Tag Archive | Ιστορικά

Προσφυγικά…

Το 1923 βρίσκει την Αθήνα μπροστά σε μια κρίση που κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί δυο χρόνια πριν. Τα δημόσια κτήρια της πόλης είναι κατάμεστα από ανθρώπους που σαστισμένοι ακόμη από την καταστροφή και τον ξεριζωμό προσπαθούν να βρουν τα ελάχιστα και απαραίτητα για να ζήσουν, την ίδια στιγμή που στο λιμάνι του Πειραιά καταφθάνουν 2-3 φορές τη βδομάδα νέες καραβιές δυστυχισμένων.

Ο Ελλαδικός χώρος σταδιακά ήδη από το 1918 γίνεται ο προορισμός για εκατοντάδες χιλιάδες εκτοπισμένους από τη Μικρά Ασία, τον Πόντο, την Ανατολική Θράκη, την Κριμαία, και τις παράκτιες περιοχές του Εύξεινου πόντου. Η Μεγάλη Ιδέα έχει καταρρεύσει, συμπαρασύροντας περισσότερους από 1,5 εκατομμύριο ανθρώπους οι οποίοι αναζητούν καταφύγιο και μια νέα πατρίδα στη μητροπολιτική Ελλάδα που για τους περισσότερους είναι άγνωστη και ξένη.

Η υποδοχή τους δεν ήταν και η καλύτερη. Η Ελλάδα σπαράζεται πολιτικά και κοινωνικά. Η οικονομία της είναι σε τέλμα, οι πολιτικές έριδες έχουν σχεδόν ένοπλο χαρακτήρα, στρατιωτικά πραξικοπήματα και εκλογικές αναμετρήσεις διαδέχονται το ένα το άλλο. Την ίδια στιγμή η «υποδοχή» που επιφυλάσσουν οι κάτοικοι στους πρόσφυγες μόνο καταδεκτική δεν είναι. Από τις πρώτες μέρες αντιμετωπίζονται με καχυποψία και εχθρότητα. Ο κοινωνικός αποκλεισμός κυριαρχεί⋅ χωρίς πόρους και με τον ρατσισμό να τους ακολουθεί σε κάθε τους βήμα, με αφορμές από το γλωσσικό ιδίωμα ως τις ενδυματολογικές τους διαφορές, οι πρόσφυγες αντιμετωπίζονται ως κίνδυνος και μίασμα για τους κατοίκους της μητροπολιτικής Ελλάδας.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο διαμορφώνεται και εκπονείται ένα σχέδιο που θα κρατήσει σχεδόν μια δεκαετία. Αφορά κυρίως τη χωρική κατανομή του προσφυγικού πληθυσμού, τόσο στις πόλεις (Αθήνα, Βόλος, Θεσσαλονίκη, Ιωάννινα, Σύρος, κλπ) όσο και στην ύπαιθρο, Θεσσαλία, Μακεδονία, Νησιά, Θράκη κ.α.

Η ανάγκη χωροθέτησης, με τρόπο οργανωμένο στις παρυφές των πόλεων, των προσφυγικών καταυλισμών και αργότερα οικισμών, εισάγει για πρώτη φορά σε εθνική κλίμακα, τη χωροταξία, τον ορισμό χρήσεων γης και την αναδιανομή γεωργικής γης.

Αρχικά στην Αθήνα και αργότερα σε άλλες πόλεις εκπονείται ένα πρόγραμμα κατασκευής κατοικιών για να στεγαστούν οι προσφυγικοί πληθυσμοί. Σε αρκετές περιπτώσεις τους χορηγείται γη, με σαφή ορισμό των οικοδομικών τετραγώνων αλλά και των χρήσεων σε αυτή, για την οικοδόμηση κατοικιών αλλά και δημόσιων υποδομών (σχολεία, εκκλησίες, κοινοτικές υπηρεσίες, ιατρεία κλπ). Η προσπάθεια συνεχίζεται στην ύπαιθρο με τη διανομή καλλιεργήσιμης γης, ζωικού κεφαλαίου, εργαλείων και εφοδίων. Στις πόλεις οι πρόσφυγες γίνονται το φθηνό εργατικό δυναμικό στη βιομηχανία και βιοτεχνία στον χώρο της μεταποίησης.  Μολονότι η κοινωνική τους αποδοχή συνεχίζει να αντιμετωπίζει προβλήματα, η παρουσία και δραστηριότητά τους καθώς και ο πολιτισμικός πλούτος που μεταφέρουν σιγά σιγά διαμορφώνουν το νέο κοινωνικό, οικονομικό και πολιτισμικό τοπίο της χώρας.

Η συμβολή τους στη σύγχρονη Ελλάδα ξεπερνά ίσως τα όποια ποσοτικά χαρακτηριστικά που συνήθως αναφέρονται σε αυτές τις περιπτώσεις. Οι πρόσφυγες είναι φορείς πολιτισμού, γεύσεων, γλωσσικών και στοχαστικών εννοιών, αξιών, που μέσα από την αγωνία και την προσπάθεια να στεριώσουν στη νέα τους πατρίδα εισφέρουν χωρίς να το συνειδητοποιούν καλά καλά και οι ίδιοι, σε κάθε έκφανση της κοινωνικής ζωής.

Τα προσφυγικά στο Δουργούτι ( σήμερα γειτονιά στον Ν. Κόσμο πίσω από το ξενοδοχείο Intercontinetal)

Τα προσφυγικά στο Δουργούτι (σήμερα γειτονιά στον Ν. Κόσμο, πίσω από το ξενοδοχείο Intercontinental).

Η δημιουργία των πολιτιστικών τους συλλόγων για να μην ξεχαστούν οι παραδόσεις και οι μνήμες της γενέτειράς τους, ο προσανατολισμός τους στα γράμματα και η επιμονή στην εκπαίδευση των παιδιών τους, ως μέσο ομαλότερης κοινωνικοποίησης και κοινωνικής αποδοχής, σταδιακά αλλάζει την ανθρωπογεωγραφία αλλά και τη γεωγραφία του αστικού και ημιαστικού χώρου.

Έτσι η Ελλάδα στις παραμονές του πολέμου βρίσκεται να ανακάμπτει γρηγορότερα από την πολιτική της ηγεσία και σαφώς πιο δημιουργικά από την οικονομική ελίτ της εποχής.

Ο χώρος λοιπόν είναι το εκμαγείο μέσα στο οποίο οι πρόσφυγες δημιουργούν και διαμορφώνουν το νέο κοινωνικό γίγνεσθαι λειτουργώντας καταλυτικά. Δεν υπάρχει πόλη στην Ελλάδα που να μην έχει μια χωρική αναφορά «στα προσφυγικά», το κομμάτι εκείνο που φιλοξένησε πρώτο και για δεκαετίες αυτούς τους ανθρώπους.

Και αν στην Ελλάδα του 2016 «τα προσφυγικά» διατηρούν ίσως μια ρετρό φολκλορική ενδεχομένως ανάμνηση στην ιστορία εξέλιξης της πόλης, φιλοξενώντας δραστηριότητες που ενισχύουν και ενισχύονται από αυτά τα χαρακτηριστικά, ας μην ξεχνάμε πως υπήρξαν η θετική εισφορά ανθρώπων που μόνη τους περιουσία ήταν το ταλαιπωρημένο σκήνωμα του κορμιού τους, η θλίψη αλλά και η λαχτάρα τους για ζωή.

Ίσως μπροστά στην προσφυγική κρίση που αντιμετωπίζει η Ευρώπη, αυτές οι όχι και τόσο μακρινές θύμησες, κάτι να ’χουν να πουν για το πώς μας πρέπει και τους πρέπει να δούμε και να αντιμετωπίσουμε αυτούς τους ανθρώπους…

Advertisements

Θεσσαλονίκη, η προσφυγομάνα

Η Θεσσαλονίκη ήταν πάντα πολύ στενά συνδεδεμένη με τον όρο της «προσφυγιάς». Ιδιαίτερα μετά την Μικρασιατική Καταστροφή και την ανταλλαγή πληθυσμών το 1923 και ενώ ακόμα γινόντουσαν προσπάθειες αποκατάστασης των πληγέντων από την καταστροφική πυρκαγιά του 1917, η Θεσσαλονίκη και η Μακεδονία εν γένει, αποτέλεσε πόλο έλξης πολλών προσφύγων -στην Θεσσαλονίκη μόνο υπολογίζεται η άφιξη 90.000 με 120.000 προσφύγων τα χρόνια εκείνα. Ο λόγος για τον οποίο την περίοδο εκείνη πολλοί επέλεγαν πόλεις και χωριά της Μακεδονίας για να αναζητήσουν την νέα τους πατρίδα ήταν καθώς οι περιοχές αυτές μετά από απώλειες πολέμων και μετακινήσεις πληθυσμών παρουσίαζαν άφθονο διαθέσιμο έδαφος και χαμηλή πληθυσμιακή πυκνότητα.

Πληθυσμός Ελληνικών Πόλεων πριν και μετά την Ανταλλαγή Πληθυσμών

Όπως και σε όλες τις ελληνικές πόλεις που δεχτήκανε πρόσφυγες την περίοδο εκείνη, έτσι και στη Θεσσαλονίκη στήθηκαν αρχικά καταυλισμοί σε άμεσα διαθέσιμους χώρους, στρατόπεδα και αγροτική γη, ενώ στην συνέχεια δημιουργήθηκαν περιοχές με παραπήγματα και παραγκουπόλεις. Οι περισσότεροι εξ αυτών των προσφυγικών οικισμών δημιουργήθηκαν σε  σχετικά απομονωμένα σημεία της πόλης προκειμένου να μην διαταραχθεί η «κανονικότητα» του υφιστάμενου πολεοδομικού ιστού καθώς και για «εξασφαλιστεί ένα ομοιογενές κοινωνικό περιβάλλον στους ίδιους τους αστικούς προσφυγικούς οικισμούς».

Ελάχιστοι ήταν οι εύποροι πρόσφυγες που έφτασαν στην πόλη και δεν είχαν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της αναζήτησης στέγης. Για όλους τους υπολοίπους τα προβλήματα ήταν πολλά. Η αστική αποκατάσταση ήταν μια διαδικασία πολύ αργή και έτσι για χρόνια οι πρόσφυγες είχαν να αντιμετωπίσουν πέρα από την φτώχεια και την πείνα, την έλλειψη υδρευτικού και αποχετευτικού συστήματος, ασθένειες, καθώς και πολλά κοινωνικής φύσεως προβλήματα όπως τον φόβο, την καχυποψία και τις προκαταλήψεις των ντόπιων.

Προσφυγικός Οικισμός Αγίας Φωτεινής, Θεσσαλονίκη

τουμπα

Κατασκευή Οικίας στο συνοικισμό Τούμπας στα μέσα της δεκαετίας του 1920

Η Καλαμαριά, ο δεύτερος σε πληθυσμό σήμερα Δήμος της Θεσσαλονίκης, ήταν μέχρι το 1920 ακατοίκητη και αποτέλεσε μετά την ανταλλαγή πληθυσμών τον πολυπληθέστερο προσφυγικό οικισμό .Το 1926 ξεκίνησε η διανομή οικοπέδων και η κατασκευή κατοικιών με τη βοήθεια της Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων και της Κοινωνικής Πρόνοιας. Στους περισσότερους οικισμούς δόθηκαν ονόματα από τις πατρίδες τους (Νέα Κρήνη, Αρετσού, Κατιρλί), καθώς όπως διατύπωναν οι αρχαίοι «πόλη δεν είναι τα τείχη και τα κτίρια αλλά οι ψυχές και το φρόνημα των ανθρώπων που την αποτελούν».

Screenshot 2015-12-01 19.43

Ο πρώτος συνοικισμός στην Καλαμαριά

Ιδιαίτερα σημαντικός ήταν και ο προσφυγικός οικισμός που δημιουργήθηκε στην Άνω Πόλη της Θεσσαλονίκης. Πολλοί πρόσφυγες κατάφεραν να μείνουν σε υφιστάμενες κατοικίες που είχαν αφήσει πίσω τους οι Τούρκοι με την ανταλλαγή πληθυσμών.  Πολλά ήταν και τα σπίτια που χτίστηκαν κολλητά στα τείχη της πόλης. Τα προσφυγικά αυτά κτίσματα, τα επονομαζόμενα «καστρόπληκτα» στέκουν σήμερα ετοιμόρροπα και η κατεδάφισή τους προκειμένου να αναδειχθούν τα Βυζαντινά τείχη, αποτελεί ένα ιδιαίτερα φλέγον ζήτημα της πόλης.

anopoli02

Η Θεσσαλονίκη κατάφερε με την πάροδο των χρόνων και με πολλές δυσκολίες να υποδεχτεί και να εντάξει χιλιάδες πρόσφυγες, ή πιο ορθά άτομα προσφυγικής καταγωγής, στην πόλη και τη ζωή της. Το θέμα των προσφύγων όμως παραμένει και σήμερα εξαιρετικά επίκαιρο. Κύματα προσφύγων φτάνουν κάθε μέρα στην πόλη. Για ακόμη μια φορά, η Θεσσαλονίκη καλείται να αντεπεξέλθει και να αποδείξει πόσο ανοιχτή και ανθρώπινη πόλη είναι. Θα τα καταφέρει;

Φωτογραφίες και Πληροφορίες συνδέονται με τις πηγές τους. 

Πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία σχετικά με την Θεσσαλονίκη μετά την ανταλλαγή πληθυσμών μπορείτε να παρακολουθήσετε στο παρακάτω βίντεο από το αρχείο της ΕΡΤ : http://goo.gl/rjk9t5

 

Τρεις κήποι…

Στην Αθήνα, εκτός από τα μνημεία της, υπάρχουν και μη υλοποιηθέντα κατάλοιπά της, όπως για παράδειγμα οι κήποι. Στη Χάρτα της Φλωρεντίας υπογραμμίζεται η μεγάλη σημασία του κήπου και προσδιορίζεται η έννοια του ιστορικού κήπου ως αρχιτεκτονικού δημιουργήματος και γίνεται ο χαρακτηρισμός του ως μνημείου (άρθρο 1). Σημαντική είναι η μελέτη των μη υλοποιημένων, γιατί μετατοπίζει τη συζήτηση από το πεδίο της αισθητικής και τη μετατρέπει σε εργαλείο για την κατανόηση της ιστορικής εξέλιξης του οικιστικού ιστού, της κοινωνικής διάρθρωσης και των λειτουργιών της πόλης.

Σύμφωνα με το πρώτο σχέδιο της πόλεως των Αθηνών, η κορυφή του ιστορικού τριγώνου, η σημερινή πλατεία Ομονοίας, αποτελούσε την αρχική θέση των ανακτόρων. Τα ανάκτορα είχαν τοποθετηθεί εκτός της περιοχής των τειχών της οθωμανικής Αθήνας (“Οι επτά πύλες του τείχους του Χασεκή”).

Ο πρώτος κήπος είναι το μεγάλο ορθογώνιο που ορίζεται από τις οδούς Αιόλου, Ευριπίδου, Σωκράτους και τη νοητή συνέχεια της Ζήνωνος.

κήπος 1

Κήπος μπροστά από τα ανάκτορα.

Ο δεύτερος κήπος είναι ένα μεγάλο Π με τις οδούς Χαλκοκονδύλη, Μενάνδρου, Αγίου Κωνσταντίνου, Βερανζέρου και Πατησίων να τον ορίζουν νοητά.

κήπος 2

Κήπος πίσω από τα ανάκτορα. Το “κενό” το καλύπτει η σημερινή πλατεία Λαυρίου.

Ο τρίτος κήπος είναι το κτήμα του Φαναριώτη ηγεμόνα της Μολδοβλαχίας Μιχαήλ Βόδα, ο οποίος «ηγόρασεν ένα πελώριον κτήμα μεταξύ των οδών Αχαρνών και Λιοσίων, από της οδού Σούρμελη μέχρι της οδού Σμύρνης, και έκτισεν εκεί την έπαυλίν του, την οποίαν εγνωρίσαμεν οι μεταγενέστεροι παρά την οδό Αλκιβιάδου, στεγάζουσαν το Άσυλον της Αγ. Αικατερίνης»[1].

κήπος 3

Το κτήμα του Μιχαήλ Βόδα.

Η Λιοσίων, ένας παλιός, αγροτικός δρόμος, διατρέχει και τους τρεις αυτούς κήπους. Η αφετηρία της, κατά την τελευταία περιτείχιση της πόλης από το τείχος του Χασεκή (1775), ήταν η Μενιδιάτικη πόρτα ή Αγίων Αποστόλων, στο ύψος της συμβολής της σημερινής πλατείας Δημαρχείου με την οδό Στρέιτ. Όπως αναφέρει και ο Κ. Μπίρης[2] «… (η Μενιδιάτικη πόρτα) … απετέλει την αφετηρίαν του δρόμου Χασιάς-Θηβών διά της οδού Λιοσίων, με μίαν διακλάδωση παρά την Βάθην προς το Μενίδι και προς το Μπογιάτι, διά της οδού Αχαρνών, και άλλην προς τα Σεπόλια διά της ομωνύμου οδού της σημερινής πόλεως». Με την ολοκλήρωση του σχεδιασμού των ανακτόρων, η Αθήνα αποκτά και βασιλικό κηπουρό, ο οποίος τίθεται στην υπηρεσία του Δήμου, και οι πρώτες δεντροφυτεύσεις των Αθηνών ήταν οι λεωφόροι Πανεπιστημίου, Κηφισίας, Αμαλίας, η παλαιά οδός Φαλήρου, η Πατησίων, η Αχαρνών και η Λιοσίων[3].

κήποι

Οι τρεις κήποι, με την Λιοσίων να τους διασχίζει.

Οι παλιοί δρόμοι παραμένουν, και ενσωματώνονται στον ιστό, κατά τις αλλαγές που πραγματοποιούνται στην πόλη των Αθηνών τον 19ο αιώνα: ο νεοκλασικισμός και η συμμετρία του σχεδίου των Κλεάνθη – Scahubert «αποκαθιστούν» τη μορφή της Τουρκοκρατούμενης Αθήνας, που βλέπουμε στον χάρτη του Coubault (αρχή του 19ου αιώνα, στον χάρτη του Coubault διακρίνονται καθαρά οι καλλιεργημένες εκτάσεις εκτός των τειχών).

Οι μη υλοποιημένοι κήποι και το εκτός του τείχους τοπίο του 19ου αιώνα υπάρχουν πια μόνο στην εισβολή της φύσης μέσα στο αστικό τοπίο, στην ιδιωτικοποίηση των στοών ή στα μπαλκόνια των πολυκατοικιών…

 

«Μπορεί κανείς να δει μια μορφή μέσα από ένα διαφορετικό περίγραμμα κάθε φορά. Να απεικονίσει τη μορφή μέσα από το δικό του πρίσμα και να δει μια καινούργια όψη της, που συμπληρώνει τον χαρακτήρα της.» (Στεφάνου «Περιγραφή της εικόνας της πόλης», σελ. 92)

 

[1] (Μπίρης, Αι Αθήναι, Από του 19ου εις τον 20όν αιώνα, 1966), σελ.22

[2] (Μπίρης, Αι Αθήναι, Από του 19ου εις τον 20όν αιώνα, 1966), σελ. 11

[3] (Μπίρης, Αι Αθήναι. Από τον 19ο εις τον 20ό αιώνα, 1966), σελ. 67

Αθήνα και εκβιομηχάνιση

Ο όρος «εκβιομηχάνιση» δεν σημαίνει απλώς την ύπαρξη ορισμένων βιομηχανιών. Σημαίνει ότι κάτι εκ-βιομηχανίζεται, και αυτό είναι η οικονομία της χώρας. Κατά την διαδικασία της εκβιομηχάνισης, η οργάνωση της παραγωγής τείνει να γίνει βιομηχανική. Δηλαδή, δημιουργείται βαθμιαία ένας πυρήνας εργοστασίων στο κέντρο μιας περιφέρειας παλαιών μικρών βιοτεχνιών οι οποίες προϋπήρχαν και εκσυγχρονίζονται.

Η πορεία της εκβιομηχάνισης της Ελλάδος είναι άμεσα συνδεδεμένη με την πρωτεύουσά της. Το 1833 η Αθήνα γίνεται πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Η αθηναϊκή ανάπτυξη είναι άμεσα συνδεδεμένη με την άνοδο της εθνικής αστικής τάξης. Η χωροθέτηση των βιομηχανικών εγκαταστάσεων στην περιοχή της Αθήνας ακολούθησε τις ήδη υπάρχουσες «διαδρομές» (βλέπε και: “Οι επτά πύλες του τείχους του Χασεκή”) των βιοτεχνικών δραστηριοτήτων που υπήρχαν σε αυτή, ήδη από την εποχή της τουρκοκρατίας (βλέπε και: “Βλέποντας” τις βιοτεχνίες μέσα στα τείχη της δυτικής πλευράς της Αθήνας του 18ου αι.”). Αυτές ήταν χωροθετημένες στην δυτική πλευρά της πόλης. Τα ρυθμιστικά σχέδια που εκπονήθηκαν κατά την διάρκεια του 19ου αι. για την νέα πρωτεύουσα εδραίωσαν μια διαφοροποίηση μεταξύ των ανατολικών και δυτικών συνοικιών, παγιώνοντάς τες σε αναβαθμισμένες και υποβαθμισμένες.
Η τάση αυτή ενισχύθηκε από την ύπαρξη αλλά και από την ενίσχυση οδικών αξόνων καθώς και από την ενίσχυση της συνύπαρξης περιοχών κατοικίας και περιοχών εργασίας. Η συγκέντρωση πληθυσμού στον αστικό χώρο, τόσο από την ύπαιθρο, κατά τις διαδοχικές αυξήσεις του ελλαδικού εδάφους, όσο κυρίως από την μεγάλη είσοδο πληθυσμού που επέφερε η μικρασιατική καταστροφή, γιγάντωσαν την πόλη έως τον ΒΠΠ. Κατά την μεταπολεμική περίοδο, το κύμα φυγής από την ύπαιθρο ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο, μέσω των διωγμών των ηττημένων αριστερών, διογκώνοντας την μορφή της πόλης. Η μετακίνηση συνοδεύεται από μια βιομηχανική συγκέντρωση σε αποκεντρωμένες περιοχές, όπως οι Εθνικοί Οδοί και το Θριάσιο Πεδίο, με αποτέλεσμα οι περιοχές όπως ο Ελαιώνας και η Πειραιώς να συγκεντρώνουν πια τη μικρομεσαία βιομηχανία και μεταποίηση. Η εξέλιξη της μεταπολεμικής Αθήνας στηρίχθηκε, κυρίως, σε ένα συγκεντρωτικό μοντέλο ανάπτυξης, υποβοηθούμενο από όλες εκείνες τις παραμέτρους που δημιούργησαν το φαινόμενο της έντονης αστυφιλίας. Η ανάπτυξη αυτή υπονόμευσε την ορθή διαχείριση του αστικού χώρου. Κάτω από την ολιγωρία ή την ανοχή της Πολιτείας, η πόλη αναπτύχθηκε με ραγδαίους και κατά –το πλείστον– ανεξέλεγκτους ρυθμούς, χωρίς ορθολογική κατανομή και οργάνωση των χρήσεων γης. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό και με την πολιτική γης που ασκήθηκε, οδήγησε αφ’ ενός σε ένταση της δόμησης του κυρίως αστικού χώρου και αφ’ ετέρου στην οικιστική εξάπλωση πέραν των ορίων της «νόμιμης πόλης». Παράλληλα, ελαχιστοποιήθηκε η δυνατότητα έγκαιρης επέμβασης για διασφάλιση γης, απαραίτητης τόσο υπό μορφή ελεύθερων χώρων αναψυχής και πρασίνου, όσο και για την κάλυψη αναγκών κοινωνικού εξοπλισμού και μεταφορικής υποδομής.
Όπως αναφέρει και η Κ. Δεμίρη (1) κύριο λόγο στη χωροθέτηση των βιομηχανιών παίζει το είδος της κινητήριας δύναμης της παραγωγικής διαδικασίας. Στην πρώτη περίοδο (από την απελευθέρωση και την δημιουργία του νέου ελληνικού κράτους έως το 1920) η κινητήριος δύναμη είναι το νερό και μετέπειτα ο ατμός, με άμεση συνέπεια η χωροθέτηση των βιομηχανικών δραστηριοτήτων να γίνεται κοντά σε περιοχές με νερό.
Έως το 1870(2), ο όρος βιομηχανία χρησιμοποιούνταν για να δηλώσει κάθε είδους παραγωγική δραστηριότητα, από την χειροτεχνία και την βιοτεχνία μαζί, ή κάθε επιχειρηματική ή εργασιακή προσπάθεια στην βιοτεχνία, το εμπόριο, τις τράπεζες, την δημόσια διοίκηση. Δεν έχει ενσωματώσει δηλαδή ακόμη τις έννοιες της κεφαλαιακής επένδυσης, της τεχνολογίας και της μισθωτής εργασίας.
Η εκβιομηχάνιση στην Ελλάδα του 19ου αιώνα ακολούθησε απευθείας το πρότυπο της γαλλικής εξέλιξης. Το γαλλικό βιομηχανικό πρότυπο βασίστηκε στην ίδρυση μιας τράπεζας βιομηχανικής πίστεως, της Crédit Mobilier. Κύριος σκοπός της γαλλικής τράπεζας, ήταν να χρηματοδοτεί βιομηχανίες, να διοργανώνει ή να εγγυάται την δημόσια εγγραφή στο μετοχικό κεφάλαιο νέων βιομηχανιών και να συμμετέχει η ίδια στο κεφάλαιό τους. Το 1872 ιδρύεται η Γενική Πιστωτική Τράπεζα, ως πρώτη σημαντική επένδυση ομογενών κεφαλαιούχων στην Ελλάδα (Βαλτατζής και Συγγρός), με κύριο στόχο να αποσπάσουν από την Εθνική Τράπεζα μερίδιο της χρηματοπιστωτικής αγοράς, συμπεριλαμβανομένου του εκδοτικού δικαιώματος. Δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια πώς η Τράπεζα θα στηρίξει την ελληνική βιομηχανία. Στην πράξη διαπιστώθηκε ότι ούτε η βιομηχανία ούτε η γεωργία θα απασχολήσουν τους ομογενείς ιδρυτές. Το μεγαλύτερο μέρος των κεφαλαίων τοποθετείται σε χρεόγραφα, ενώ άλλο θα αφιερωθεί σε δωρεές και ευεργεσίες. Μεγάλο επίσης μέρος πηγαίνει για να καλύψει την αγορά ιδιοκτησιών (γης και κατοικίας), σε δανεισμό, αλλά και για την επανοτροφοδότηση οικείων δραστηριοτήτων σε χώρες του εξωτερικού.
Καθίσταται πλέον σαφές ότι η λεγόμενη εκβιομηχάνιση και κατά συνέπεια η εγκατάσταση βιομηχανικών δραστηριοτήτων στο νέο ελλαδικό κράτος δεν ήταν αποτέλεσμα μιας συγκεκριμένης πολιτικής βούλησης με γνώμονα μια πρώιμη αναπτυξιακή πορεία, αλλά αποτέλεσμα της πρόθεσης πλουτισμού μιας ήδη οικονομικά εύρωστης τάξης.

1. Δεμίρη Κωνσταντίνα: «Η εξέλιξη της αρχιτεκτονικής των βιομηχανικών κτιρίων στην Ελλάδα από τα τέλη του 19ου αιώνα ως σήμερα», Αρχιτεκτονικά Θέματα, τ. 25/1991
2. Ο πολλαπλασιασμός της παραγωγής σταφίδας στα 1830-1870 σε συνδυασμό με την φυλλοξήρα στα γαλλικά αμπέλια εκτοξεύει στα ύψη την τιμή του ελληνικού καρπού. Την ίδια εποχή αναπτύσσεται και η εξορυκτική δραστηριότητα στο Λαύριο. Και οι δύο αυτές περιπτώσεις δημιουργούν τις απαραίτητες οικονομικές αλλαγές για την εισαγωγή της έννοιας της εκβιομηχάνισης της χώρας.

 

%d bloggers like this: