου 50χρονη σεμι-διανοούμενη που σου ζητάει προτάσεις για την επόμενη μέρα, θα χαρείς που ανάμεσα σε περάσματα και στριμώγματα αναγνωρίζεις στο πλήθος τους φίλους σου, θα τρέξεις να προλάβεις κάθε πάρτυ και δρώμενο που γίνεται παράλληλα με αφορμή το φεστιβάλ. Θα κλείσεις το τηλέφωνο στον μπαμπά σου και αυτός με κατανόηση την επόμενη μέρα θα σου πει “κατάλαβα, έβλεπες ταινίες πάλι…” Όλα στο μάξιμουμ τα αποζητάς τις μέρες εκείνες. Τις προβολές, τον κόσμο, τη νύχτα, τη μουσική, τον χορό. Η ενέργεια της πόλης σε κάνει να νιώθεις πως μπορείς να τα καταφέρεις όλα.

Τη Θεσσαλονίκη την ερωτεύεσαι τις μέρες των φεστιβάλ. Δυο φορές τον χρόνο… κάπου εκεί κάθε Νοέμβρη και Μάρτη.

Πολίτης και Πόλη, ένας νέος διάλογος ξεκινάει…

Περπατώντας στους δρόμους της Θεσσαλονίκης συχνά πέφτει το μάτι σε μεγάλες αφίσες που παρουσιάζουν κάποια έκθεση, καλλιτεχνική εγκατάσταση, ομιλία. Κοιτάζεις λίγο πιο χαμηλά, εκεί στα ψιλά γράμματα, αναζητώντας το διοργανωτή αυτής της νέας σου ανακάλυψης και αναρωτιέσαι… αν δεν υπήρχαν κι αυτοί, τι θα ’κανα;

Τα τελευταία χρόνια συχνά πέφτουν οι προβολείς σε διάφορες νέες ομάδες εθελοντών. Ομάδες οι οποίες συγκροτούνται από άτομα που αποφασίζουν ν’ ανοίξουν έναν νέου τύπου διάλογο με την πόλη και καταφέρνουν να γεμίζουν δρόμους, κτίρια, πλατείες, στοές με τις πρωτότυπες ιδέες τους. Ο κόσμος έχει ήδη ξεκινήσει να συζητάει γι’ αυτές, να συμμετέχει, να ενημερώνεται και να τις αναγνωρίζει. Ιδιαίτερα θετικό αποτέλεσμα για κάτι το οποίο προορίζεται να γίνει αμισθί, δεν είναι;

Είναι ιδιαίτερα δύσκολο να γίνει μια λίστα με όλες τις ομάδες που δραστηριοποιούνται στην πόλη, πόσο μάλλον να αναλυθεί το έργο τους, αξίζει όμως να κοιτάμε πού και πού αναδρομικά για να κατανοούμε το ότι μέσω του εθελοντισμού είναι δυνατό πολλές φορές να επιτευχθούν τα όσα ζητάει η κοινωνία.

Η ομάδα «Η Θεσσαλονίκη Αλλιώς» σίγουρα αποτελεί το πιο γνωστό «αστικό πείραμα», όπως αυτοαποκαλείται. Η σύνδεσή της με ένα από τα παλαιότερα free press στην Ελλάδα, Parallaxi, και οι εντυπωσιακά συχνές δράσεις της με εκθέσεις, ομιλίες, διαγωνισμούς, συναυλίες, workshops, ξεναγήσεις, αρχιτεκτονικές εγκαταστάσεις και αστικές παρεμβάσεις την έχουν αναδείξει ως την πιο γνωστή ομάδα εθελοντικής αστικής και καλλιτεχνικής παρέμβασης στην πόλη, ιδιαίτερα του αστικού κέντρου, στο οποίο κατά κύριο λόγο δραστηριοποιείται. Πολλές από τις πρωτοβουλίες της στοχεύουν στο διάλογο μεταξύ των πολιτών, ένα διάλογο που αποβλέπει με τη σειρά του στην ανταλλαγή απόψεων σχετικά με το τι λείπει από την πόλη και το πώς αυτό μπορεί να επιτευχθεί. Πολλές από αυτές τις προτάσεις πραγματοποιούνται στη συνέχεια χάρη στις δράσεις της ομάδας, με εκθέσεις, αστικές παρεμβάσεις και δημοσιεύσεις. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ομάδας αυτής είναι η διάθεση να ασχοληθεί με την πόλη μέσω όλων των αξόνων δημιουργικότητας: χορό, αρχιτεκτονική, μουσική, ζωγραφική, θέατρο, design. Φαίνεται πως πειραματίζεται με όλα κι αυτό της χαρίζει μια σταθερή επιτυχία.

Μία χαρακτηριστική και από τις πιο ενδιαφέρουσες δράσεις του «H Θεσσαλονίκη Αλλιώς» ήταν το «West Side Story», μια δράση που πραγματοποιήθηκε στα δυτικά της πόλης τον περασμένο Ιούνιο και συγκέντρωσε μεγάλο κοινό, διαφόρων ηλικιών. Οργανώθηκε με έναν πολύ πετυχημένο τρόπο ώστε να κινηθεί ο κόσμος προς τις περιοχές δυτικά, να εξερευνήσει κτίρια και δρόμους που μένουν χρόνια στο σκοτάδι και να νιώσει μια μεγαλύτερη οικειότητα με αυτήν την κατά τ’ άλλα ξένη περιοχή.

Με επίκεντρο τον πολίτη και το τι εκείνος ζητάει από την πόλη του, δημιουργήθηκε και η ομάδα citiTEN, η οποία έκανε αισθητή την παρουσία της περίπου πριν από ένα χρόνο, υπό την καθοδήγηση του Imagine the city, με ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον για μεγάλους και μικρούς project.

Μια ομάδα από δέκα κορίτσια ξεκίνησαν έναν νέο διάλογο για τη διαμόρφωση της Θεσσαλονίκης όπως οι πολίτες την ονειρεύονται, μέσα από εκθέσεις, περιπάτους, εικαστικές παρεμβάσεις, ομιλίες, παιχνίδια σε πολλά σημεία-σταθμούς της πόλης, μέσα σε ένα χορταστικό δεκαήμερο του Ιούνη. Η ιδεά του Imagine the City θεωρείται από τις πιο ενδιαφέρουσες προσεγγίσεις της επικοινωνίας πολιτών σχεδιαστών και αποτελεί ένα σημαντικό μάθημα για κάθε άνθρωπο που η αίσθηση της πόλης του τον απασχολεί. Τέτοιου είδους πρωτοβουλίες επιβεβαιώνουν την ευθύνη που ο καθένας μας έχει απέναντι στην πόλη και παράλληλα βοηθούν στο να κατανοήσουμε πόσα πολλά μπορούν οι ιδέες, η ενέργεια και η συλλογικότητα να καταφέρουν, ιδιαίτερα όταν η αλλαγή γίνεται πλέον ανάγκη.

Ο εθελοντισμός τα τελευταία χρόνια έχει αποκτήσει μια περισσότερο οικεία χροιά. Σίγουρα η δυσκολία ανεύρεσης εργασίας –ιδιαίτερα στον εκάστοτε πολυπόθητο τομέα του καθενός– μας κάνει να είμαστε πιο ανοιχτοί σε προτάσεις και επαγρυπνούμε για καθετί που μπορεί να συμβαίνει γύρω μας. Ξαφνικά για πρώτη φορά το άτομο αναζητάει τρόπους να διοχετεύσει την ενέργεια, το μεράκι του, τις γνώσεις του και παράλληλα να εκμεταλλευτεί τον πολύτιμο χρόνο του με κάτι δημιουργικό, έξω από τα αυστηρά όρια του σπιτιού του. Οι ανοιχτές εκθέσεις, οι συζητήσεις, τα workshops, οι εικαστικές παρεμβάσεις στο δημόσιο χώρο, σε συνδυασμό με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και γενικότερα το διαδίκτυο ως μέσο πληροφόρησης δίνουν τη δυνατότητα στο άτομο να γίνει επιτέλους Πολίτης. Ένας πολίτης που αν ενδιαφέρεται, θα ενημερωθεί, θα συμμετάσχει, θα δημιουργήσει, θα επικοινωνήσει, θα ζητήσει, και με λίγη τύχη (γιατί και αυτή πάντα βοηθάει!) θα ανταμειφθεί από την ίδια του την πόλη, που θα αρχίσει να αλλάζει…

 

 

Το Τέλος του Δημόσιου Χώρου; Το «Πάρκο του Λαού», Ορισμοί του Δημόσιου και της Δημοκρατίας. (Μέρος Α)

Πριν από λίγο καιρό διάβασα το πέιπερ The End of Public Space? People’s Park, Definitions of the Public and Democracy” του γεωγράφου Don Mitchell που δημοσιεύτηκε το 1995. Μου άρεσε, γιατί ήταν πραγματικά σα να έβαζε σε τάξη διάφορες δικές μου σκόρπιες σκέψεις και να τις επέκτεινε με επιχειρήματα, βιβλιογραφία και στοιχεία. Ήταν, επίσης, σα να μπορούσε η ανάλυσή του, να σχολιάσει πολλά αντίστοιχα γεγονότα με του Πάρκου του Λαού που έχουν συμβεί από το ’90 έως και σήμερα. Στόχος του ποστ αυτού είναι να συνοψίσω και να επικοινωνήσω την ουσία του κειμένου του γνωστού γεωγράφου.

Εν τάχει: Το κείμενό του Don Mitchell ξεκινάει παίρνοντας σαν αφορμή την ιστορία του People’s Park που βρίσκεται στο Σαν Φρανσίσκο (google maps) καθώς και τη σχέση του με την ίδια την πόλη, το πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϋ και φυσικά τους κατοίκους της ευρύτερης γειτονιάς. Στη συνέχεια, επεκτείνεται στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε το δημόσιο χώρο σε σχέση με την έννοια του αποκλεισμού εστιάζοντας, κατά κύριο λόγο, στους άστεγους. Αναφέρεται, επίσης, στην έννοια του δημόσιου χώρου στις σύγχρονες πόλεις αλλά και στην ανάδυση νέων “άυλων” δημόσιων χώρων. Κλείνοντας, τονίζει την αναγκαιότητα ύπαρξης “απτών”, υλικών δημόσιων χώρων και τη συμβολή τους στη δημοκρατία.

Τα γεγονότα

Η ιστορία του πάρκου ξεκινάει το 1967, όταν ο χώρος του σημερινού People’s Park είχε περάσει στην ιδιοκτησία του πανεπιστημίου μέσω υποχρεωτικής απαλλοτρίωσης με σκοπό να κτιστούν φοιτητικές εστίες. Το πανεπιστήμιο, ωστόσο, λόγω έλλειψης χρημάτων, ανέβαλε τα σχέδιά του ώσπου, το 1969, μια ομάδα φοιτητών, αποφάσισε να διεκδικήσει το άδειο οικόπεδο για να το μετατρέψει σ’ ένα ελεύθερο αυτοδιοικούμενο πάρκο στο μέσο ενός πυκνού αστικού ιστού με μεγάλη ανάγκη για ελεύθερους χώρους. Η αντιπαράθεση μεταξύ των φοιτητών και της διοίκησης του πανεπιστημίου, που πυροδοτήθηκε μετά την πρωτοβουλία των φοιτητών, αφενός, οδήγησε στην κορύφωση των γεγονότων που έδωσαν στο Μπέρκλεϋ τον χαρακτηρισμό ενός φιλελεύθερου πανεπιστημίου αφετέρου, συνέβαλε στην υποχώρηση του πανεπιστημίου από τις —νόμιμες— διεκδικήσεις του για τον χώρο αυτό, για αρκετά χρόνια.

Παρ’ όλ’ αυτά, το 1989, όταν η αγωνιστικότητα του φοιτητικού κινήματος είχε πέσει και το δημοτικό συμβούλιο της πόλης είχε πάρει μια πιο συντηρητική στροφή, το πανεπιστήμιο θεώρησε ότι οι συνθήκες για την αναμόχλευση του ζητήματος είχαν ωριμάσει. Υπογράφεται, τότε, μια συμφωνία μεταξύ του πανεπιστημίου και του δημοτικού συμβουλίου για την “αξιοποίηση” του χώρου, με το επιχείρημα ότι το Πάρκο του Λαού είχε μετατραπεί σ’ ένα χώρο επικίνδυνο για τους κατοίκους της γύρω περιοχής, καθώς σ’ αυτό δραστηριοποιούνταν μικροεγκληματίες, γινόταν διακίνηση ναρκωτικών και είχαν βρει καταφύγιο πολλοί από τους αστέγους της πόλης. Το καλοκαίρι, λοιπόν, του 1991, υπήρξε και ξανά βίαιη αντιπαράθεση για τα μελλοντικά σχέδια του πανεπιστημίου σε συνεργασία με τον Δήμο της πόλης και την τύχη ενός από τους ελάχιστους αληθινά δημόσιους χώρους της πόλης, όπως χαρακτηριστικά έλεγαν οι υπερασπιστές του.

Το πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϋ, γνωρίζοντας ότι χωρίς τη συμβολή του Δήμου δεν θα κατάφερνε να εντείνει τον έλεγχό του στο πάρκο για το εγχείρημα αυτό, ζήτησε τη συμβολή του Δήμου. Στη συμφωνία που συνάφθηκε αποφασίστηκε το χτίσιμο αθλητικών εγκαταστάσεων για τους φοιτητές αλλά και η μίσθωση μέρους του πάρκου από το Δήμο έναντι συμβολικού ποσού για τους κατοίκους της γειτονιάς. Το “ουσιαστικό” αντίτιμο που ο Δήμος θα έπρεπε να πληρώσει, αφορούσε τη συνδρομή του στην εφαρμογή του νόμου. Εκεί λοιπόν, που άλλοτε στεκόταν το βήμα του ομιλητή, με το χώρο μπροστά για τις συνελεύσεις και το κουτί ανταλλαγών, είχε αποφασιστεί να γίνουν γήπεδα Beach Volley και διάφοροι ακόμα βοηθητικοί χώροι.

biblioteca_the-end-of-public-space_mitchell

Σύμφωνα με τις διακηρύξεις του Πανεπιστημίου, στόχος ήταν ο χώρος να κρατηθεί ως πάρκο αλλά και να απομακρυνθούν οι παράνομες δραστηριότητες και το εγκληματικό στοιχείο για να γίνει και πάλι θελκτικό για τους φοιτητές και για τους κατοίκους που ανήκαν κυρίως στα μεσαία στρώματα. Και όπως τονίζει ο D.M, τα ίδια πάνω κάτω επαναλάμβαναν σε συντονισμό και τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης: Το πάρκο δεν χρησιμοποιείται όπως θα έπρεπε, μόνο ένα μικρό μέρος της κοινωνίας απολαμβάνει το χώρο, το οποίο δεν είναι καν αντιπροσωπευτικό μέρος της κοινωνίας, το πάρκο πρέπει να εξωραϊσθεί για να μπορεί να δέχεται ένα περισσότερο “κατάλληλο” κοινό. Και φυσικά, μια σειρά από συνεχείς διαβεβαιώσεις από τους εμπνευστές των επεμβάσεων ότι κανείς δεν θα πείραζε τους αστέγους.

Για τους υπέρμαχους του πάρκου, ο χώρος αυτός ήταν, κατ’ αρχάς, ένας από τους ελάχιστους όπου οι άστεγοι μπορούσαν να κοιμούνται, ας πούμε, ήσυχοι. Ήταν επίσης ένας χώρος απ΄ όπου η κρατική εξουσία θα μπορούσε να κρατηθεί μακριά. Τα πιο ζωτικά στοιχεία της πολιτικής του αυτής διάστασης, που υλικά και χωρικά αποτυπώνονταν με τα ελάχιστα κινητά έπιπλα, όπως το βήμα του ομιλητή με τη μεγάλη επιφάνεια γρασιδιού που απλωνόταν μπροστά του για τις συνελεύσεις και το κουτί ανταλλαγών, θα γίνονταν γήπεδα του βόλεϊ με περίφραξη για τους υπαλλήλους και τους φοιτητές του πανεπιστημίου. Η πολιτική διάσταση του χώρου ουσιαστικά διαμελιζόταν.

Από την άλλη, μεγεθύνοντας λίγο το πλάνο, οι αλλαγές στο πάρκο εντάσσονταν σε μια γενικότερη προσπάθεια τόνωσης της περιοχής καθώς, το γύρω εμπορικό κομμάτι είχε αρχίσει να δείχνει σημάδια παρακμής. Η περιοχή που τα τελευταία είκοσι χρόνια (1967-1987) είχε σιγά σιγά μεταμορφωθεί: τα άλλοτε μικρά οικογενειακά καφέ και εστιατόρια είχαν αντικατασταθεί σταδιακά από μεγαλύτερες και γνωστότερες αλυσίδες που εξυπηρετούσαν κυρίως φοιτητές και εργαζόμενους. Υπαίτιο για την παρακμή αυτή, αρκετοί από τους μαγαζάτορες, θεωρούσαν το πάρκο και τις συνεχείς φασαρίες γύρω απ’ αυτό. Ωστόσο, αν και η αστυνομία, σύμφωνα με δικά της στοιχεία, διαπίστωνε ότι η όποια εγκληματικότητα στο πάρκο δεν ξεπερνούσε αυτήν που συναντιόταν σε άλλα σημεία της πόλης, ο φταίχτης, στη συνείδηση του κόσμου, εξακολουθούσε να είναι το πάρκο και αυτό τελικά ήταν που μετρούσε.

Κάπως έτσι, έφτασαν τα πράγματα στις βίαιες συγκρούσεις του Αυγούστου του 1991 γύρω από το πάρκο. Με στρατιωτικού τύπου επέμβαση το πανεπιστήμιο και ο Δήμος επέβαλαν το νέο καθεστώς στο πάρκο οδηγώντας τους υπερασπιστές του σε υποχώρηση. Λίγες μέρες μετά, στα νέα γήπεδα του βόλεϊ, έκαναν την εμφάνισή τους οι πρώτοι υπάλληλοι του πανεπιστημίου που τους παραχωρούνταν ειδική άδεια αν ήταν να παίξουν βόλεϊ στο Πάρκο του Λαού.

Το 1993, δύο χρόνια μετά τα επεισόδεια, ο D.M περιγράφοντας την εμπειρία του από μια βόλτα στο πάρκο, μας μεταφέρει τη μεσοβέζικη κατάσταση του πάρκου που είχε τότε διαμορφωθεί: Αστυνομικοί σε επαγρύπνηση, μερικές ομάδες αστέγων, κατεστραμμένα γήπεδα του βόλεϊ, και άπλετος φωτισμός για τον καλύτερο έλεγχο του πάρκου τα βράδια, συνέθεταν το γενικότερο τοπίο. Κάνει λόγο, τέλος, για τις μηνύσεις του πανεπιστημίου κατά των ακτιβιστών και υπερασπιστών του πάρκου, για βανδαλισμό και χρήση βίας τον Αύγουστο του 1991. Σημειώνοντας επίσης, ότι στην προσπάθεια του πανεπιστημίου να έρθει σε διακανονισμό με τους ακτιβιστές, με αντάλλαγμα τη μόνιμη εξαίρεσή τους σε τυχόν μελλοντικές εξελίξεις για το πάρκο, οι ακτιβιστές ανταπάντησαν με νέες μηνύσεις κατά των Στρατηγικών Μηνύσεων του πανεπιστημίου ενάντια στη Δημόσια Συμμετοχή (Strategic Lawsuit against Public Participation) όπως οι τελευταίοι τις αποκάλεσαν.

Σήμερα, από μερικά δημοσιεύματα που διάβασα, μοιάζει (χωρίς αυτό να είναι και βέβαιο) σαν η πλάστιγγα να έχει γείρει και πάλι προς τους κατοίκους (ποιους άραγε κατοίκους;). Σ’ αυτό, γίνονται αστικές καλλιέργειες από την τοπική κοινότητα, ενώ ένα ευρύτερο κοινό προσελκύεται για τη διοργάνωση πολιτικών συζητήσεων, συναυλιών και διαμαρτυριών.

Στο δεύτερο μέρος θα ακολουθήσει η παρουσίαση της ανάλυσης των παραπάνω γεγονότων από τον D.M.

1000park2

%d bloggers like this: