Tag Archive | δημόσιος χώρος

Τέσσερις Σκέψεις για την Πανεπιστημίου

Δεν με ξαφνιάζει που συζητάμε για την ανάπλαση της Πανεπιστημίου αυτή τη στιγμή — εν μέσω κρίσης. Γιατί; Επειδή εν μέσω κρίσης είναι που γίνεται η αλλαγή του κυρίαρχου φαντασιακού και έτσι ξαναχτίζονται οι χώροι ορόσημα. Τώρα είναι μάλλον που τελειώνει η εποχή της κυριαρχίας του ΙΧ.

Δεν με ξαφνιάζει που το κεφάλαιο προσπαθεί να παίξει ένα παιχνίδι με αυτήν την αλλαγή που αναμένεται. Επειδή το κεφάλαιο έχει δει αυτό το παιχνίδι της επιστροφής στο κέντρο της πόλης ή στην πόλη και της κερδοσκοπίας που στήνεται πάνω σε αυτή την αλλαγή να παίζεται και σε άλλες πόλεις του δυτικού κόσμου και θέλει να παίξει και εδώ αυτό το παιχνίδι.

Δεν με ξαφνιάζει που η πρώτη πρόταση του Διαγωνισμού είναι πηγμένη τόσο στο πράσινο, παραβλέποντας τον συμβολικό και πολιτικό χαρακτήρα του κέντρου — ειδικά η Ομόνοια όπως έχει παρουσιαστεί στην πρόταση δεν έχει καθόλου χαρακτηριστικά κεντρικής πλατείας. Επειδή σ’ αυτά τα παιχνίδια παίζεις με πιασάρικες προτάσεις χωρίς να χάνεις χρόνο στην ανάλυση ή τη συνειδητοποίηση, και το πράσινο είναι η κατεξοχήν ιν λέξη στις μέρες μας.

Τώρα θα πρέπει να με ξαφνιάζει που η Ευρωπαϊκή Ένωση δε χρηματοδοτεί αυτό το έργο γιατί δεν μπορεί να δει την ύψιστη σημασία του να γίνει πράσινη η Πανεπιστημίου;

depressionera1

 

 

 

Το Τέλος του Δημόσιου Χώρου; Το «Πάρκο του Λαού», Ορισμοί του Δημόσιου και της Δημοκρατίας. (Μέρος Α)

Πριν από λίγο καιρό διάβασα το πέιπερ The End of Public Space? People’s Park, Definitions of the Public and Democracy” του γεωγράφου Don Mitchell που δημοσιεύτηκε το 1995. Μου άρεσε, γιατί ήταν πραγματικά σα να έβαζε σε τάξη διάφορες δικές μου σκόρπιες σκέψεις και να τις επέκτεινε με επιχειρήματα, βιβλιογραφία και στοιχεία. Ήταν, επίσης, σα να μπορούσε η ανάλυσή του, να σχολιάσει πολλά αντίστοιχα γεγονότα με του Πάρκου του Λαού που έχουν συμβεί από το ’90 έως και σήμερα. Στόχος του ποστ αυτού είναι να συνοψίσω και να επικοινωνήσω την ουσία του κειμένου του γνωστού γεωγράφου.

Εν τάχει: Το κείμενό του Don Mitchell ξεκινάει παίρνοντας σαν αφορμή την ιστορία του People’s Park που βρίσκεται στο Σαν Φρανσίσκο (google maps) καθώς και τη σχέση του με την ίδια την πόλη, το πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϋ και φυσικά τους κατοίκους της ευρύτερης γειτονιάς. Στη συνέχεια, επεκτείνεται στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε το δημόσιο χώρο σε σχέση με την έννοια του αποκλεισμού εστιάζοντας, κατά κύριο λόγο, στους άστεγους. Αναφέρεται, επίσης, στην έννοια του δημόσιου χώρου στις σύγχρονες πόλεις αλλά και στην ανάδυση νέων “άυλων” δημόσιων χώρων. Κλείνοντας, τονίζει την αναγκαιότητα ύπαρξης “απτών”, υλικών δημόσιων χώρων και τη συμβολή τους στη δημοκρατία.

Τα γεγονότα

Η ιστορία του πάρκου ξεκινάει το 1967, όταν ο χώρος του σημερινού People’s Park είχε περάσει στην ιδιοκτησία του πανεπιστημίου μέσω υποχρεωτικής απαλλοτρίωσης με σκοπό να κτιστούν φοιτητικές εστίες. Το πανεπιστήμιο, ωστόσο, λόγω έλλειψης χρημάτων, ανέβαλε τα σχέδιά του ώσπου, το 1969, μια ομάδα φοιτητών, αποφάσισε να διεκδικήσει το άδειο οικόπεδο για να το μετατρέψει σ’ ένα ελεύθερο αυτοδιοικούμενο πάρκο στο μέσο ενός πυκνού αστικού ιστού με μεγάλη ανάγκη για ελεύθερους χώρους. Η αντιπαράθεση μεταξύ των φοιτητών και της διοίκησης του πανεπιστημίου, που πυροδοτήθηκε μετά την πρωτοβουλία των φοιτητών, αφενός, οδήγησε στην κορύφωση των γεγονότων που έδωσαν στο Μπέρκλεϋ τον χαρακτηρισμό ενός φιλελεύθερου πανεπιστημίου αφετέρου, συνέβαλε στην υποχώρηση του πανεπιστημίου από τις —νόμιμες— διεκδικήσεις του για τον χώρο αυτό, για αρκετά χρόνια.

Παρ’ όλ’ αυτά, το 1989, όταν η αγωνιστικότητα του φοιτητικού κινήματος είχε πέσει και το δημοτικό συμβούλιο της πόλης είχε πάρει μια πιο συντηρητική στροφή, το πανεπιστήμιο θεώρησε ότι οι συνθήκες για την αναμόχλευση του ζητήματος είχαν ωριμάσει. Υπογράφεται, τότε, μια συμφωνία μεταξύ του πανεπιστημίου και του δημοτικού συμβουλίου για την “αξιοποίηση” του χώρου, με το επιχείρημα ότι το Πάρκο του Λαού είχε μετατραπεί σ’ ένα χώρο επικίνδυνο για τους κατοίκους της γύρω περιοχής, καθώς σ’ αυτό δραστηριοποιούνταν μικροεγκληματίες, γινόταν διακίνηση ναρκωτικών και είχαν βρει καταφύγιο πολλοί από τους αστέγους της πόλης. Το καλοκαίρι, λοιπόν, του 1991, υπήρξε και ξανά βίαιη αντιπαράθεση για τα μελλοντικά σχέδια του πανεπιστημίου σε συνεργασία με τον Δήμο της πόλης και την τύχη ενός από τους ελάχιστους αληθινά δημόσιους χώρους της πόλης, όπως χαρακτηριστικά έλεγαν οι υπερασπιστές του.

Το πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϋ, γνωρίζοντας ότι χωρίς τη συμβολή του Δήμου δεν θα κατάφερνε να εντείνει τον έλεγχό του στο πάρκο για το εγχείρημα αυτό, ζήτησε τη συμβολή του Δήμου. Στη συμφωνία που συνάφθηκε αποφασίστηκε το χτίσιμο αθλητικών εγκαταστάσεων για τους φοιτητές αλλά και η μίσθωση μέρους του πάρκου από το Δήμο έναντι συμβολικού ποσού για τους κατοίκους της γειτονιάς. Το “ουσιαστικό” αντίτιμο που ο Δήμος θα έπρεπε να πληρώσει, αφορούσε τη συνδρομή του στην εφαρμογή του νόμου. Εκεί λοιπόν, που άλλοτε στεκόταν το βήμα του ομιλητή, με το χώρο μπροστά για τις συνελεύσεις και το κουτί ανταλλαγών, είχε αποφασιστεί να γίνουν γήπεδα Beach Volley και διάφοροι ακόμα βοηθητικοί χώροι.

biblioteca_the-end-of-public-space_mitchell

Σύμφωνα με τις διακηρύξεις του Πανεπιστημίου, στόχος ήταν ο χώρος να κρατηθεί ως πάρκο αλλά και να απομακρυνθούν οι παράνομες δραστηριότητες και το εγκληματικό στοιχείο για να γίνει και πάλι θελκτικό για τους φοιτητές και για τους κατοίκους που ανήκαν κυρίως στα μεσαία στρώματα. Και όπως τονίζει ο D.M, τα ίδια πάνω κάτω επαναλάμβαναν σε συντονισμό και τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης: Το πάρκο δεν χρησιμοποιείται όπως θα έπρεπε, μόνο ένα μικρό μέρος της κοινωνίας απολαμβάνει το χώρο, το οποίο δεν είναι καν αντιπροσωπευτικό μέρος της κοινωνίας, το πάρκο πρέπει να εξωραϊσθεί για να μπορεί να δέχεται ένα περισσότερο “κατάλληλο” κοινό. Και φυσικά, μια σειρά από συνεχείς διαβεβαιώσεις από τους εμπνευστές των επεμβάσεων ότι κανείς δεν θα πείραζε τους αστέγους.

Για τους υπέρμαχους του πάρκου, ο χώρος αυτός ήταν, κατ’ αρχάς, ένας από τους ελάχιστους όπου οι άστεγοι μπορούσαν να κοιμούνται, ας πούμε, ήσυχοι. Ήταν επίσης ένας χώρος απ΄ όπου η κρατική εξουσία θα μπορούσε να κρατηθεί μακριά. Τα πιο ζωτικά στοιχεία της πολιτικής του αυτής διάστασης, που υλικά και χωρικά αποτυπώνονταν με τα ελάχιστα κινητά έπιπλα, όπως το βήμα του ομιλητή με τη μεγάλη επιφάνεια γρασιδιού που απλωνόταν μπροστά του για τις συνελεύσεις και το κουτί ανταλλαγών, θα γίνονταν γήπεδα του βόλεϊ με περίφραξη για τους υπαλλήλους και τους φοιτητές του πανεπιστημίου. Η πολιτική διάσταση του χώρου ουσιαστικά διαμελιζόταν.

Από την άλλη, μεγεθύνοντας λίγο το πλάνο, οι αλλαγές στο πάρκο εντάσσονταν σε μια γενικότερη προσπάθεια τόνωσης της περιοχής καθώς, το γύρω εμπορικό κομμάτι είχε αρχίσει να δείχνει σημάδια παρακμής. Η περιοχή που τα τελευταία είκοσι χρόνια (1967-1987) είχε σιγά σιγά μεταμορφωθεί: τα άλλοτε μικρά οικογενειακά καφέ και εστιατόρια είχαν αντικατασταθεί σταδιακά από μεγαλύτερες και γνωστότερες αλυσίδες που εξυπηρετούσαν κυρίως φοιτητές και εργαζόμενους. Υπαίτιο για την παρακμή αυτή, αρκετοί από τους μαγαζάτορες, θεωρούσαν το πάρκο και τις συνεχείς φασαρίες γύρω απ’ αυτό. Ωστόσο, αν και η αστυνομία, σύμφωνα με δικά της στοιχεία, διαπίστωνε ότι η όποια εγκληματικότητα στο πάρκο δεν ξεπερνούσε αυτήν που συναντιόταν σε άλλα σημεία της πόλης, ο φταίχτης, στη συνείδηση του κόσμου, εξακολουθούσε να είναι το πάρκο και αυτό τελικά ήταν που μετρούσε.

Κάπως έτσι, έφτασαν τα πράγματα στις βίαιες συγκρούσεις του Αυγούστου του 1991 γύρω από το πάρκο. Με στρατιωτικού τύπου επέμβαση το πανεπιστήμιο και ο Δήμος επέβαλαν το νέο καθεστώς στο πάρκο οδηγώντας τους υπερασπιστές του σε υποχώρηση. Λίγες μέρες μετά, στα νέα γήπεδα του βόλεϊ, έκαναν την εμφάνισή τους οι πρώτοι υπάλληλοι του πανεπιστημίου που τους παραχωρούνταν ειδική άδεια αν ήταν να παίξουν βόλεϊ στο Πάρκο του Λαού.

Το 1993, δύο χρόνια μετά τα επεισόδεια, ο D.M περιγράφοντας την εμπειρία του από μια βόλτα στο πάρκο, μας μεταφέρει τη μεσοβέζικη κατάσταση του πάρκου που είχε τότε διαμορφωθεί: Αστυνομικοί σε επαγρύπνηση, μερικές ομάδες αστέγων, κατεστραμμένα γήπεδα του βόλεϊ, και άπλετος φωτισμός για τον καλύτερο έλεγχο του πάρκου τα βράδια, συνέθεταν το γενικότερο τοπίο. Κάνει λόγο, τέλος, για τις μηνύσεις του πανεπιστημίου κατά των ακτιβιστών και υπερασπιστών του πάρκου, για βανδαλισμό και χρήση βίας τον Αύγουστο του 1991. Σημειώνοντας επίσης, ότι στην προσπάθεια του πανεπιστημίου να έρθει σε διακανονισμό με τους ακτιβιστές, με αντάλλαγμα τη μόνιμη εξαίρεσή τους σε τυχόν μελλοντικές εξελίξεις για το πάρκο, οι ακτιβιστές ανταπάντησαν με νέες μηνύσεις κατά των Στρατηγικών Μηνύσεων του πανεπιστημίου ενάντια στη Δημόσια Συμμετοχή (Strategic Lawsuit against Public Participation) όπως οι τελευταίοι τις αποκάλεσαν.

Σήμερα, από μερικά δημοσιεύματα που διάβασα, μοιάζει (χωρίς αυτό να είναι και βέβαιο) σαν η πλάστιγγα να έχει γείρει και πάλι προς τους κατοίκους (ποιους άραγε κατοίκους;). Σ’ αυτό, γίνονται αστικές καλλιέργειες από την τοπική κοινότητα, ενώ ένα ευρύτερο κοινό προσελκύεται για τη διοργάνωση πολιτικών συζητήσεων, συναυλιών και διαμαρτυριών.

Στο δεύτερο μέρος θα ακολουθήσει η παρουσίαση της ανάλυσης των παραπάνω γεγονότων από τον D.M.

1000park2

Π, σαν να λέμε Παιδιά, Πόλεις, Παιχνίδι

Didier_Faustino

Σε πολλές μικρές και ασήμαντες συμπτώσεις μαζί, υποθέτω ότι οφείλεται το πόστ αυτό. Από τη μία το ξεκίνημα  της νέας σχολικής χρονιάς, από την άλλη ένα απογραμμάτιστο καλοκαιρινό πέρασμα από την ολοκαίνουρια (και πραγματικά) καταπληκτική (εκτός από τον κάπως υπερβολικό λευκό φωτισμό της) μίνι-παιδική χαρά στην Ακρόπολη κάτω από τη Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Τέλος, το τυχαίο ιντερνετικό “πέσιμο” πάνω σε μία έκθεση στο μουσείο Reina Sofia της Μαδρίτης, αφιερωμένη στους παιχνιδότοπους (που έχει ξεκινήσει εδώ και αρκετό καιρό και λήγει στις 22 /09).

Το συλλογικό παιχνίδι στην πόλη, στο χωριό, στο πάρκο, στην πλατεία, στους δρόμους, στις αλάνες, στη μάθηση, στη δουλειά (θυμήσου τα γραφεία της Γκούγκλ.. ναι, το ξέρω ότι είναι εξαίρεση), στις διακοπές με τους φίλους, τ’ αδέρφια μας, τους συμφοιτητές μας και τους συναδέλφους μας, το παιχνίδι για μικρούς και  μεγάλους και για ακόμα μεγαλύτερους μοιάζει ν’ αντανακλά, για όσο διαρκεί και σε συμπυκνωμένη μορφή, ένα είδος κοινωνικής ουτοπίας. Μιλώντας για παιχνίδι σκεφτόμαστε αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες, ευγενή άμιλλα, επιβράβευση, δυνατές συγκινήσεις, συλλογική προσπάθεια, όπου οι διαφορετικές δεξιότητες του καθένα μετράνε ισότιμα, και τόσα άλλα με πολλαπλά θετικά οφέλη για τον ψυχισμό των συμμετεχόντων και την κοινωνική εξέλιξη γενικώς.

boys_Francesc Catalá-Roca

Και πόσο εντυπωσιακό που το λάστιχο το παίζουν ακόμα τα κορίτσια! Ένα παιχνίδι που φτιάχνεται από το τίποτα (ναι, ναι, και τόσα άλλα, τιποτένια παιχνίδια πολύ παλιότερα από το λάστιχο). Η μπάλα (μια φουσκωτή σφαίρα που σκάει πάνω-κάτω στην τελική, που δεν χρειάζεται να είναι και η μπραζούκα) ασκεί τόσο καίρια επιρροή στους αγορίστικους εγκεφάλους παντού στον κόσμο (και όχι μόνο, αλλά κυρίως σ’ αυτούς). Τι να λέμε τώρα, τα αυτονόητα; Και πόσο τέλειο είναι το παιχνίδι εκτός σπιτιού, κάτω από τον ουρανό! Όταν η πόλη ή το χωριό γίνεται η αρένα της φαντασίας, το ταμπλό των συν-κινήσεων. Και χωρίς πολλά πολλά, σε δύο κάγκελα μορφής Π, δυο κορίτσια, σαν κι αυτά της φωτογραφίας, μπορούν να δουν αρκετή ώρα τον κόσμο ανάποδα. Στις γραμμές του πλακόστρωτου που μπορεί να ορίζει άθελά της μια πλατεία, κάποιοι μικρότεροί μας βλέπουν σαφώς δύο τέρματα και μια γενναία γραμμή να υποδιαιρεί χώρο και ομάδες. Στο ελάχιστο πρανές που μπορεί να σχηματίζεται γύρω από μια κουτσουπιά, κάποιοι άλλοι, πάλι, γνωστοί μας μπορούν να “δουν” ένα άυλο μονόστυλο σπίτι με μια φουντωτή μωβ στέγη.

playgrounds_ΠΜετά, περνάει κανείς έξω από τις κλασικές ελληνικές παιδικές χαρές με την περίφραξη και την είσοδο που κλειδώνει με λουκέτο (ακόμα και όταν βρίσκονται εντός των πάρκων έχουν περίφραξη και λουκέτο), με τα προκατασκευασμένα σύνθετα παιχνίδια τους, σαν ένα γιγαντιαίο τρισδιάστατο κόπι πέιστ που έχει σαρώσει όλους τους παιχνιδότοπους της χώρας. Και αναρωτιέται: “Μα πόσο κινδυνεύουμε επιτέλους; Διότι περιφραγμένες τις βλέπουμε και σε νησιά και σε χωριά”! Και αυτό το απαιτούν οι γονείς, για να έχουν το κεφάλι τους ήσυχο. Λες και όταν έχεις παιδιά, μπορείς να έχεις το κεφάλι σου ήσυχο.

Στο Άμστερνταμ, (εντάξει, ορθά θα σκεφτείτε, η Ολλανδία είναι ίσως η πιο προωθημένη χώρα στην υφήλιο σε θέματα παιχνιδότοπων, με μακρύ παρελθόν στον τομέα αυτό) είχα μείνει έκπληκτη που εκμεταλλεύονταν κάθε ελεύθερο τετραγωνικό της πόλης, για να “χώσουν” έστω και μια τσουλήθρα ή ένα προκάτ πολυ-παιχνίδι.  Χωρίς όμως καμία περίφραξη και σε σημεία που ήταν εντελώς έκθετα στην κίνηση των αυτοκινήτων, εκτός από δυο-τρία τετραγωνικά μέτρα φτιαγμένα από αυτό το ειδικό μαλακό δάπεδο, το οποίο όλο και κάπου θα έχει πάρει και το δικό σου μάτι ακόμα και εκείνου που δε θέλει να ξέρει τίποτα για παιδιά. Και πώς είναι δυνατόν να μην θαυμάσεις την ευφάνταστη Wikado παιδική χαρά με πτερύγια από παλιές ανεμογεννήτριες των SuperUse Studio στο Ρόττερνταμ; Αφού ο σχεδιασμός  είναι τόσο πια διεθνοποιημένος, γιατί δεν μπορούμε να αντιγράψουμε σωστά κάτι ωραίο; Πόσο μάλλον, όταν σε λίγα χρόνια αναμένεται να γεμίσουν τα νησιά με τερατώδη αιολικά πάρκα. Αλλά και πάλι, σχεδιαστές και ιδέες υπάρχουν. Μάλλον το μέσο γούστο για το δημόσιο χώρο και για το χώρο γενικώς είναι πολύ, πολύ χαμηλό σε σύγκριση, ας πούμε, με αυτό της Ολλανδίας.

Και όταν επιτέλους γίνει μια παιδική χαρά, με τον τρόπο που συνήθως γίνονται, πώς συντηρείται στην πορεία; Ο Καλλικράτης αποδεικνύεται ολέθριος για τους μικρότερους απομακρυσμένους τόπους. Φέτος το καλοκαίρι, στον Πόρο της Κεφαλονιάς, όταν ρωτήθηκαν οι κάτοικοι γιατί δεν αντικαθιστούν τα σπασμένα παιχνίδια της μοναδικής παιδικής χαράς που υπάρχει στο χωριό, η απάντησή τους ήταν: “Ποιός να τρέχει τώρα στο Αργοστόλι”; Τα παιχνίδια μετά από λίγο καιρό μπαίνουν σε αχρηστία (ειδικά εκεί όπου οι καιρικές συνθήκες είναι έντονα διαβρωτικές) και αυτό δεν είναι κάτι καινούριο.

playgrounds_reina Sofía_exhibition

Και μη μιλήσουμε για τον πολιτικό χαρακτήρα που μπορεί να έχει η τοποθέτηση μιας παιδικής χαράς σ’ ένα δημόσιο χώρο που παραπαίει. Υπενθυμίζω μόνο την κίνηση των κατοίκων των Εξαρχείων που πριν κανα δύο χρόνια, αποφάσισαν να διεκδικήσουν μέρος της πλατείας απ’ αυτήν την ασταθώς κινούμενη μάζα συνανθρώπων μας που αντικρύζοντάς την σε θλίβει και σε κάνει να ντρέπεσαι που λέγεσαι πολίτης. Ήταν αυτοί που τοποθέτησαν στην πλατεία παιχνίδια και, αν θυμάμαι καλά, τραπέζια του πινγκ-πονγκ∙ όλα έγιναν σχετικά γρήγορα και αθόρυβα. Τελικά όλη αυτή η κινητοποίηση έδειξε ότι υπάρχουν πολλοί τρόποι να κάνεις τα πράγματα να λειτουργήσουν.  Ούτε βέβαια αυτή η πρακτική είναι καινούρια. Πριν μερικές δεκαετίες (1968), οι κάτοικοι μιας υποβαθμισμένης περιοχής, στην όχι και τόσο μακρινή Κοπεγχάγη, έστειλαν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο το μήνυμα για περισσότερους δημόσιους χώρους αφιερωμένους στο παιχνίδι, όπως μας δείχνει και μια φωτογραφία της έκθεσης “Playgrounds. Reinventing the square, 2014” που αφιερώνει το Reina Sofía στο δημόσιο χώρο, ως τόπο παιχνιδιού.

Καλό Φθινόπωρο

 

 

 

Μεγάλοι και Μικρότεροι Αστικοί Θησαυροί

Το κείμενο που ακολουθεί είναι η μετάφραση ενός εκτενή σχολιασμού της Ισπανίδας κριτικού τέχνης και δημοσιογράφου Anatxu Zabalbeascoa που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα El País στις αρχές του τρέχοντος μήνα. Ενώ ο σχολιασμός της ξεκινά με την προστασία ιστορικών στοιχείων αστικού εξοπλισμού στις Ισπανικές πόλεις συνεχίζει αναφέροντας αρκετές από τις επικρατούσες απόψεις για τις πολιτικές διατήρησης που ακολουθούνται στη χώρα της. Οι εν λόγω πολιτικές και απόψεις συγκεντρώνουν μεγάλο ενδιαφέρον καθώς τα τελευταία χρόνια στην Ισπανία, με τον κορεσμένο κατασκευαστικό κλάδο, έχουν φουντώσει οι συζητήσεις για τη διατήρηση και την επανάχρηση του υπάρχοντος υπερδιογκωμένου κτιριακού αποθέματος.

Το κείμενο όμως είναι ενδιαφέρον όχι μόνο γιατί μεταφέρει τις απόψεις μιας γειτονικής ευρωπαϊκής χώρας του Νότου με βαριά κατασκευαστική βιομηχανία, γύρω από το ζήτημα της διατήρησης και επανάχρησης των υφιστάμενων κτηρίων, αλλά κυρίως γιατί η γράφουσα ξεδιπλώνει το σκεπτικό της παίρνοντας ως παράδειγμα ένα εξαιρετικά εμβληματικό σύμπλεγμα κτηρίων της Μαδρίτης, αυτό του συγκροτήματος Καναλέχας. Το συγκρότημα Καναλέχας που βρίσκεται στην καρδιά της Μαδρίτης απαρτίζεται από 6 διατηρητέα κτίρια που άλλοτε στέγαζαν σημαντικές ισπανικές τράπεζες και που τώρα έχουν μεταφερθεί μακριά από το κέντρο της πόλης. Ωστόσο, κατόπιν των επεμβάσεων, τα κτίρια αυτά θα μετατραπούν σ’ ένα ενιαίο συγκρότημα όπου, στον πρώτο όροφο θα λειτουργεί ένα εμπορικό κέντρο, στους ενδιάμεσους ένα πεντάστερο ξενοδοχείο ενώ στους τελευταίους υπερπολυτελείς κατοικίες. Σημειωτέον ότι στο χρυσό οικοδομικό τετράγωνο όπως συνηθίζεται να λέγεται, θα στεγαστεί άμεσα και το νέο κατάστημα της Αpple και μάλιστα, στην πιο στενή πλευρά του, ακριβώς στο σημείοι που εφάπτεται στην πλατεία Ντελ Σολ.

2014-02-20-099

Το κείμενό της έχει επίσης ενδιαφέρον γιατί επεκτείνεται στην έννοια της διατήρησης σε αυτές καθ’ εαυτές τις χρήσεις των κτιρίων, που παίζουν καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία της ταυτότητας των πόλεων και γιατί τέλος δίνει σημασία στο μικρό, στον “ασήμαντο” αστικό εξοπλισμό που όμως σε αρκετές περιπτώσεις έχει συμβάλει αποφασιστικά στη διαμόρφωση του χαρακτήρα πολλών γνωστών μας πόλεων. Δεν νομίζω ότι υπάρχει βιβλίο εκμάθησης αγγλικών της γενιάς μου (80) χωρίς έστω μια εικόνα του κόκκινου τηλεφωνικού θαλάμου του Λονδίνου. Για τον εξοπλισμό αυτόν που μόνο πολύ πρόσφατα στην Ελλάδα ξεκίνησε να υπάρχει ένα δειλό ενδιαφέρον – κυρίως μετά τον Διαγωνισμό για το Παγκάκι της Αθήνας το 2010 και τον τρέχοντα αντίστοιχο διαγωνισμό που προκήρυξε τελευταίως ο Δήμος του Βόλου έστω και εντός προεκλογικής περιόδου.

Στο τέλος του κειμένου προσθέτω την κλασική ταινία “Λα Καμπίνα” (ο τηλεφωνικός θάλαμος) στην οποία αναφέρεται η επιφυλλιδογράφος καθώς τυχαίνει να είναι μία από τις αγαπημένες μου ισπανικές ταινίες. 

Αστικοί θησαυροί του χθές

Τι κοινό έχουν οι είσοδοι του μετρό του Παρισιού του Έκτορ Γκιμάρ, οι τηλεφωνικοί θάλαμοι του Ηνωμένου Βασιλείου και τα φωτιστικά-παγκάκια στη λεωφόρο της Γκράσια στη Βαρκελώνη που λανθασμένα αποδίδονται στον Γκαουντί; Όλα αυτά τα στοιχεία αρχικά προκάλεσαν κατάπληξη και όλα τους κατέληξαν να μετατραπούν σε σύμβολα της πόλης στην οποία ανήκαν. Έτσι, η αντίδραση που προκάλεσαν όταν άρχισαν να τοποθετούνται, στις αρχές του 20ου αιώνα, έχει μετατραπεί σήμερα σε επαγρύπνηση για τη διατήρησή τους. Υπολογίζονται σε εκατομμύρια οι τουρίστες που κάθε χρόνο φωτογραφίζονται σ’ ένα από τα 32 φωτιστικά – παγκάκια που απομένουν. Η μυθική φράση “ Φαλκές θα σε κρεμάσουμε από το ίδιο σου το φωτιστικό” θυμίζει την κατακραυγή που υπέστη ο δημιουργός τους, ο αρχιτέκτονας του δήμου της Βαρκελώνης Πέρε Φαλκές ι Ουπρί, το 1906. Παρ’ όλ’ αυτά, στην παρούσα φάση, τα εν λόγω παγκάκια προστατεύονται, και εκτός από το να φωτίζουν και να προσφέρουν κάθισμα, θυμίζουν στον επισκέπτη ότι ο βαρκελονέζικος μοντερνισμός επεκτείνεται και πέρα από τον Γκαουντί. Η ιστορία αυτού του αστικού στοιχείου (συμπεριλαμβανομένης της επανερμηνείας του ως φωτιστικό – ζαρντινιέρα το 1974) είναι ένα παράδειγμα του πως συμβιώνει η αρχιτεκτονική κληρονομιά με την εξέλιξη της πόλης. Αλλά τα πράγματα δεν συμβαίνουν πάντα έτσι.

Farola_Falqués_Barcelona

Η “σοκολατοποιία” του Φαργάς, που άνοιξε τις πόρτες της το 1827, θα πρέπει να κλείσει στο τέλος του χρόνου όταν θα λήξει το συμβόλαιο ενοικίασης της και οι ιδιοκτήτες του κτηρίου όπου στεγάζεται θα τη μετατρέψουν σε εμπορικό κέντρο. Ο δήμαρχος Χαβιέ Τρίας υποσχέθηκε πριν λίγες μέρες να προστατέψει τα εμπορικά καταστήματα με ξεχωριστό χαρακτήρα, αλλά αφού πρώτα είχε πρόλαβει να αδειοδοτήσει το εν λόγω εμπορικό κέντρο. Περιέργως, τα λιγότερο συντηρητικά κόμματα PSC (Partido Socialista de Catalunya), IC (Partido Comunista) και το ΕRC (Izquierda Republicana de Cataluña) εναντιώθηκαν στο σχέδιο αυτό. Και εκτός αυτού, θα κλείσουν και άλλα εμβληματικά καταστήματα – όπως το ζαχαροπλαστείο Κολμένα ή το παντοπωλείο του Κíλεθ.

Τα άλλοτε συκοφαντημένα παγκακια-φωτιστικά του Φαλκές σήμερα αποτελούν σύμβολο της Βαρκελώνης. Ο πρώτος βρετανικός τηλεφωνικός θάλαμος, σχεδιασμένος από τον Σερ Γκιλ Γκιλμπερτ Σκοτ το 1924, δεν ήταν κόκκινος. Βάφτηκε έτσι για να γίνει περισσότερο ευδιάκριτος. Και συνέχιζε να αλλάζει μες στην πορεία του χρόνου μέχρι που έγινε αντιληπτό ότι μόλις που απέμεναν λίγα αυθεντικά δείγματα ενός στοιχείου εμφανώς ασήμαντου εντούτοις, όμως, εμβληματικού. Σήμερα υπάρχουν αυθεντικοί θάλαμοι στη Βασιλική Ακαδημία του Λονδίνου και στο ΜΙΤ (Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Μασαχουσέτης) της Βοστώνης. Αλλά όταν εμφανίστηκε η νομοθεσία προστασίας τους, ένας μεγάλος αριθμός τους είχε ήδη εξαφανιστεί στο δρόμο προς τη δημοπρασία. Κάτι παραπλήσιο συνέβη και στο Παρίσι. Από τις 141 Αρτ Νουβό εισόδους του μετρό -σύλληψης του Γκιμαρ, μόλις που απομένουν οι 86, συμπεριλαμβανομένης αυτής που βρίσκεται στη συλλογή του ΜόΜα και χωρίς να υπολογιστεί η εισόδου του Σατελέτ, ένα αντίγραφο που ανεγέρθηκε το έτος 2000 και που σε κάνει να αναρωτιέσαι: Τι μας ωθεί στο να καταστρέφουμε το γνήσιο και κατόπιν να προσπαθούμε να το αναστήσουμε σαν απομίμηση;

Η αμφισημία που επικρατεί, κατά την στιγμή που προσδιορίζεται ο βαθμός προστασίας που προβλέπεται γι αυτά τα στοιχεία, διευκολύνει την επιδείνωσή τους. Προστατεύονται κτήρια και κήποι, αλλά όχι φωτιστικά: τα μέρη που διατηρούνται εξαρτώνται εξ ολοκλήρου από το σε ποιον ανήκουν. Και είναι πολύ λίγα τα ακίνητα που εν τέλει αποφασίζεται να προστατευθούν πλήρως. Εντούτοις, ακόμα και αυτοί που δεν ενδιαφέρονται για τη πολιτιστική διάσταση θα ήταν καλό να δείξουν κάποια προσοχή στην οικονομική διάσταση. Ένας θάλαμος μπορεί να φαίνεται μικρό ζήτημα, αλλά τι επισκέπτονται οι τουρίστες όταν ήδη έχουν επισκεφτεί τη Χιράλδα* και τον καθεδρικό του Σαντιάγκο της Κομποστέλας;

Η πολιτιστική κληρονομιά της μικρής αστικής κλίμακας συνεισφέρει περισσότερο από το μνημειώδες στην ποικιλία των δρόμων. Προστατεύεται δε σε κοινωνίες με συνείδηση της πολιτιστικής κληρονομιάς όπως η ιταλική, σε πόλεις με ελάχιστα αστικά αγαθά όπως οι βορειοαμερικανικές ή σε πόλεις με μικρές πιθανότητες ανακαίνισης όπως οι πορτογαλικές ή οι τσέχικες. Και η προστασία της δείχνει το επίπεδο του πολιτισμό.“ Η παρουσία διαφορετικών χρονικών περιόδων στην πόλη εμπλουτίζει το αστικό περιβάλλον” υποστηρίζει ο αρχιτέκτονας Μανόλο Γκαγιέγο, υπεύθυνος για την αποκατάσταση του μουσείου των Καλών Τεχνών στην Λα Κορούνια. Εκτός από το να φροντίζουμε αυτό που αξίζει να φροντίζεται, δεν χρειάζεται να προσελκύουμε τον τουρισμό με μεγαλειώδεις κινήσεις αλλά να προσπαθούμε να τον κάνουμε να επιστρέφει. Μία πόλη φτιαγμένη με πολλά επίπεδα είναι όπως ένα καλό βιβλίο ή μια καλή ταινία, επιτρέπει πολλαπλές αναγνώσεις, σου επιτρέπει να την ξαναδείς από την αρχή.

Πέρα από μια νομοθεσία -που μπορεί ο καθένας να την ερμηνεύσει όπως θέλει, η προστασία της ιστορικής κληρονομιάς είναι ένα ζήτημα δύσκολο καθώς κάθε Δημαρχείο έχει το δικό του κατάλογο Αγαθών Πολιτιστικού Ενδιαφέροντος και επιπλέον – και εδώ βρίσκεται το κλειδί – εφαρμόζει το δικό του κριτήριο που ανα πάσα στιγμή μπορεί να το αλλάξει. Έτσι, οι κατάλογοι θεσπίζουν διαφορετικά επίπεδα προστασίας (ολική, μερική, περιβαλλοντική…) και μεγάλο μέρος των στοιχείων εικόνας της πόλης (φωτιστικά, κάγκελα, επιγραφές, πλακόστρωτα ή περίπτερα) ξεφεύγουν απ’ αυτές τις ερμηνείες. Σ’ αυτήν την ποικιλία των ερμηνειών τα μεμονωμένα στοιχεία μπορούν να μείνουν χωρίς προστασία. Ας σκεφτούμε τα χυτά κίτρινα ταχυδρομικά κουτιά: πόσα απ’ αυτά είδατε να εξαφανίζονται από τη γειτονιά σας; Θα ήταν δυνατό να βρούμε σήμερα έναν θάλαμο όπως αυτόν που κλείστηκε ο Χοσέ Λουίς Λόπεθ Βάσκεθ στην ομώνυμη ταινία που σκηνοθέτησε ο Αντόνιο Μερθέρο το 1972; Αν η προστασία είναι αποσπασματική και αυθαίρετη, πώς θα μπορούσαν να συμβαδίσουν η πολεοδομική μνήμη, η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς και η ζωή στα κτήρια του κέντρου;

Ο αρχιτέκτονας Κάρλος Λαμέλα,είναι αυτός που υπέγραψε το Τ4 (Terminal 4) στο Μπαράχας και τώρα εργάζεται στο σχεδιασμό του συγκροτήματος Καναλέχας – στη μετατροπή διαφόρων ιστορικών κτηρίων σε ένα εμπορικό κέντρο με ξενοδοχείο ακριβώς δίπλα στην Πουέρτα ντελ Σόλ (Η πύλη του Ήλιου) της Μαδρίτης. Ο Λαμέλα θεωρεί ότι δεν είναι δυνατό να προστατευτεί η πολιτιστική κληρονομιά όταν δεν της δίνεται κάποια χρήση: Είτε θα είμαστε επαρκώς ευέλικτοι για να φροντίσουμε να μη λειτουργεί η προστασία σαν ανυπέρβλητο εμπόδιο, είτε πολλά κτήρια θα πεθάνουν”. Αν και η μελέτη του θα προκαλέσει την εξαφάνιση ενός μεγάλου αριθμού βιτρίνων, κάγκελων, θυρών και κορνιζών, θεωρεί ότι η χρήση είναι που προστατεύει τα ακίνητα και διατείνεται ότι αν το τέμενος της Κόρδοβας δεν είχε μετατραπεί σε χριστιανικό καθεδρικό ναό, σήμερα δεν θα υπήρχε.

Τα κιγκλιδώματα, οι επιγραφές ή τα ταχυδρομικά κουτιά έχουν επίσης ένα μεγάλο τουριστικό ενδιαφέρον. Εντούτοις, ο αρχιτέκτονας Αλμπέρτο Τεγερία, ειδικός σε ζητήματα ιστορίας, υποστηρίζει ότι το 99% των παλαιών κτηρίων μπορεί να συνεχίζει να χρησιμοποιείται χωρίς να υπάρχει η ανάγκη να καταστραφεί η πολιτιστική του αξία. Υποστηρίζει δε, πως “ Η ανάγκη της ανακαίνισης συχνά δεν υποτάσσεται στην παλαιότητα των ακινήτων αλλά περισσότερο σε κερδοσκοπικά κριτήρια”. Και μας δίνει ακριβώς το παράδειγμα του μελλοντικού συγκροτήματος του Καναλέχας στην καρδιά της Μαδρίτης. Εξηγεί επίσης ότι μετά την μετακόμιση στα προάστεια της έδρας των τραπεζών που βρίσκονταν στα κτήρια αυτά “αρκούσε να συλλέξει κανείς τις παραχθείσες υπεραξίες από την επανεκτίμηση της αξίας των οικοπέδων στο κέντρο της πόλης”. Και ότι “ήδη πριν να ξεσπάσει η φούσκα των ακινήτων η τράπεζα του Σαταντέρ διαπραγματεύτηκε την πώληση του εν λόγω οικοδομικού τετραγώνου ξεκινώντας μ’ ένα πλάνο πολύ πιο προστατευτικό από το τρέχον (που το είχε πραγματοποιήσει ο Ραφαέλ ντε λα Οθ)”. Εντούτοις, όταν η επιχείρηση αυτή ανακόπηκε “καθώς η τράπεζα δεν ήθελε να απορρίψει την αξία που είχε αποδοθεί στο συγκρότημα κίνησε ουρανό και γη για να της επιτραπεί η ανακαίνιση του οικοδομικού τετραγώνου, προσθέτοντας ορόφους και καταστρέφοντας το εσωτερικό”.Έχει περάσει ένας χρόνος από τότε που η Τράπεζα Σανταντέρ πούλησε αυτήν την πολιτιστική κληρονομιά για 215 εκατομμύρια ευρώ στον όμιλο επιχειρήσεων Βιγιάρ Μιρ. Είχε κέρδος 85 εκατομμύρια ευρώ αλλά θυσίασε μια ανεπανάληπτη συλλογή από βιτρώ, βιτρίνες, κίονες, πόρτες και κιγκλιδώματα.

canalejas_reforma_el País

Αν και είναι πιθανό ένα νέο εμπορικό κέντρο να αναζωογονεί μία περιοχή, το να καταστρέφει κανείς την πολιτιστική του κληρονομιά έχοντας ως μέσο αλλαγές στον κατάλογο αφαιρεί κύρος από την πόλη, την αρχιτεκτονική της και το Δήμο που το επιτρέπει. Το δημοτικό συμβούλιο της Μαδρίτης ήταν αυτό που άλλαξε το καθεστώς της προστασίας του εσωτερικού των κτηρίων αυτών θεωρώντας “κατεστραμμένο από τις αλλαγές εξαιτίας της χρήσης” αυτό που ο Τεγιερία χαρακτηρίζει σήμερα ως “αστικό θησαυρό”. Μία τόσο διαφορετική ερμηνεία μας δείχνει ξεκάθαρα ότι η συζήτηση του πώς θα ενώσουμε την προστασία της πολιτιστική κληρονομιάς με τη νέα ζωή των κτηρίων σε συμφωνία με την προστασία της Δημόσιας Περιουσίας φαίνεται να ξεπερνάει τα οικονομικά κριτήρια. Πώς να τηρήσουμε τις αποστάσεις; Πώς να κάνουμε το μακροπρόθεσμο στις πόλεις να αντισταθεί στη γρήγορη ευχαρίστηση τόσων χρεοκοπημένων δήμων; Ο αρχιτέκτονας Ενρίκε Μπαχαρντί, που πραγματοποίησε το Ειδικό Πλάνο Προστασίας και Επανακατοίκισης του Σαντιάγο ντε Κομποστέλα και που στην παρούσα φάση ηγείται της ομάδας που αναθεωρεί τον κατάλογο της Μαδρίτης, εξηγεί ότι τα τελευταία 30 χρόνια της διατήρησης της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς ήταν εξαρτημένα από την ριζική απόρριψη των πολιτικών αδιάκριτης κατεδάφισης που επιβλήθηκαν μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου σ’ όλη την Ευρώπη.

Απέναντι στη διατήρηση αυτού που έχει “αρκετή παλαιότητα”, προτείνει να αξιολογήσουμε τη σχέση μεταξύ του κτηρίου και της πόλης έτσι ώστε να εισάγουμε βελτιώσεις στα ακίνητα των ιστορικών συνοικιών. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο Μπαχαρντί συνηγορεί υπέρ της ενίσχυσης της χαλαρότητας. Εντούτοις, υπάρχουν γεγονότα όπως για παράδειγμα το ότι σε μερικούς κατάλογους Αγαθών Πολιτιστικού Ενδιαφέροντος, οι γυμνές κατασκευές, προάγγελοι του μοντερνισμού κρίνονται ως μικρής αξίας, που απεικονίζουν την απουσία προστασίας για την μοντέρνα αρχιτεκτονική. Αυτό επέτρεψε το 1999, την εξαφάνιση ενός έργου, τόσο εξέχοντος όσο η Παγόδα του Μιγέλ Φισάκ που χτίστηκε στη Μαδρίτη το 1965. “ Εδώ τέθηκαν τα 100 χρόνια ως κανόνας για την ελάχιστη παλαιότητα και όλα τα ακίνητα της Βασιλείας του Αλφόνσο του 13ου ή του μοντερνισμού έμειναν χωρίς προστασία” όπως μας εξηγεί ο Τεγιερία.

Ο Μπαχαρντί πιστεύει ότι “σχεδόν οποιαδήποτε χρήση είναι συμβατή με την προστασία του ακινήτου”. Ο κανονισμός για τον έλεγχο της πολιτιστικής κληρονομιάς και οι κατάλογοι διατρέχoυν το διπλό κίνδυνο να “γραφειοκρατικοποιήσουν” τις διαδικασίες εξυγίανσης και να τις μετατρέψουν σε σουρωτήρι. Πώς; Επιτρέποντας από τη μία, μια πολύ αυστηρή ερμηνεία που προκαλεί την παράλυση της ανακαίνισης των εμπορικών καταστημάτων – κλείνοντας τα για μήνες- επειδή απλώς αντικατέστησαν ένα μικρό μέρος της πρόσοψης σε μία ζώνη περιβαλλοντικής προστασίας – στην πιο ελαφριά – και από την άλλη, προστατεύοντας επεμβάσεις που αφαιρούν ένα σωρό από αστικά στοιχεία βάσει μιας πολύ πιο χαλαρής ανάγνωσης του ίδιου εγχειριδίου.

Αυτή η αυθαίρετη ερμηνεία καταλήγει συχνά σε ένα νομικό κενό όπου εκτός από τα μνημεία πρώτης γραμμής τα πάντα μπορούν να αλλάξουν. Τέτοια υπο-προστασία έρχεται σε αντίθεση με νομοθεσίες όπως για παράδειγμα αυτής της Νέας Υόρκης, όπου ένα κτήριο μπορεί να προστατευτεί όταν συμπληρωθούν 30 χρόνια από την κατασκευή του. Όταν ο Μπαχαρντί υποστηρίζει ότι τα κτήρια του παρελθόντος πρέπει να μπορούν να μετατρέπονται, ισχυρίζεται ότι στη μεγάλη πλειοψηφία των σπιτιών πρέπει να υπερισχύει η έννοια της κατοικησιμότητας πάνω σ’ αυτήν της προστασίας. Η Πεδρέρα του Γκαουντί εξακολουθεί να είναι είναι ένα κτήριο κατοικιών.

Και ο δημιουργός του ζαχαροπλαστείου Φάργας συνεχίζει να ψήνει τη σοκολάτα. “Σχεδόν οποιαδήποτε χρήση μπορεί να είναι συμβατή με την προστασία ενός ακινήτου” εξηγεί. Και ο Τεγιερία του δίνει δίκιο. “ Το ότι ένα κτήριο προστατεύεται δε σημαίνει ότι δεν μπορούμε να επέμβουμε σ ’αυτό, αλλά το ότι έχουν καθιερωθεί ρυθμίσεις για να διασφαλιστούν επεμβάσεις που δεν ελαττώνουν τις ιστορικο-καλλιτεχνικές του αξίες”, εξηγεί καθώς υπενθυμίζει ότι η οικονομική αξία ενός κτηρίου ανήκει στον ιδιοκτήτη του, αλλά οι πολιτισμικές αξίες σε όλη την κοινωνία. Γι’ αυτόν τον λόγο ο αρχιτέκτονας αυτός συγκρίνει την επέμβαση στο Καναλέχας με το χτίσιμο ενός ουρανοξύστη στο κέντρο του καθεδρικού του Μπουργός δεδομένου οτι η όψη του καθεδρικού δεν επηρεάζεται -καθώς είναι το μοναδικό που βρίσκεται σε καθεστώς προστασίας- και αυτό γιατί δεν τον αγγίζει. “Δεν πρόκειται για απαγόρευση οποιασδήποτε επέμβασης, αλλά μόνον αυτών που δεν σέβονται τις αξίες του κτηρίου”, επιμένει. Και εξηγεί, οτι κανένα ακίνητο – ούτε νέο ούτε σύγχρονο- δεν επιδέχεται μια χρήση αντιφατική με αυτήν για την οποία χτίστηκε “ακόμα και αν τα οικονομικά κριτήρια των ιδιοκτητών πηγαίνουν προς την κατεύθυνση αυτήν”.

Ο Κάρλος Λαμέλα από την πλευρά του, υποστηρίζει ότι η εκ βάθρων μετατροπή των εσωτερικών “δεν είναι ούτε καλή ούτε κακή, είναι απλά ο νόμος της ζωής για τη προσαρμογή στο πέρασμα του χρόνου”. Ωστόσο, διακηρύττει “προτείνοντας την ανάκτηση ενός μεγάλου αριθμού παλαιών στοιχείων των παλαιών τραπεζών που διαμόρφωναν το συγκρότημα Καναλέχας”. Έτσι, μιλάει για μια διάσωση sui géneris – και κατά κάποιο τρόπο α-πολίτιστη- όταν παραθέτει την επιλογή των στοιχείων προς ανάκτηση “με σκοπό την επανατοποθέτησή τους”. Είναι για μας το ίδιο το που θα βάλουν τα κιγκλιδώματα και τις αποκατεστημένες πόρτες; Επιμένει ότι “Αν τα κτήρια μείνουν χωρίς χρήση,θα συνεχίσουν να χειροτερεύουν και αυτό θα σημάνει και τον θάνατο της πόλης- αφού πριν έχει υποστηρίξει οτι στην Ισπανία, η κοινωνία ποτέ δεν έχει αξιολογήσει το ενδιαφέρον για το διάκοσμο συγκεκριμένων εμπορικών καταστημάτων όπως συμβαίνει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Και συμπεραίνει οτι “Καθώς το πολιτιστικό μας επίπεδο θα μεγαλώνει θα επαναξιολογούμε πλευρές για τις οποίες σήμερα αδιαφορούμε”.

Ο Λαμέλα:” Αν τα κτήρια μείνουν χωρίς χρήση αυτό θα σημάνει και τον θάνατο της πόλης”. Στη Ράμπλας της Βαρκελώνης, ένα παλιό ραφτάδικο σήμερα πουλάει πορσελάνη LLadró. Στο Παρίσι, το κοσμηματοπωλείο Αλεξάντρ μετατράπηκε σε ένα Μακ Ντόναλντς διατηρώντας ένα μεγάλο μέρος από το διάκοσμό του. Και το μουσείο της ιστορίας της πόλης Καραναβαλέτ διατηρεί όλο τον διάκοσμο (περιλαμβανομένης της πρόσοψης) μερικών παλαιών μαγαζιών. Εντούτοις, τι αξία έχει να διατηρεί κανείς εμπορικά καταστήματα και να τους αλλάζει τη χρήση; Ο υπεύθυνος δημοτικός σύμβουλος για το εμπόριο του δήμου της Βαρκελώνης, Ραιμόντ Βλάσι, έθιξε, για πρώτη φορά τη βδομάδα αυτή, την πιθανότητα να διατηρούνται οι δραστηριότητες σαν πολιτιστικό αγαθό καταμεσής της διαμάχης γύρω από το μέλλον της Σοκολατοποιίας Φάργας. Στη Σεβίλη, το ωρολογοποιείο Ελ Κρονόμετρο έχει ξεπεράσει κρίσεις και αλλαγή γενεών χωρίς όμως να αλλάξει την όψη του. Το ίδιο που έκανε και το μπαρ Μαντέκα στο Κάντιθ, το εκατονταετές φαρμακείο Ροντρίγο Μαιμόν του Λογρόνιο ή το καφέ Ιρούνια στο Μπιλμπάο, αλλά αυτά είναι εξαιρέσεις.

Ο Τεγιερία θεωρεί ότι στην Ισπανία σέρνουμε το κόμπλεξ μιας χώρας οπισθοδρομικής: Αυτό μας οδηγεί στο να ενθουσιαζόμαστε από οποιονδήποτε νεωτερισμό που μας κάνει να αισθανόμαστε μοντέρνοι, υποτιμώντας στοιχεία του παρελθόντος, όσο και αν αυτά αξίζουν”. Έχουμε επίσης ένα πρόβλημα με τη διατήρηση: Εξηγεί “Εδώ τα πράγματα χειροτερεύουν γιατί δεν τα φροντίζουμε και τα αφήνουμε να παρακμάσουν μέχρι το σημείο που να χρειάζονται πλήρη ανακαίνιση”. Και δεν έχει άδικο. Σκεφτείτε τα κλιματιστικά που κρέμονται από τις όψεις των κτηρίων ή τα πρόσφατα κτισμένα κτήρια που τους ανανεώνουν τα κιγκλιδώματα και τα παράθυρα χωρίς κανένα σεβασμό στον αρχικό τους σχεδιασμό. Σ’ αυτήν την έλλειψη σεβασμού αποδίδει ο Τεγιερία το γεγονός ότι κάποια παλιά μαγαζιά παρουσιάζουν ένα ασύνδετο συνονθύλευμα στοιχείων αποτελέσμα συνεχών ανακαινίσεων χωρίς κανένα έλεγχο.

Χωρίς μια παιδεία που να μας παροτρύνει να φροντίζουμε τα συλλογικά αγαθά και με δημοτικούς νόμους που να μπορούν να ερμηνεύονται σύμφωνα με τις δικές τους προτεραιότητές είναι δύσκολο να μην συνεχίσει να εξαφανίζεται ή να δημιουργεί αντιπαραθέσεις η πολιτιστική κληρονομιά. Εντούτοις, η έλλειψη φροντίδας για τα αγαθά πολιτιστικού ενδιαφέροντος όχι μόνο επιφέρει οικονομική και πολιτιστική απώλεια αλλά μας επιτρέπει να διαισθανθούμε αυτό που θα συμβεί και με τα δικά μας έργα όταν πια δεν θα είμαστε σε θέση να τα φροντίσουμε.

*Χιράλδα ονομάζεται το καμπαναριό του καθεδρικού ναού Σάντα Μαρία της Σεβίλης.

** Οι Φωτογραφίες που δεν είναι συνδεδεμένες με την πηγή τους ανήκουν στη María Gallardo

%d bloggers like this: