Tag Archive | πόλεις

Προσφυγικά…

Το 1923 βρίσκει την Αθήνα μπροστά σε μια κρίση που κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί δυο χρόνια πριν. Τα δημόσια κτήρια της πόλης είναι κατάμεστα από ανθρώπους που σαστισμένοι ακόμη από την καταστροφή και τον ξεριζωμό προσπαθούν να βρουν τα ελάχιστα και απαραίτητα για να ζήσουν, την ίδια στιγμή που στο λιμάνι του Πειραιά καταφθάνουν 2-3 φορές τη βδομάδα νέες καραβιές δυστυχισμένων.

Ο Ελλαδικός χώρος σταδιακά ήδη από το 1918 γίνεται ο προορισμός για εκατοντάδες χιλιάδες εκτοπισμένους από τη Μικρά Ασία, τον Πόντο, την Ανατολική Θράκη, την Κριμαία, και τις παράκτιες περιοχές του Εύξεινου πόντου. Η Μεγάλη Ιδέα έχει καταρρεύσει, συμπαρασύροντας περισσότερους από 1,5 εκατομμύριο ανθρώπους οι οποίοι αναζητούν καταφύγιο και μια νέα πατρίδα στη μητροπολιτική Ελλάδα που για τους περισσότερους είναι άγνωστη και ξένη.

Η υποδοχή τους δεν ήταν και η καλύτερη. Η Ελλάδα σπαράζεται πολιτικά και κοινωνικά. Η οικονομία της είναι σε τέλμα, οι πολιτικές έριδες έχουν σχεδόν ένοπλο χαρακτήρα, στρατιωτικά πραξικοπήματα και εκλογικές αναμετρήσεις διαδέχονται το ένα το άλλο. Την ίδια στιγμή η «υποδοχή» που επιφυλάσσουν οι κάτοικοι στους πρόσφυγες μόνο καταδεκτική δεν είναι. Από τις πρώτες μέρες αντιμετωπίζονται με καχυποψία και εχθρότητα. Ο κοινωνικός αποκλεισμός κυριαρχεί⋅ χωρίς πόρους και με τον ρατσισμό να τους ακολουθεί σε κάθε τους βήμα, με αφορμές από το γλωσσικό ιδίωμα ως τις ενδυματολογικές τους διαφορές, οι πρόσφυγες αντιμετωπίζονται ως κίνδυνος και μίασμα για τους κατοίκους της μητροπολιτικής Ελλάδας.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο διαμορφώνεται και εκπονείται ένα σχέδιο που θα κρατήσει σχεδόν μια δεκαετία. Αφορά κυρίως τη χωρική κατανομή του προσφυγικού πληθυσμού, τόσο στις πόλεις (Αθήνα, Βόλος, Θεσσαλονίκη, Ιωάννινα, Σύρος, κλπ) όσο και στην ύπαιθρο, Θεσσαλία, Μακεδονία, Νησιά, Θράκη κ.α.

Η ανάγκη χωροθέτησης, με τρόπο οργανωμένο στις παρυφές των πόλεων, των προσφυγικών καταυλισμών και αργότερα οικισμών, εισάγει για πρώτη φορά σε εθνική κλίμακα, τη χωροταξία, τον ορισμό χρήσεων γης και την αναδιανομή γεωργικής γης.

Αρχικά στην Αθήνα και αργότερα σε άλλες πόλεις εκπονείται ένα πρόγραμμα κατασκευής κατοικιών για να στεγαστούν οι προσφυγικοί πληθυσμοί. Σε αρκετές περιπτώσεις τους χορηγείται γη, με σαφή ορισμό των οικοδομικών τετραγώνων αλλά και των χρήσεων σε αυτή, για την οικοδόμηση κατοικιών αλλά και δημόσιων υποδομών (σχολεία, εκκλησίες, κοινοτικές υπηρεσίες, ιατρεία κλπ). Η προσπάθεια συνεχίζεται στην ύπαιθρο με τη διανομή καλλιεργήσιμης γης, ζωικού κεφαλαίου, εργαλείων και εφοδίων. Στις πόλεις οι πρόσφυγες γίνονται το φθηνό εργατικό δυναμικό στη βιομηχανία και βιοτεχνία στον χώρο της μεταποίησης.  Μολονότι η κοινωνική τους αποδοχή συνεχίζει να αντιμετωπίζει προβλήματα, η παρουσία και δραστηριότητά τους καθώς και ο πολιτισμικός πλούτος που μεταφέρουν σιγά σιγά διαμορφώνουν το νέο κοινωνικό, οικονομικό και πολιτισμικό τοπίο της χώρας.

Η συμβολή τους στη σύγχρονη Ελλάδα ξεπερνά ίσως τα όποια ποσοτικά χαρακτηριστικά που συνήθως αναφέρονται σε αυτές τις περιπτώσεις. Οι πρόσφυγες είναι φορείς πολιτισμού, γεύσεων, γλωσσικών και στοχαστικών εννοιών, αξιών, που μέσα από την αγωνία και την προσπάθεια να στεριώσουν στη νέα τους πατρίδα εισφέρουν χωρίς να το συνειδητοποιούν καλά καλά και οι ίδιοι, σε κάθε έκφανση της κοινωνικής ζωής.

Τα προσφυγικά στο Δουργούτι ( σήμερα γειτονιά στον Ν. Κόσμο πίσω από το ξενοδοχείο Intercontinetal)

Τα προσφυγικά στο Δουργούτι (σήμερα γειτονιά στον Ν. Κόσμο, πίσω από το ξενοδοχείο Intercontinental).

Η δημιουργία των πολιτιστικών τους συλλόγων για να μην ξεχαστούν οι παραδόσεις και οι μνήμες της γενέτειράς τους, ο προσανατολισμός τους στα γράμματα και η επιμονή στην εκπαίδευση των παιδιών τους, ως μέσο ομαλότερης κοινωνικοποίησης και κοινωνικής αποδοχής, σταδιακά αλλάζει την ανθρωπογεωγραφία αλλά και τη γεωγραφία του αστικού και ημιαστικού χώρου.

Έτσι η Ελλάδα στις παραμονές του πολέμου βρίσκεται να ανακάμπτει γρηγορότερα από την πολιτική της ηγεσία και σαφώς πιο δημιουργικά από την οικονομική ελίτ της εποχής.

Ο χώρος λοιπόν είναι το εκμαγείο μέσα στο οποίο οι πρόσφυγες δημιουργούν και διαμορφώνουν το νέο κοινωνικό γίγνεσθαι λειτουργώντας καταλυτικά. Δεν υπάρχει πόλη στην Ελλάδα που να μην έχει μια χωρική αναφορά «στα προσφυγικά», το κομμάτι εκείνο που φιλοξένησε πρώτο και για δεκαετίες αυτούς τους ανθρώπους.

Και αν στην Ελλάδα του 2016 «τα προσφυγικά» διατηρούν ίσως μια ρετρό φολκλορική ενδεχομένως ανάμνηση στην ιστορία εξέλιξης της πόλης, φιλοξενώντας δραστηριότητες που ενισχύουν και ενισχύονται από αυτά τα χαρακτηριστικά, ας μην ξεχνάμε πως υπήρξαν η θετική εισφορά ανθρώπων που μόνη τους περιουσία ήταν το ταλαιπωρημένο σκήνωμα του κορμιού τους, η θλίψη αλλά και η λαχτάρα τους για ζωή.

Ίσως μπροστά στην προσφυγική κρίση που αντιμετωπίζει η Ευρώπη, αυτές οι όχι και τόσο μακρινές θύμησες, κάτι να ’χουν να πουν για το πώς μας πρέπει και τους πρέπει να δούμε και να αντιμετωπίσουμε αυτούς τους ανθρώπους…

Advertisements

Ταξιδεύοντας στη Νέα Υόρκη (Μέρος Α)

Πόσες φορές έχετε αναρωτηθεί σε κάποιο ταξίδι σας «θα μπορούσα να μένω εδώ;»

Μετά από αυτή τη στιγμή ακολουθούν συνήθως μερικά λεπτά σκέψης. Μερικά μαγικά λεπτά.

Βλέπεις τον εαυτό σου σε τρίτο πρόσωπο να δουλεύει σε εκείνο το κτίριο, να παίρνει το τάδε τραμ/μετρό/λεωφορείο για να πηγαίνει σπίτι, να ψωνίζει σε αυτό το μάρκετ, να κάνει εκείνο το μικρό café στέκι του, να τρώει τις Κυριακές brunch σε εκείνο το γωνιακό, και να κάνει τις βόλτες του σε αυτή την παραλιακή/παραποτάμια διαδρομή ή σε εκείνο το καταπράσινο πάρκο.

Ολοκληρώνοντας τη φαντασιακή αυτή σκέψη αποζητάς το συμπέρασμα.

Θα μπορούσες εντέλει να μένεις εδώ;

Πέρα από τις προτιμήσεις του καθένα μας −να είναι κάπου όπου να μην κάνει υπερβολικό κρύο το χειμώνα, να είναι κοντά στην Ελλάδα, να μπορεί να συντηρεί ένα σπίτι μόνος του, να του προσφέρεται εργασία με προοπτική εξέλιξης, να είναι κάπου όπου να έχει ήδη φίλους κλπ− η αίσθηση οικειότητας είναι ένα χαρακτηριστικό που αδιαμφισβήτητα απογειώνει μια πόλη του εξωτερικού στις προτιμήσεις μας. Η ελευθερία στην κίνηση, όταν αισθάνεσαι δηλαδή να κυκλοφορείς στους δρόμους χωρίς ένα συνεχές αίσθημα «τουρίστα», πηγάζει από την οικειότητα που αισθάνεσαι με την αρχιτεκτονική και πολεοδομία της πόλης, το δίκτυο των μέσων μαζικής μεταφοράς της, τη γλώσσα και φυσικά τους ανθρώπους που μένουν εκεί.

Ταξιδεύοντας πρόσφατα στη μοναδική Νέα Υόρκη, η οικειότητα ήταν το πρώτο αίσθημα που μου δημιουργήθηκε. Παράλογο σκέφτηκα. Πρόκειται για μια τόσο διαφορετική πόλη, με πανύψηλα κτίρια, τεράστια οικοδομικά τετράγωνα, διαφορετικά υλικά και στυλ αρχιτεκτονικής, μια πόλη αχανής και απίστευτα πυκνοκατοικημένη.

Αυτή η διαφορά στην κλίμακα της αρχιτεκτονικής περίμενα να μου δημιουργήσει μια συνεχή αίσθηση «θεατή». Τι ήταν λοιπόν αυτό που έκανε την ανατροπή; Η απάντηση προέκυψε δυο τρεις μέρες πριν από την αποχώρησή μας, όταν περπατώντας, συνειδητοποιήσαμε πόσο στενοί ήταν οι δρόμοι (στενοί σε σχέση με την πλειονότητα των κτιρίων, η κορυφογραμμή των οποίων εξισωνόταν περίπου με το επίπεδο των σύννεφων). Δεν είχες να αντιμετωπίσεις λεωφόρους και δαιδαλώδεις σημάνσεις. Όταν λοιπόν κατάφερνες να ξεπεράσεις τη σχεδόν αντανακλαστική τάση σου να γυρνάς εντυπωσιασμένος το κεφάλι σου προς τα πάνω, αλλά απλώς κυκλοφορούσες στους δρόμους, περνούσες τα άσπρα φανάρια, μπαινοέβγαινες στο μετρό, χάζευες τις βιτρίνες, έτρωγες από τη μοσχομυριστή καντίνα μαζί με γιάπηδες και καθόσουν στις πεντακάθαρες πλατείες, αισθανόσουν μέρος αυτού. Η πόλη σε κέρδιζε, σε έκανε δικό της.

Ταξίδι στη Νέα Υόρκη

Ταξίδι στη Νέα Υόρκη(Συνεχίζεται…)

Τώρα που γίνονται όλα πιο πράσινα… (Μέρος Β)

Συνεχίζοντας το προηγούμενο κείμενο για τη φύση, και την ιδεολογία της φύσης που έχει στηθεί στο πέρασμα του χρόνου, αντιλαμβανόμαστε ότι αρκετοί από εμάς έχουμε συνηθίσει να δεχόμαστε κάθε λογής κοινότοπες σκέψεις και αντιλήψεις γύρω απ’αυτήν.

Αναρωτιόμαστε λοιπόν, τι θα μας έκανε να μην αντιμετωπίζουμε τη φύση σαν την παιδική χαρά της πόλης; Όπως για παράδειγμα μετατρέπονται τα βουνά του λεκανοπεδίου της Αττικής την Πρωτομαγιά; Χωρίς καθόλου να θέλω να πω ότι κακώς πηγαίνουμε στην Πάρνηθα, στην Πεντέλη και στον Υμηττό την Πρωτομαγιά. Αντίθετα, στόχος είναι η έκφραση της ανάγκης προς μια διερεύνηση διαφορετικών τρόπων να αντιληφθούμε την ύπαρξή μας στη φύση αλλα και την απελευθέρωση της σκέψης μας από έναν τρόπο αντιμετώπισής της μέσω στόχων τύπου: 10% παγκόσμια μειώση των εκπομπών του διοξειδίου του άνθρακα μέχρι το 2080.

Ο Neil Smith στο Uneven Development, όσο μας εξηγεί αναλυτικά το πώς εξελίσσεται η ιδεολογία της φύσης στο πέρασμα των αιώνων από τον ρομαντισμό και την επιστημονική σκέψη, άλλο τόσο μας εξηγεί το πώς αποσιωπάται ο ρόλος της κοινωνίας στην εν λόγω ιδεολογία αλλά και πώς τελικά παράγεται η φύση. Και μεταφράζοντας-παραφράζοντας από μνήμης: Ο Νεύτωνας μας εξηγεί τους φυσικούς νόμους της πτώσης της Φράουλας της Μανωλάδας αλλά δε μας μιλάει καθόλου για το πώς παράχθηκε η φράουλα αυτή, ποιοι εργάστηκαν για την παραγωγή της, πόσες ώρες και κάτω από ποιες συνθήκες. Και επειδή ήδη κάποιοι μπορεί να σκέφτηκαν ότι οι φυσικές επιστήμες θα πρέπει να ασχολούνται με τη φύση ενώ οι κοινωνικές με την κοινωνία, ο Neil Smith σπεύδει να μας υπενθυμίσει ότι οι φυσιοκράτες του 18ου αιώνα θεωρούσαν τη φύση ως την πρωταρχική πηγή αξίας. Στο σταυροδρόμι λοιπόν αυτό, μεταξύ φύσης και κοινωνίας, αναδύεται ένα ολόκληρο ρεύμα σκέψης που ονομάζεται κοινωνική οικολογία. Και το ερώτημα που τίθεται είναι αν πρόκειται για το ίδιο μονοπάτι γύρω από το οποίο μπορούμε να κινηθούμε για να διαμορφώσουμε ένα φυσικότερο μέλλον. Θα μπορούσαν άραγε, οι αυτοοργανωμένοι αστικοί αγροί ή οι κοινωνικοί αγροί τύπου Αβάνας να αποτελούν μια μερική απάντηση του παραπάνω ερωτήματος; Αλλά ας ελπίσουμε ότι το μέλλον μπορεί να κρύβει και άλλες, μεγαλύτερες εκπλήξεις πέρα από τους πιθανούς τρόπους που μπορεί να έχουμε μέχρι τώρα σκεφτεί.

Και τώρα που λέμε για εκπλήξεις, σε λίγο πιο προσωπικό στυλ τα Post Data.

Προσπαθώντας να βρω μια ροή και να καθίσω να γράψω έψαχνα μια μουσική συντροφιά. Τι πιο συνηθισμένο, ε; Έτσι λοιπόν, για άλλη μια φορά, κατέληξα στις έτοιμες playlist του spotify και ειδικότερα σ’ αυτές που έχουν την ετικέτα deep focus. Η αλήθεια είναι ότι έχω καταφύγει αρκετές φορές σ’ αυτές με ευεργετικά αποτελέσματα. Ωστόσο, αυτήν τη φορά, ανακάλυψα μια καινούρια, που δεν την είχα ξανακούσει, με το όνομα Nature Noise. Η εν λόγω playlist σου εξασφαλίζει για 19 ώρες και 17 λεπτά ακούσματα από ζούγκλες με γρύλους, βατράχια, κελαϊδίσματα πουλιών, μικρά θηλαστικά αλλά και ακούσματα από ανέμους, θαλάσσια κύματα και πολλά άλλα συναφή μακρινά-κοντινά και πάντα φυσικά. Πριν όμως καλά καλά απορροφηθώ στην εργασία μου, η σκέψη μου αυτόματα πήδησε σ’ ένα πολύ περίεργο θέαμα που είχα αντικρίσει πριν από λίγα χρόνια σε μια επίσκεψή μου στο μουσείο επιστημών της Βαρκελώνης. Σε μια τεράστια αίθουσα είχαν μεταφέρει ένα κομμάτι τροπικού δάσους. Ήταν επί της ουσίας, η πρώτη γυάλα φύσης που έβλεπα. Τώρα βέβαια μπορώ να εξηγήσω την έκπληξη εκείνη μιας και καταλαβαίνω πια ότι εκείνο το δάσος ήταν η εξέλιξη των κλουβιών ζώων στους ζωολογικούς κήπους και των ενυδρείων. Το πρώτο κομμάτι της playlist κάλλιστα θα μπορούσε να είχε ηχογραφηθεί εκεί μέσα.

%d bloggers like this: