Tag Archive | Καλλιόπη Κατσικαβέλη

Επεμβάσεις στην πόλη της Αθήνας μετά τη μικρασιατική καταστροφή

Κατά την περίοδο της έλευσης των προσφύγων της μικρασιατικής καταστροφής, είχε ήδη εδραιωθεί η διαφοροποίηση μεταξύ των ανατολικών και δυτικών συνοικιών στην Αθήνα, σε αναβαθμισμένες και υποβαθμισμένες.

Τα βασικά κριτήρια επιλογής των περιοχών εγκατάστασης των προσφύγων στην Αθήνα και τον Πειραιά, ήταν η ύπαρξη ελεύθερων απαλλοτριώσιμων χώρων και η μη συνύπαρξη με τις καλές περιοχές κατοίκησης. Η εγκατάσταση γίνεται εκτός της τότε περιμέτρου της πόλης σε απόσταση ενός ή 4 χιλιομέτρων. Αυτός ο απομονωτισμός τούς επιβλήθηκε για καθαρά εκλογικούς λόγους, αλλά και για να μη διαταραχθεί η κοινωνική ησυχία του ισάριθμου γηγενούς πληθυσμού. Τούτη την πολιτική το κράτος θα την πληρώσει ακριβά 20 χρόνια μετά, με τον εμφύλιο, μιας και αυτοί οι οικισμοί, χάρις στην εσωστρέφεια που τους επέβαλαν, έχοντας προστατεύσει τον πολιτισμό και τις παραδόσεις των κατοίκων τους, θα αποτελέσουν τις εστίες του αντάρτικου. Έτσι οι συνοικισμοί δημιουργούνται κυρίως στις δυτικές περιοχές και κοντά σε ήδη υπάρχουσες βιομηχανικές εγκαταστάσεις. Στην περίπτωση που δεν υπήρχε βιομηχανία, αυτή εγκαθίσταται στη συνέχεια σε γειτνίαση με τους προσφυγικούς συνοικισμούς.

Ο διπλασιασμός του πληθυσμού της πρωτεύουσας συνένωσε παλιά χωριά της ενδοχώρας με την κυρίως πόλη των Αθηνών. Είχε ήδη προηγηθεί η αποδιοργάνωση της υπαίθρου, το μεταναστευτικό κύμα προς την Αμερική, και έντονη αστικοποίηση.

egkatastash twn prosfugwn sthn athina

Οι πολεοδομικές μεταλλαγές προκάλεσαν κυβερνητικές επεμβάσεις, οι οποίες ξεφεύγουν πλέον από το επίσημο κέντρο της πόλης και από τη «μνημειακή εικόνα του», και την προσπάθεια καθιέρωσης μιας «ευρωπαϊκής πρωτεύουσας». Τα προβλήματα επικεντρώνονται στην επέκταση της πόλης, στη στέγαση, στην κυκλοφορία, στις χρήσεις εδάφους, στη βιομηχανία. Το επίσημο κράτος έκανε παρέμβαση σε δύο τομείς: τον τομέα του σχεδίου πόλης και τον τομέα της δόμησης. Η μορφή των επεμβάσεων στις υποδομές της πόλης, στην ύδρευση, στον ηλεκτροφωτισμό, στις τηλεπικοινωνίες και τις συγκοινωνίες, ήταν η παράδοσή τους με αποικιοκρατικούς όρους είτε σε μεγάλες ξένες εταιρείες είτε στο εγχώριο ιδιωτικό κεφάλαιο: η ύδρευση στην αμερικανική εταιρεία Ulen & Co., η οποία κατασκεύασε το φράγμα του Μαραθώνα και το νέο δίκτυο διανομής (που κατά πολύ βασίστηκε στην χάραξη του Αδριάνειου Υδραγωγείου), η τηλεπικοινωνία στη Siemens – Halske, ενώ η ενέργεια και οι μεταφορές στην αγγλική The Power & Traction Finance Cο. Ltd. Οι μεταφορές αφορούσαν το δίκτυο του τραμ και τον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο Αθηνών-Πειραιώς. Τα δρομολόγια των λεωφορείων εκτελούνταν από ιδιώτες, κατ’ εξοχήν από την ενδοχώρα προς την κυρίως πόλη.

Στον τομέα του σχεδίου πόλης εκδίδεται ο πολεοδομικός νόμος της 23ης Ιουλίου 1923 και στη συνέχεια εκπονούνται σχέδια για την Αθήνα, με πρώτο της επιτροπής Καλλιγά (1924) ενώ στον τομέα της δόμησης εισάγεται ο ν. 3741/1929 «περί οριζοντίου ιδιοκτησίας», και νέος οικοδομικός κανονισμός. Με τον νόμο περί οριζοντίου επιτρέπεται η κατάτμηση του χώρου μιας κατοικίας, οδηγώντας έτσι στην πολυκατοικία, ενώ ο νέος ΓΟΚ με τους ιδιαίτερα υψηλούς συντελεστές εκμετάλλευσης, αυξάνει το ύψος των κτιρίων και κατά συνέπεια τη φυσιογνωμία της πόλης.

Αποτέλεσμα της πρώτης ρύθμισης είναι η αθηναϊκή μεσοπολεμική κατοικία, η οποία ταξινομείται τόσο διαστρωματικά όσο και γεωγραφικά. Τα μονώροφα κτήρια των δυτικών και νότιων συνοικιών, αποτελούν τη λαϊκή κατοικία μαζί με τα σπίτια των προσφυγικών οικισμών. Τα σπίτια της ευρύτερης μεσαίας τάξης, η αστική κατοικία, είναι τα μονώροφα, διώροφα και τριώροφα σπίτια των βόρειων και ανατολικών περιφερειακών συνοικιών και των κεντρικών περιοχών. Ο γεωγραφικός διαχωρισμός καλά κρατεί.

 

Πηγές

Σαρηγιάννης Γ. Αθήνα 1830-2000. Εξέλιξη – Πολεοδομία – Μεταφορές (Συμμετρία, 2000).

Ρούσση Βασιλική: Τα σπίτια του μεσοπολέμου στην Αττική. Αστική, προαστιακή, εξοχική κατοικία. Διδακτορική διατριβή, ΕΜΠ, 2011.

Πολεοδομία και δημόσια τάξη. Αθήνα, ανοχύρωτη πόλη. Έκδοση της λέσχης κατασκόπων του 21ου αι., Ιούνιος 2002.

Τρεις κήποι…

Στην Αθήνα, εκτός από τα μνημεία της, υπάρχουν και μη υλοποιηθέντα κατάλοιπά της, όπως για παράδειγμα οι κήποι. Στη Χάρτα της Φλωρεντίας υπογραμμίζεται η μεγάλη σημασία του κήπου και προσδιορίζεται η έννοια του ιστορικού κήπου ως αρχιτεκτονικού δημιουργήματος και γίνεται ο χαρακτηρισμός του ως μνημείου (άρθρο 1). Σημαντική είναι η μελέτη των μη υλοποιημένων, γιατί μετατοπίζει τη συζήτηση από το πεδίο της αισθητικής και τη μετατρέπει σε εργαλείο για την κατανόηση της ιστορικής εξέλιξης του οικιστικού ιστού, της κοινωνικής διάρθρωσης και των λειτουργιών της πόλης.

Σύμφωνα με το πρώτο σχέδιο της πόλεως των Αθηνών, η κορυφή του ιστορικού τριγώνου, η σημερινή πλατεία Ομονοίας, αποτελούσε την αρχική θέση των ανακτόρων. Τα ανάκτορα είχαν τοποθετηθεί εκτός της περιοχής των τειχών της οθωμανικής Αθήνας (“Οι επτά πύλες του τείχους του Χασεκή”).

Ο πρώτος κήπος είναι το μεγάλο ορθογώνιο που ορίζεται από τις οδούς Αιόλου, Ευριπίδου, Σωκράτους και τη νοητή συνέχεια της Ζήνωνος.

κήπος 1

Κήπος μπροστά από τα ανάκτορα.

Ο δεύτερος κήπος είναι ένα μεγάλο Π με τις οδούς Χαλκοκονδύλη, Μενάνδρου, Αγίου Κωνσταντίνου, Βερανζέρου και Πατησίων να τον ορίζουν νοητά.

κήπος 2

Κήπος πίσω από τα ανάκτορα. Το “κενό” το καλύπτει η σημερινή πλατεία Λαυρίου.

Ο τρίτος κήπος είναι το κτήμα του Φαναριώτη ηγεμόνα της Μολδοβλαχίας Μιχαήλ Βόδα, ο οποίος «ηγόρασεν ένα πελώριον κτήμα μεταξύ των οδών Αχαρνών και Λιοσίων, από της οδού Σούρμελη μέχρι της οδού Σμύρνης, και έκτισεν εκεί την έπαυλίν του, την οποίαν εγνωρίσαμεν οι μεταγενέστεροι παρά την οδό Αλκιβιάδου, στεγάζουσαν το Άσυλον της Αγ. Αικατερίνης»[1].

κήπος 3

Το κτήμα του Μιχαήλ Βόδα.

Η Λιοσίων, ένας παλιός, αγροτικός δρόμος, διατρέχει και τους τρεις αυτούς κήπους. Η αφετηρία της, κατά την τελευταία περιτείχιση της πόλης από το τείχος του Χασεκή (1775), ήταν η Μενιδιάτικη πόρτα ή Αγίων Αποστόλων, στο ύψος της συμβολής της σημερινής πλατείας Δημαρχείου με την οδό Στρέιτ. Όπως αναφέρει και ο Κ. Μπίρης[2] «… (η Μενιδιάτικη πόρτα) … απετέλει την αφετηρίαν του δρόμου Χασιάς-Θηβών διά της οδού Λιοσίων, με μίαν διακλάδωση παρά την Βάθην προς το Μενίδι και προς το Μπογιάτι, διά της οδού Αχαρνών, και άλλην προς τα Σεπόλια διά της ομωνύμου οδού της σημερινής πόλεως». Με την ολοκλήρωση του σχεδιασμού των ανακτόρων, η Αθήνα αποκτά και βασιλικό κηπουρό, ο οποίος τίθεται στην υπηρεσία του Δήμου, και οι πρώτες δεντροφυτεύσεις των Αθηνών ήταν οι λεωφόροι Πανεπιστημίου, Κηφισίας, Αμαλίας, η παλαιά οδός Φαλήρου, η Πατησίων, η Αχαρνών και η Λιοσίων[3].

κήποι

Οι τρεις κήποι, με την Λιοσίων να τους διασχίζει.

Οι παλιοί δρόμοι παραμένουν, και ενσωματώνονται στον ιστό, κατά τις αλλαγές που πραγματοποιούνται στην πόλη των Αθηνών τον 19ο αιώνα: ο νεοκλασικισμός και η συμμετρία του σχεδίου των Κλεάνθη – Scahubert «αποκαθιστούν» τη μορφή της Τουρκοκρατούμενης Αθήνας, που βλέπουμε στον χάρτη του Coubault (αρχή του 19ου αιώνα, στον χάρτη του Coubault διακρίνονται καθαρά οι καλλιεργημένες εκτάσεις εκτός των τειχών).

Οι μη υλοποιημένοι κήποι και το εκτός του τείχους τοπίο του 19ου αιώνα υπάρχουν πια μόνο στην εισβολή της φύσης μέσα στο αστικό τοπίο, στην ιδιωτικοποίηση των στοών ή στα μπαλκόνια των πολυκατοικιών…

 

«Μπορεί κανείς να δει μια μορφή μέσα από ένα διαφορετικό περίγραμμα κάθε φορά. Να απεικονίσει τη μορφή μέσα από το δικό του πρίσμα και να δει μια καινούργια όψη της, που συμπληρώνει τον χαρακτήρα της.» (Στεφάνου «Περιγραφή της εικόνας της πόλης», σελ. 92)

 

[1] (Μπίρης, Αι Αθήναι, Από του 19ου εις τον 20όν αιώνα, 1966), σελ.22

[2] (Μπίρης, Αι Αθήναι, Από του 19ου εις τον 20όν αιώνα, 1966), σελ. 11

[3] (Μπίρης, Αι Αθήναι. Από τον 19ο εις τον 20ό αιώνα, 1966), σελ. 67

Αθήνα και εκβιομηχάνιση

Ο όρος «εκβιομηχάνιση» δεν σημαίνει απλώς την ύπαρξη ορισμένων βιομηχανιών. Σημαίνει ότι κάτι εκ-βιομηχανίζεται, και αυτό είναι η οικονομία της χώρας. Κατά την διαδικασία της εκβιομηχάνισης, η οργάνωση της παραγωγής τείνει να γίνει βιομηχανική. Δηλαδή, δημιουργείται βαθμιαία ένας πυρήνας εργοστασίων στο κέντρο μιας περιφέρειας παλαιών μικρών βιοτεχνιών οι οποίες προϋπήρχαν και εκσυγχρονίζονται.

Η πορεία της εκβιομηχάνισης της Ελλάδος είναι άμεσα συνδεδεμένη με την πρωτεύουσά της. Το 1833 η Αθήνα γίνεται πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Η αθηναϊκή ανάπτυξη είναι άμεσα συνδεδεμένη με την άνοδο της εθνικής αστικής τάξης. Η χωροθέτηση των βιομηχανικών εγκαταστάσεων στην περιοχή της Αθήνας ακολούθησε τις ήδη υπάρχουσες «διαδρομές» (βλέπε και: “Οι επτά πύλες του τείχους του Χασεκή”) των βιοτεχνικών δραστηριοτήτων που υπήρχαν σε αυτή, ήδη από την εποχή της τουρκοκρατίας (βλέπε και: “Βλέποντας” τις βιοτεχνίες μέσα στα τείχη της δυτικής πλευράς της Αθήνας του 18ου αι.”). Αυτές ήταν χωροθετημένες στην δυτική πλευρά της πόλης. Τα ρυθμιστικά σχέδια που εκπονήθηκαν κατά την διάρκεια του 19ου αι. για την νέα πρωτεύουσα εδραίωσαν μια διαφοροποίηση μεταξύ των ανατολικών και δυτικών συνοικιών, παγιώνοντάς τες σε αναβαθμισμένες και υποβαθμισμένες.
Η τάση αυτή ενισχύθηκε από την ύπαρξη αλλά και από την ενίσχυση οδικών αξόνων καθώς και από την ενίσχυση της συνύπαρξης περιοχών κατοικίας και περιοχών εργασίας. Η συγκέντρωση πληθυσμού στον αστικό χώρο, τόσο από την ύπαιθρο, κατά τις διαδοχικές αυξήσεις του ελλαδικού εδάφους, όσο κυρίως από την μεγάλη είσοδο πληθυσμού που επέφερε η μικρασιατική καταστροφή, γιγάντωσαν την πόλη έως τον ΒΠΠ. Κατά την μεταπολεμική περίοδο, το κύμα φυγής από την ύπαιθρο ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο, μέσω των διωγμών των ηττημένων αριστερών, διογκώνοντας την μορφή της πόλης. Η μετακίνηση συνοδεύεται από μια βιομηχανική συγκέντρωση σε αποκεντρωμένες περιοχές, όπως οι Εθνικοί Οδοί και το Θριάσιο Πεδίο, με αποτέλεσμα οι περιοχές όπως ο Ελαιώνας και η Πειραιώς να συγκεντρώνουν πια τη μικρομεσαία βιομηχανία και μεταποίηση. Η εξέλιξη της μεταπολεμικής Αθήνας στηρίχθηκε, κυρίως, σε ένα συγκεντρωτικό μοντέλο ανάπτυξης, υποβοηθούμενο από όλες εκείνες τις παραμέτρους που δημιούργησαν το φαινόμενο της έντονης αστυφιλίας. Η ανάπτυξη αυτή υπονόμευσε την ορθή διαχείριση του αστικού χώρου. Κάτω από την ολιγωρία ή την ανοχή της Πολιτείας, η πόλη αναπτύχθηκε με ραγδαίους και κατά –το πλείστον– ανεξέλεγκτους ρυθμούς, χωρίς ορθολογική κατανομή και οργάνωση των χρήσεων γης. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό και με την πολιτική γης που ασκήθηκε, οδήγησε αφ’ ενός σε ένταση της δόμησης του κυρίως αστικού χώρου και αφ’ ετέρου στην οικιστική εξάπλωση πέραν των ορίων της «νόμιμης πόλης». Παράλληλα, ελαχιστοποιήθηκε η δυνατότητα έγκαιρης επέμβασης για διασφάλιση γης, απαραίτητης τόσο υπό μορφή ελεύθερων χώρων αναψυχής και πρασίνου, όσο και για την κάλυψη αναγκών κοινωνικού εξοπλισμού και μεταφορικής υποδομής.
Όπως αναφέρει και η Κ. Δεμίρη (1) κύριο λόγο στη χωροθέτηση των βιομηχανιών παίζει το είδος της κινητήριας δύναμης της παραγωγικής διαδικασίας. Στην πρώτη περίοδο (από την απελευθέρωση και την δημιουργία του νέου ελληνικού κράτους έως το 1920) η κινητήριος δύναμη είναι το νερό και μετέπειτα ο ατμός, με άμεση συνέπεια η χωροθέτηση των βιομηχανικών δραστηριοτήτων να γίνεται κοντά σε περιοχές με νερό.
Έως το 1870(2), ο όρος βιομηχανία χρησιμοποιούνταν για να δηλώσει κάθε είδους παραγωγική δραστηριότητα, από την χειροτεχνία και την βιοτεχνία μαζί, ή κάθε επιχειρηματική ή εργασιακή προσπάθεια στην βιοτεχνία, το εμπόριο, τις τράπεζες, την δημόσια διοίκηση. Δεν έχει ενσωματώσει δηλαδή ακόμη τις έννοιες της κεφαλαιακής επένδυσης, της τεχνολογίας και της μισθωτής εργασίας.
Η εκβιομηχάνιση στην Ελλάδα του 19ου αιώνα ακολούθησε απευθείας το πρότυπο της γαλλικής εξέλιξης. Το γαλλικό βιομηχανικό πρότυπο βασίστηκε στην ίδρυση μιας τράπεζας βιομηχανικής πίστεως, της Crédit Mobilier. Κύριος σκοπός της γαλλικής τράπεζας, ήταν να χρηματοδοτεί βιομηχανίες, να διοργανώνει ή να εγγυάται την δημόσια εγγραφή στο μετοχικό κεφάλαιο νέων βιομηχανιών και να συμμετέχει η ίδια στο κεφάλαιό τους. Το 1872 ιδρύεται η Γενική Πιστωτική Τράπεζα, ως πρώτη σημαντική επένδυση ομογενών κεφαλαιούχων στην Ελλάδα (Βαλτατζής και Συγγρός), με κύριο στόχο να αποσπάσουν από την Εθνική Τράπεζα μερίδιο της χρηματοπιστωτικής αγοράς, συμπεριλαμβανομένου του εκδοτικού δικαιώματος. Δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια πώς η Τράπεζα θα στηρίξει την ελληνική βιομηχανία. Στην πράξη διαπιστώθηκε ότι ούτε η βιομηχανία ούτε η γεωργία θα απασχολήσουν τους ομογενείς ιδρυτές. Το μεγαλύτερο μέρος των κεφαλαίων τοποθετείται σε χρεόγραφα, ενώ άλλο θα αφιερωθεί σε δωρεές και ευεργεσίες. Μεγάλο επίσης μέρος πηγαίνει για να καλύψει την αγορά ιδιοκτησιών (γης και κατοικίας), σε δανεισμό, αλλά και για την επανοτροφοδότηση οικείων δραστηριοτήτων σε χώρες του εξωτερικού.
Καθίσταται πλέον σαφές ότι η λεγόμενη εκβιομηχάνιση και κατά συνέπεια η εγκατάσταση βιομηχανικών δραστηριοτήτων στο νέο ελλαδικό κράτος δεν ήταν αποτέλεσμα μιας συγκεκριμένης πολιτικής βούλησης με γνώμονα μια πρώιμη αναπτυξιακή πορεία, αλλά αποτέλεσμα της πρόθεσης πλουτισμού μιας ήδη οικονομικά εύρωστης τάξης.

1. Δεμίρη Κωνσταντίνα: «Η εξέλιξη της αρχιτεκτονικής των βιομηχανικών κτιρίων στην Ελλάδα από τα τέλη του 19ου αιώνα ως σήμερα», Αρχιτεκτονικά Θέματα, τ. 25/1991
2. Ο πολλαπλασιασμός της παραγωγής σταφίδας στα 1830-1870 σε συνδυασμό με την φυλλοξήρα στα γαλλικά αμπέλια εκτοξεύει στα ύψη την τιμή του ελληνικού καρπού. Την ίδια εποχή αναπτύσσεται και η εξορυκτική δραστηριότητα στο Λαύριο. Και οι δύο αυτές περιπτώσεις δημιουργούν τις απαραίτητες οικονομικές αλλαγές για την εισαγωγή της έννοιας της εκβιομηχάνισης της χώρας.

 

Τα Σεπόλια

Πολύ κοντά στο κέντρο, αλλά «έξω από την πόλη», όπως σημαίνει και το όνομά τους, βρίσκονται τα Σεπόλια. Η περιοχή αποτελούσε τμήμα του μεγάλου Ελαιώνα και η σύνδεση με την Αθήνα γινόταν μέσω δύο αγροτικών δρόμων, που ξεκινούσαν από το οθωμανικό τείχος του Χασεκή:
Ο ένας ξεκινούσε από τη Γυφτόπορτα ή πόρτα του Μοριά (σημερινή πλατεία Αγίων Αποστόλων), και μέσω της σημερινής πλατείας Μεταξουργείου, όπου υπήρχε και η γέφυρα του Κυκλοβόρου, κατέληγε στα Σεπόλια–Κολοκυνθού.
Ο άλλος δρόμος ξεκινούσε από τη βόρεια πύλη, τη Μενιδόπορτα ή Αγίων Αποστόλων (στο ύψος της πλατείας Κοτζιά), και ταυτίζεται στο μεγαλύτερο μέρος του με τη Λιοσίων και στη διακλάδωσή της, στο ύψος της πλατείας Αττικής, με τη Σεπολίων, η οποία μετονομάζεται, στο τμήμα της από τον Άγιο Μελέτιο και έπειτα, σε Δυρραχίου.

Δυρραχείου07

Χάρτης Kaupert (1875) με σημειωμένους τους αγροτικούς δρόμους, την πόλη, με κόκκινο οι αρχαίοι δρόμοι, με πορτοκαλί το οικιστικό δίκτυο, οι λαχανόκηποι, τα χωράφια, ενώ πάνω αριστερά ο χώρος της Ευχλόου Δήμητρας. Στο κάτω μέρος σημειώνεται το τείχος του Χασεκή, και η Μενιδόπορτα (Αχαρνικές Πύλες) από την οποία ξεκινούσαν οι αγροτικοί δρόμοι προς τις Αχαρνές και τα Σεπόλια

Ο γειτονικός Κηφισός ποταμός με τα πολλά ρέματα και τα μικρά ποταμάκια ευνοεί την αγροτική καλλιέργεια, και για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα η περιοχή ήταν σημαντικός χώρος καλλιεργειών της αγροτικής παραγωγής της πρωτεύουσας. Η περιοχή είναι γεμάτη με νερόμυλους και κτήματα, γνωστή κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας και τα πρώτα χρόνια μετά την Ελληνική Επανάσταση ως «Μύλοι των Αθηνών», γιατί εκεί άλεθαν το σιτάρι οι Αθηναίοι.
Μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα το τοπίο είναι ειδυλλιακό, και η Δυρραχίου είναι ο κεντρικός δρόμος που οδηγούσε στο ποτάμι στο οποίο έρχονταν οι Αθηναίοι της μεσαίας τάξης για περίπατο, ενώ στη γέφυρα Ροσινιόλ, συνάντηση της Δυρραχίου με τον Κηφισό, υπήρχαν, εκτός από το γνωστό κέντρο διασκέδασης, και θερινοί κινηματογράφοι. Η περιοχή αποτελεί χώρο κατοικίας καλλιεργητών, χώρο περιπάτου των Αθηναίων της μεσαίας τάξης, ενώ ο γειτονικός λόφος Κολωνού και η Ακαδημία Πλάτωνος αποτελούν εκτός από χώρους περιπάτου και αναψυχής, και σημαντικούς αρχαιολογικούς χώρους.
Το έτος 1884 εγκαινιάζεται η σιδηροδρομική σύνδεση με την Πελοπόννησο. Η αφετηρία τοποθετείται στην περιοχή του Κολωνού λίγο πιο κάτω από τη γέφυρα του Κυκλοβόρου, με ένα εξαιρετικό κτίριο σχεδιασμένο από τον Τσίλερ. Ένα χρόνο αργότερα, το 1885, ξεκινά η σύνδεση της Αθήνας με την Κηφισιά και το Λαύριο, με το γνωστό «Θηρίο». Η αφετηρία του σταθμού, τοποθετείται εκτός πόλης, στη θέση της σημερινής πλατείας Αττικής.
Το 1893 γίνεται η πρώτη ένταξη της περιοχής στο σχέδιο πόλεως και αφορά την περιοχή του λόφου Σκουζέ, που ταυτίζεται με τον αρχαίο λόφο της Ευχλόου Δήμητρας, και οφείλει το όνομά της στον αθηναίο πρόκριτο Παναγή Σκουζέ. Γειτνιάζει με την πλατεία Αγίου Μελετίου, που ανέκαθεν αποτελούσε εμπορικό και κοινωνικό κέντρο. Στην πλατεία, μέχρι το ξήλωμά του εν μια νυκτί το 1955, ήταν και η αφετηρία του τραμ “το 8”. Ο ομώνυμος ναός χτίστηκε στο τέλος του 19ου αιώνα, και το δάπεδό του είναι στρωμένο με χρωματιστά πλακίδια τύπου Τσίλερ.

Λίγα χρόνια αργότερα, το 1900, η αφετηρία της σιδηροδρομικής σύνδεσης με τη βόρεια Ελλάδα, ο σταθμός Λαρίσης, τοποθετείται στον απέναντι χώρο από τον σταθμό Πελοποννήσου.
Η περιοχή διατηρεί έναν εξοχικό και αγροτικό χαρακτήρα μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του ’60. Στην ταινία του Αλέκου Σακελλάριου «Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες» (1960), στη σκηνή που διαδραματίζεται στον σταθμό Λαρίσης και συναντιούνται για πρώτη φορά οι πρωταγωνιστές της ταινίας, μιλάνε μεταξύ τους και φοβούνται ότι «ξαφνικά θα μπει αρματωμένος από την πόρτα». Το πλάνο αλλάζει, μπαίνει μέσα ο Ζανίνο, αρματωμένος με δυο σειρές φυσέκια, και οι ήρωες τρομάζουν και δεν ηρεμούν παρά μόνο όταν ο καφετζής τους διαβεβαιώσει ότι ο αρματωμένος είναι «ο Στυλιανίδης που έχει τα κτήματα και τα βουστάσια, εδώ στα Σεπόλια».

Δυρραχείου01

“Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες” (Σακελάριος, 1960) Η σκηνή στον σταθμό Λαρίσης

Εκτός από τα βουστάσια στην περιοχή υπάρχουν και άλλες βιομηχανικές εγκαταστάσεις, όπως οι Μύλοι ήδη από τον 19ο αιώνα, ενώ στη συνέχεια εγκαθίστανται τα εργοστάσια Κοροπούλη (1893), Βότρυς (1906), Άτλας (1920) ενώ λίγο πιο κάτω, στη Λένορμαν, το Καπνεργοστάσιο (1927), το οποίο σήμερα αποτελεί παράρτημα της βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων. Μέχρι και το 1963, η περιοχή είναι καθαρά τμήμα του Ελαιώνα. Η αλλαγή θα γίνει αργότερα…

Δυρραχείου04

1963, Σεπόλια, τμήμα του Ελαιώνα

%d bloggers like this: