Tag Archive | πλατείες

Πλατεία Κολωνακίου

ή «Η ποίηση που διαβάζεται σ’ έναν ιδιωτικό κήπο βίλας»

Ξαναδιαβάζοντας πρόσφατα κάποια αποσπάσματα από το Κουτσό του Χ. Κορτάσαρ θυμήθηκα πάλι πώς αυτός ο συγγραφέας σε μαθαίνει να διαβάζεις την πόλη μέσα από την τέχνη της άσκοπης βόλτας υπό τους ρυθμούς της τζαζ − της μουσικής που τόσο αγαπούσε: «Περπατάμε χωρίς ο ένας να ψάχνει τον άλλον αλλά γνωρίζοντας ότι περπατάμε για να βρεθούμε». Η πόλη του Κουτσού είναι βέβαια το Παρίσι του 1950, η πόλη των δικών μου περιπλανήσεων είναι η Αθήνα του 2015.

Cortazar

Πολύ συχνά και ανάλογα πάντα βέβαια με την παρέα και τη διάθεση καταλήγω να κόβω βόλτες μεταξύ πλατείας Κολωνακίου και πλατείας Εξαρχείων. Όσο δε ο διαθέσιμος χρόνος αυξάνεται τόσο μεγαλώνουν οι ομόκεντροι κύκλοι ή τα πρωτότυπα ζιγκ ζαγκ μέχρι να ανακαλύψω κάτι ή να κουραστώ/ούμε. Κάθε φορά πάντως που περνάω από την πλατεία Κολωνακίου, και αυτό είναι συνήθως βράδυ σκέφτομαι πόσο με τραβάει ο σχεδιασμός της. Χαζεύω τον νερένιο τοίχο της και αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατόν εκεί πριν να ήταν δημόσια ουρητήρια! Ανεβαίνω με δυσκολία, η αλήθεια είναι, αλλά και χαρά στο μικρό λαβυρινθώδες λοφάκι που σχηματίζεται από αραιά τοποθετημένους κυβόλιθους, συνειδητά αγνοώντας το γεγονός ότι είτε η κλίμακα αυτή δεν είναι για μένα είτε δεν ήταν για την πλατεία. Παρατηρώ ακόμα τις λεπτομέρειες στα εμφανή μπετό, το ωραίο στέγαστρο που έχει μπλεχτεί με τα δεντράκια, τα φώτα της που φέγγουν διακριτικά. Μόνο το γεφυράκι ξεφεύγει από την προσωπική μου ανάγνωση αλλά και γι’ αυτό μπορώ να δεχτώ ότι ίσως εξυπηρετεί έναν διαφορετικό σκοπό, μια μικρο-μεγάλη Αλίκη, ίσως.  Άλλωστε, δεν είναι ανάγκη να κατανοούμε τα πάντα σ’ ένα ποίημα. Γιατί για μένα ο σχεδιασμός της πλατείας αυτής διαβάζεται σαν ένα γρήγορο ποίημα πόλης.

Κατά βάθος όμως, η πλατεία αυτή μου αφήνει πάντα μια μελαγχολία. Και αυτό γιατί συμβαίνει συνήθως να είναι ολιγοσύχναστη, σαν έναν πολύ ωραίο κήπο ιδιωτικής βίλας που μόνο λίγοι μπορούν να την επισκεφτούν και αυτοί ένας ένας, άντε το πολύ δύο δύο. Σαν μια πλατεία ιδιωτική που έχει σχεδιαστεί για να ικανοποιεί απόλυτα την ανάγκη της ιδιωτικότητας. Σαν μια πλατεία που δεν θα μπορέσεις ποτέ να δεις έναν άστεγο και αν τον δεις μάλλον θα είναι είδηση. Σαν μια πλατεία που δεν θα μπορέσει κανείς να παρεκτραπεί ούτε στο ελάχιστο. Πράγματι, ένα περίεργο είδος πλατείας. Σκέφτομαι δε ακόμα ότι ειδικά τα βράδια είναι σαν να την κλειδώνει κάποιος μ’ ένα μεγάλο αόρατο κλειδί. Ποιος ή ποιοι άραγε;

Αλλά και πάλι, δύσκολα θα μπορούσε να σχεδιαστεί μια πιο πετυχημένη πλατεία για τη συγκεκριμένη γειτονιά, λαμβάνοντας υπόψη ακόμα και τις όποιες αντιρρήσεις είχαν τότε (2004) διατυπωθεί.

Και καταλήγω φυσικά να σκέφτομαι τις συνθήκες…

Μήπως τον αρχιτέκτονα οι συνθήκες αυτές που παράγουν τόσες κραυγαλέες αντιφάσεις τον ξεπερνούν; Μήπως ο ποιητής ξαφνικά ακούει το καλό του ποίημα να απαγγέλεται στον θαυμαστό κήπο των λίγων με σκοπό να ακουστεί από λίγους; Κάποια στιγμή πάντως, θα πρέπει να μιλήσουμε και γι’ αυτές τις συνθήκες συλλογικά. Μέχρι τότε όμως, τι κάνουμε; Ποιες αντιφάσεις πρέπει να χωνέψουμε και ποιες όχι; Ιδού η απορία!

 

Υπ. Θυμάμαι πάντως πώς ήταν και πριν την ανάπλαση. Ήταν λίγο σαν μια μικρή ζούγκλα στο κέντρο της Αθήνας, με περισσότερο χώμα η αλήθεια είναι απ’ όσο τώρα. Το πράσινο κατέκλυζε τον χώρο της άναρχα και όταν τη διέσχιζα θυμάμαι από την οδό Πατριάρχου Ιωακείμ για να πάω συνήθως στο Βρετανικό Συμβούλιο ένιωθα σαν να χωνόμουν σε έναν υπερμεγέθη θάμνο. Φωτογραφία πάντως της πλατείας δε βάζω. Μήπως και σας κεντρίσω το ενδιαφέρον να πάτε όσοι έχετε λίγο καιρό και να τη «διαβάσετε». Και για όσους δεν έχουν χρόνο για πραγματικές περιπλανήσεις προτείνω το Κουτσό. Μάλιστα διαβάζεται και αποσπασματικά, όπως άλλωστε και οι πόλεις μας.

Καλή  Άνοιξη να έχουμε

 

 

 

Advertisements

Το Τέλος του Δημόσιου Χώρου; Το «Πάρκο του Λαού», Ορισμοί του Δημόσιου και της Δημοκρατίας. (Μέρος Α)

Πριν από λίγο καιρό διάβασα το πέιπερ The End of Public Space? People’s Park, Definitions of the Public and Democracy” του γεωγράφου Don Mitchell που δημοσιεύτηκε το 1995. Μου άρεσε, γιατί ήταν πραγματικά σα να έβαζε σε τάξη διάφορες δικές μου σκόρπιες σκέψεις και να τις επέκτεινε με επιχειρήματα, βιβλιογραφία και στοιχεία. Ήταν, επίσης, σα να μπορούσε η ανάλυσή του, να σχολιάσει πολλά αντίστοιχα γεγονότα με του Πάρκου του Λαού που έχουν συμβεί από το ’90 έως και σήμερα. Στόχος του ποστ αυτού είναι να συνοψίσω και να επικοινωνήσω την ουσία του κειμένου του γνωστού γεωγράφου.

Εν τάχει: Το κείμενό του Don Mitchell ξεκινάει παίρνοντας σαν αφορμή την ιστορία του People’s Park που βρίσκεται στο Σαν Φρανσίσκο (google maps) καθώς και τη σχέση του με την ίδια την πόλη, το πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϋ και φυσικά τους κατοίκους της ευρύτερης γειτονιάς. Στη συνέχεια, επεκτείνεται στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε το δημόσιο χώρο σε σχέση με την έννοια του αποκλεισμού εστιάζοντας, κατά κύριο λόγο, στους άστεγους. Αναφέρεται, επίσης, στην έννοια του δημόσιου χώρου στις σύγχρονες πόλεις αλλά και στην ανάδυση νέων “άυλων” δημόσιων χώρων. Κλείνοντας, τονίζει την αναγκαιότητα ύπαρξης “απτών”, υλικών δημόσιων χώρων και τη συμβολή τους στη δημοκρατία.

Τα γεγονότα

Η ιστορία του πάρκου ξεκινάει το 1967, όταν ο χώρος του σημερινού People’s Park είχε περάσει στην ιδιοκτησία του πανεπιστημίου μέσω υποχρεωτικής απαλλοτρίωσης με σκοπό να κτιστούν φοιτητικές εστίες. Το πανεπιστήμιο, ωστόσο, λόγω έλλειψης χρημάτων, ανέβαλε τα σχέδιά του ώσπου, το 1969, μια ομάδα φοιτητών, αποφάσισε να διεκδικήσει το άδειο οικόπεδο για να το μετατρέψει σ’ ένα ελεύθερο αυτοδιοικούμενο πάρκο στο μέσο ενός πυκνού αστικού ιστού με μεγάλη ανάγκη για ελεύθερους χώρους. Η αντιπαράθεση μεταξύ των φοιτητών και της διοίκησης του πανεπιστημίου, που πυροδοτήθηκε μετά την πρωτοβουλία των φοιτητών, αφενός, οδήγησε στην κορύφωση των γεγονότων που έδωσαν στο Μπέρκλεϋ τον χαρακτηρισμό ενός φιλελεύθερου πανεπιστημίου αφετέρου, συνέβαλε στην υποχώρηση του πανεπιστημίου από τις —νόμιμες— διεκδικήσεις του για τον χώρο αυτό, για αρκετά χρόνια.

Παρ’ όλ’ αυτά, το 1989, όταν η αγωνιστικότητα του φοιτητικού κινήματος είχε πέσει και το δημοτικό συμβούλιο της πόλης είχε πάρει μια πιο συντηρητική στροφή, το πανεπιστήμιο θεώρησε ότι οι συνθήκες για την αναμόχλευση του ζητήματος είχαν ωριμάσει. Υπογράφεται, τότε, μια συμφωνία μεταξύ του πανεπιστημίου και του δημοτικού συμβουλίου για την “αξιοποίηση” του χώρου, με το επιχείρημα ότι το Πάρκο του Λαού είχε μετατραπεί σ’ ένα χώρο επικίνδυνο για τους κατοίκους της γύρω περιοχής, καθώς σ’ αυτό δραστηριοποιούνταν μικροεγκληματίες, γινόταν διακίνηση ναρκωτικών και είχαν βρει καταφύγιο πολλοί από τους αστέγους της πόλης. Το καλοκαίρι, λοιπόν, του 1991, υπήρξε και ξανά βίαιη αντιπαράθεση για τα μελλοντικά σχέδια του πανεπιστημίου σε συνεργασία με τον Δήμο της πόλης και την τύχη ενός από τους ελάχιστους αληθινά δημόσιους χώρους της πόλης, όπως χαρακτηριστικά έλεγαν οι υπερασπιστές του.

Το πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϋ, γνωρίζοντας ότι χωρίς τη συμβολή του Δήμου δεν θα κατάφερνε να εντείνει τον έλεγχό του στο πάρκο για το εγχείρημα αυτό, ζήτησε τη συμβολή του Δήμου. Στη συμφωνία που συνάφθηκε αποφασίστηκε το χτίσιμο αθλητικών εγκαταστάσεων για τους φοιτητές αλλά και η μίσθωση μέρους του πάρκου από το Δήμο έναντι συμβολικού ποσού για τους κατοίκους της γειτονιάς. Το “ουσιαστικό” αντίτιμο που ο Δήμος θα έπρεπε να πληρώσει, αφορούσε τη συνδρομή του στην εφαρμογή του νόμου. Εκεί λοιπόν, που άλλοτε στεκόταν το βήμα του ομιλητή, με το χώρο μπροστά για τις συνελεύσεις και το κουτί ανταλλαγών, είχε αποφασιστεί να γίνουν γήπεδα Beach Volley και διάφοροι ακόμα βοηθητικοί χώροι.

biblioteca_the-end-of-public-space_mitchell

Σύμφωνα με τις διακηρύξεις του Πανεπιστημίου, στόχος ήταν ο χώρος να κρατηθεί ως πάρκο αλλά και να απομακρυνθούν οι παράνομες δραστηριότητες και το εγκληματικό στοιχείο για να γίνει και πάλι θελκτικό για τους φοιτητές και για τους κατοίκους που ανήκαν κυρίως στα μεσαία στρώματα. Και όπως τονίζει ο D.M, τα ίδια πάνω κάτω επαναλάμβαναν σε συντονισμό και τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης: Το πάρκο δεν χρησιμοποιείται όπως θα έπρεπε, μόνο ένα μικρό μέρος της κοινωνίας απολαμβάνει το χώρο, το οποίο δεν είναι καν αντιπροσωπευτικό μέρος της κοινωνίας, το πάρκο πρέπει να εξωραϊσθεί για να μπορεί να δέχεται ένα περισσότερο “κατάλληλο” κοινό. Και φυσικά, μια σειρά από συνεχείς διαβεβαιώσεις από τους εμπνευστές των επεμβάσεων ότι κανείς δεν θα πείραζε τους αστέγους.

Για τους υπέρμαχους του πάρκου, ο χώρος αυτός ήταν, κατ’ αρχάς, ένας από τους ελάχιστους όπου οι άστεγοι μπορούσαν να κοιμούνται, ας πούμε, ήσυχοι. Ήταν επίσης ένας χώρος απ΄ όπου η κρατική εξουσία θα μπορούσε να κρατηθεί μακριά. Τα πιο ζωτικά στοιχεία της πολιτικής του αυτής διάστασης, που υλικά και χωρικά αποτυπώνονταν με τα ελάχιστα κινητά έπιπλα, όπως το βήμα του ομιλητή με τη μεγάλη επιφάνεια γρασιδιού που απλωνόταν μπροστά του για τις συνελεύσεις και το κουτί ανταλλαγών, θα γίνονταν γήπεδα του βόλεϊ με περίφραξη για τους υπαλλήλους και τους φοιτητές του πανεπιστημίου. Η πολιτική διάσταση του χώρου ουσιαστικά διαμελιζόταν.

Από την άλλη, μεγεθύνοντας λίγο το πλάνο, οι αλλαγές στο πάρκο εντάσσονταν σε μια γενικότερη προσπάθεια τόνωσης της περιοχής καθώς, το γύρω εμπορικό κομμάτι είχε αρχίσει να δείχνει σημάδια παρακμής. Η περιοχή που τα τελευταία είκοσι χρόνια (1967-1987) είχε σιγά σιγά μεταμορφωθεί: τα άλλοτε μικρά οικογενειακά καφέ και εστιατόρια είχαν αντικατασταθεί σταδιακά από μεγαλύτερες και γνωστότερες αλυσίδες που εξυπηρετούσαν κυρίως φοιτητές και εργαζόμενους. Υπαίτιο για την παρακμή αυτή, αρκετοί από τους μαγαζάτορες, θεωρούσαν το πάρκο και τις συνεχείς φασαρίες γύρω απ’ αυτό. Ωστόσο, αν και η αστυνομία, σύμφωνα με δικά της στοιχεία, διαπίστωνε ότι η όποια εγκληματικότητα στο πάρκο δεν ξεπερνούσε αυτήν που συναντιόταν σε άλλα σημεία της πόλης, ο φταίχτης, στη συνείδηση του κόσμου, εξακολουθούσε να είναι το πάρκο και αυτό τελικά ήταν που μετρούσε.

Κάπως έτσι, έφτασαν τα πράγματα στις βίαιες συγκρούσεις του Αυγούστου του 1991 γύρω από το πάρκο. Με στρατιωτικού τύπου επέμβαση το πανεπιστήμιο και ο Δήμος επέβαλαν το νέο καθεστώς στο πάρκο οδηγώντας τους υπερασπιστές του σε υποχώρηση. Λίγες μέρες μετά, στα νέα γήπεδα του βόλεϊ, έκαναν την εμφάνισή τους οι πρώτοι υπάλληλοι του πανεπιστημίου που τους παραχωρούνταν ειδική άδεια αν ήταν να παίξουν βόλεϊ στο Πάρκο του Λαού.

Το 1993, δύο χρόνια μετά τα επεισόδεια, ο D.M περιγράφοντας την εμπειρία του από μια βόλτα στο πάρκο, μας μεταφέρει τη μεσοβέζικη κατάσταση του πάρκου που είχε τότε διαμορφωθεί: Αστυνομικοί σε επαγρύπνηση, μερικές ομάδες αστέγων, κατεστραμμένα γήπεδα του βόλεϊ, και άπλετος φωτισμός για τον καλύτερο έλεγχο του πάρκου τα βράδια, συνέθεταν το γενικότερο τοπίο. Κάνει λόγο, τέλος, για τις μηνύσεις του πανεπιστημίου κατά των ακτιβιστών και υπερασπιστών του πάρκου, για βανδαλισμό και χρήση βίας τον Αύγουστο του 1991. Σημειώνοντας επίσης, ότι στην προσπάθεια του πανεπιστημίου να έρθει σε διακανονισμό με τους ακτιβιστές, με αντάλλαγμα τη μόνιμη εξαίρεσή τους σε τυχόν μελλοντικές εξελίξεις για το πάρκο, οι ακτιβιστές ανταπάντησαν με νέες μηνύσεις κατά των Στρατηγικών Μηνύσεων του πανεπιστημίου ενάντια στη Δημόσια Συμμετοχή (Strategic Lawsuit against Public Participation) όπως οι τελευταίοι τις αποκάλεσαν.

Σήμερα, από μερικά δημοσιεύματα που διάβασα, μοιάζει (χωρίς αυτό να είναι και βέβαιο) σαν η πλάστιγγα να έχει γείρει και πάλι προς τους κατοίκους (ποιους άραγε κατοίκους;). Σ’ αυτό, γίνονται αστικές καλλιέργειες από την τοπική κοινότητα, ενώ ένα ευρύτερο κοινό προσελκύεται για τη διοργάνωση πολιτικών συζητήσεων, συναυλιών και διαμαρτυριών.

Στο δεύτερο μέρος θα ακολουθήσει η παρουσίαση της ανάλυσης των παραπάνω γεγονότων από τον D.M.

1000park2

Πλατεία Tartini

TartiniTartini_Square_from_above,_Piran,_May_2009

Η πλατεία Tartini είναι η κεντρική πλατεία του Pirano, Slovenia και βρίσκεται στην θέση του παλιού λιμανιού της πόλης.

Το 1986 ανέθεσαν στον Boris Podrecca τον ανασχεδιασμό της πλατείας. Το σχέδιο ανάπλασης, υλοποιήθηκε σε δύο φάσεις, με την σταδιακή απομάκρυνση του αυτοκινήτου και την απόδοση του χώρου στους πεζούς. Στην πρώτη φάση κατασκευάστηκε η έλλειψη. Η έλλειψη εγγράφεται στο ακανόνιστο σχήμα του χώρου, ενώ θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι κάνει και αναφορά στο παλιό λιμάνι (το περίγραμμα του οποίου φαίνεται σχεδιασμένο στο αξονομετρικό). Επίσης, η περίμετρος της συγκεντρώνει τον αστικό εξοπλισμό (φωτιστικά, παγκάκια, αγωγοί ομβρίων). Μέσα στην έλλειψη είναι τοποθετημένο το άγαλμα του Giuseppe Tartini  (το πιο γνωστό έργο του είναι το ‘Devil’s Trill Sonata”) σπουδαίου βιολονίστα που γεννήθηκε εδώ το 1692, εξού και το όνομα της πλατείας.

Αυτή η πλατεία μου αρέσει πολύ, για έναν λόγο όμως που δεν έχω βρει να αναφέρεται κάπου. Δεν είναι προφανές ότι οι δημόσιες εκδηλώσεις γίνονται μέσα στην έλλειψη; Επίσης, δεν θα μας φαινόταν περίεργο τα τραπεζάκια που βρίσκονται, πάνω στον τετράγωνο κάνναβο και έξω από την έλλειψη να μετακόμιζαν μέσα σ’ αυτήν; Δεν υπάρχει μια αντιστοίχιση της μικρής κλίμακας της πλατείας (άτομα-ιδιώτες) με τον τεμαχισμένο, περιμετρικό και ασαφές χώρο του καννάβου; Δε μοιάζει η έλλειψη ως ένα σαφές, ενοποιημένο και κεντρικά τοποθετημένο σχήμα να αναφέρεται στην μεγάλη κλίμακα (δημόσιο-κοινό); Δεν είναι πολύ ευδιάκριτη η «θεατρικότητα» αυτού του κεντρικού δημόσιου χώρου, όπου ο ρόλος σου ως ηθοποιού-θεατή αλλάζει ανάλογα με το σε ποιόν από τους δύο χώρους βρίσκεσαι;

(Η Slovenia είναι κυρίως ορεινή χώρα και έχει μια πολύ μικρή ακτογραμμή, σαν να λέμε Πειραιάς-Γλυφάδα, στο μυχό της Αδριατικής. Ξέρετε για ποιό λόγο επίσης είναι γνωστό το Pirano; Για το αλάτι! Απ’ την ελάχιστη αυτή ακτογραμμή εφοδιαζόταν με αλάτι όλη η ενδοχώρα! Κάθε χρόνο, τον Απρίλη, στην πλατεία γίνεται το Φεστιβάλ Αλατιού. Αν ψάξετε την πόλη στον χάρτη, πέρα από την έλλειψη της πλατείας που γυαλίζει, θα δείτε και τις αλυκές κάπου εκεί νότια.)

%d bloggers like this: