Tag Archive | Αμερική

Ιστορίες εκτοπισμού από τη «Νέα» Ορλεάνη (μέρος Α)

Φέτος το καλοκαίρι συμπληρώθηκαν δέκα χρόνια από τον καταστροφικό τυφώνα Κατρίνα που σάρωσε τη μοναδική, σε πολιτιστικό πλούτο, αμερικανική πόλη της Νέας Ορλεάνης, στην πολιτεία της Λουιζιάνας. Ποιος δε θυμάται άραγε εκείνες τις αεροφωτογραφίες που έδειχναν σειρές από στέγες σπιτιών να επιπλέουν σε μια ατελείωτη υδάτινη έκταση που είχε κατακλύσει την κοιτίδα της τζαζ; Το κείμενο που ακολουθεί είναι του συγγραφέα Jordan Hirsch, το οποίο μπορείτε να βρείτε στα αγγλικά εδώ. Η μετάφραση και ο σχολιασμός δικά μας. Ευπρόσδεκτα τα σχόλιά σας για περαιτέρω ερμηνείες, παραλείψεις ή και λάθη. Σας ευχόμαστε ένα καλό ταξίδι στη «Νέα» Ορλεάνη.

Μετά τον τυφώνα Κατρίνα (Αύγουστος 2005) οι παρελάσεις της δεύτερης γραμμής έγιναν το σύμβολο της «προσαρμοστικότητας»(1) της Νέας Ορλεάνης. Αλλά η επιβίωση των παρελάσεων καθώς και των γειτονιών αυτών που οι γλεντζέδες αποκαλούσαν σπίτι απέχει πολύ από το να είναι εξασφαλισμένη.

Δυο μήνες μετά τον τυφώνα Κατρίνα, όσο οι επίσημες αρχές τις πόλης συζητούσαν το αν και πώς θα ανοικοδομούσαν τις, σε μεγάλο βαθμό κατεστραμμένες, περιοχές της Νέας Ορλεάνης, η Μichelle Longino και η Tamara Jackson οργάνωσαν μια παρέλαση. Η εκδήλωση, μια τοπική παράδοση που ονομάζεται δεύτερη γραμμή, θα γινόταν μέσα στους ερειπιώνες της πόλης και θα αποτελούνταν από μπάντες χάλκινων και ομάδες ατόμων που απαρτίζουν τα λεγόμενα κλαμπ κοινωνικής βοήθειας και αναψυχής. Η παρέλαση είχε ως διακύβευμα τη διεκδίκηση των ιστορικών μαύρων γειτονιών της πόλης για λογαριασμό των πρώην κατοίκων τους, οι οποίοι εξακολουθούσαν να βρίσκονται διασκορπισμένοι σ’ όλη τη χώρα μετά την πλημμύρα. Η ιδέα ήταν της Longinο, η οποία για τον κόσμο της μαύρης εργατικής τάξης ήταν λευκή και ανήκε στη μεσαία τάξη. Η Jackson, η οποία είναι μαύρη και μεγάλωσε σ’ ένα δρόμο απ’ όπου περνούσε παρέλαση δεύτερης γραμμής, τη βοήθησε να εντοπίσει μέλη δεκάδων κλαμπ που επιθυμούσαν να τραγουδήσουν.

H ιδέα τους όμως δεν αντιμετωπίστηκε με ενθουσιασμό από τις δημοτικές αρχές. Οι αρχές της Νέας Ορλεάνης μπορεί να τρέφουν σεβασμό για τη μαύρη κουλτούρα της πόλης, που από καιρό είχε συμβάλει στην τουριστική απήχησή της, αλλά όπως ήταν εμφανές, μετά την καταιγίδα, παρέμειναν καχύποπτες απέναντι στους ανθρώπους που τη δημιουργούν. H υποδοχή των Neville Brothers (2) από τους τοπικούς άρχοντες, δεν επεκτάθηκε και σε άλλους από την περιοχή των Calliope Projects (3). Ο James Reiss, μέλος της επιτροπής ανοικοδόμησης του Δημάρχου Ray Nagin, ανοιχτά συνηγόρησε υπέρ του να εξαιρεθούν οικογένειες χαμηλών εισοδημάτων από τη νέα πόλη. Είπε δε στο περιοδικό Wall Street: «Αυτοί που θέλουν να δουν αυτήν την πόλη να ξαναχτίζεται θέλουν να δουν να γίνεται αυτό με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο: δημογραφικώς, γεωγραφικώς και πολιτικώς».

Συνάντησα τη Longinο και τη Jackson όταν με προσέγγισαν για να πληρώσω μια μπάντα για την παρέλασή τους, μέσω ενός κονδυλίου ελάφρυνσης μουσικών, το οποίο διαχειριζόμουν. Προσφέρθηκα να βοηθήσω με όποιο τρόπο μπορούσα. Το Γενάρη του 2006, μία βδομάδα πριν από την ημερομηνία της παρέλασης, πήγα με τη Longino, τη Jackson και άλλους σε μια συνάντηση με τον διοικητή John Bryson, του αστυνομικού τμήματος του Έκτου Διαμερίσματος της Νέας Ορλεάνης. Η πλημμύρα είχε συρρικνώσει τη διαθέσιμη έκταση για το εμπόριο ναρκωτικών στο Central City (κεντρική περιοχή της Ν. Ορλεάνης) και υπήρχε η διαρροή ότι ένας γκάνγκστερ, που θα τον ονομάσω Mike, σκόπευε να βγάλει από τη μέση έναν αντίπαλό του, στην παρέλαση της δεύτερης γραμμής. Τα μέλη του κλαμπ παρέμειναν απτόητα. Ζούσαν έτσι και αλλιώς με το ρίσκο των πυροβολισμών στις γειτονιές τους σε καθημερινή βάση και πριν από την πλημμύρα και δεν ήθελαν να παραδώσουν τους δρόμους τους τώρα. Ο διοικητής Bryson είχε, όμως, άλλες προτεραιότητες και αρνήθηκε να εγκρίνει την άδεια για την παρέλαση.

Η Jackson και η Byron Vallery, ένα άλλο μέλος του κλαμπ, βρήκαν τον Mike και την οικογένειά του στο Central City και κανόνισαν μια συνάντηση. Όταν η Jackson του είπε για την παρέλαση της δεύτερης γραμμής, δεν χρειάστηκε να του εξηγήσει το πόσο σημαντικό ήταν. Ο Mike συμφώνησε να αποχωρήσει ενώ η παρέλαση θα ήταν στο δρόμο, αν και δεν είχε σχεδιάσει να κάνει κάτι, έτσι και αλλιώς. Προσθέτοντας, ωστόσο, ότι αν δεχόταν επίθεση θα έκανε αυτό που έπρεπε να κάνει. Η Vallery μετέφερε τα νέα στον Διοικητή Bryson, ο οποίος όμως έμεινε αμετακίνητος στην απόφασή του.

Στο μεταξύ, οι εκτοπισμένοι της δεύτερης γραμμής, αρκετοί από τους οποίους δεν είχαν οι ίδιοι μεταφορικό μέσο, νοίκιαζαν αμάξια και ναύλωναν λεωφορεία για να πάνε στην παρέλαση. Η Vallery έκανε μια απεγνωσμένη έκκληση στον πρόεδρο του δημοτικού συμβουλίου Oliver Thomas, o οποίος είχε στενούς δεσμούς με τα κλαμπ. Ο Thomas πίστευε ότι αυτή η δεύτερη γραμμή μπορεί να ήταν και η τελευταία που η πόλη θα έκανε δεκτή και ότι η ίδια η παράδοση βρισκόταν σε κίνδυνο. «Γι’ αυτό για μένα έπρεπε να γίνει» μου είπε αργότερα. Έπεισε την διοίκηση του Nagin ότι μια παρέλαση θα ήταν περισσότερο διαχειρίσιμη από ένα πλήθος ανθρώπων που θα ερχόντουσαν από την εξορία μόνο και μόνο για να μάθουν ότι είχε ακυρωθεί. Βοήθησε να εξασφαλιστεί μια άδεια για μια διαδρομή περιορισμένη στo Πρώτο Δημοτικό Διαμέρισμα της πόλης, με μια κυκλική πορεία γύρω από το Treme, που θεωρείται από ορισμένους ως η πιο παλιά γειτονιά μαύρων στη χώρα και ένα κομμάτι από τo Έβδομo Διαμέρισμα (Seventh Ward), τον τόπο γέννησης του Roll Morton (4) και του Sidney Bechet (5).

Δύο μέρες αργότερα, γύρω στα 300 μέλη κλαμπ και τρεις μπάντες χάλκινων γέμισαν τη Λεωφόρο St. Claude μπροστά από το μουσείο Backstreet Cultural Museum. Τα μέλη του κλαμπ φόρεσαν μαύρα πουκάμισα που έγραφαν κατά μήκος του στήθους «Ανανεώστε την Ορλεάνη». Ο παπάς Jerome LeDoux βγήκε έξω από την καθολική εκκλησία St. Augustine για να τους δώσει την ευλογία του. Χιλιάδες άνθρωποι που περιέβαλλαν τα κλαμπ ξεχύνονταν στους διπλανούς δρόμους. Από την μπροστινή βεράντα του μουσείου Backstreet, η Jackson ανακοίνωσε ότι η κοινότητα της δεύτερης γραμμής επέστρεφε σπίτι. Αν τα μέλη του κλαμπ είχαν οικονομική κατοικία και βασικές υπηρεσίες θα μπορούσαν και πάλι να αναστήσουν την πόλη. Και τότε, τα ντραμς χτύπησαν, τα πνευστά ξεκίνησαν να παίζουν και η παρέλαση απέδειξε τον ισχυρισμό της Jackson. Οι άδειοι δρόμοι γέμισαν με ανθρώπους τον έναν δίπλα στον άλλον, που συνέρεαν γύρω από σωρούς μουχλιασμένων γυψοσανίδων στα πεζοδρόμια και τις σκεπαστές αυλές άδειων σπιτιών με τρύπες στις οροφές τους. Οι χορευτές περιδινούνταν, πετάγονταν και πηδούσαν πάνω στις σκεπές των πλημμυρισμένων αυτοκινήτων. Ο Thomas χόρευε μαζί τους. Εκείνη τη μέρα, θυμάται,«εξορκίσαμε τον Κατρίνα». Θεωρήθηκε από πολλούς ως η μεγαλύτερη δεύτερη γραμμή που έγινε ποτέ. Η παρέλαση κορυφώθηκε στη στροφή για τη λεωφόρο Claiborne και ένιωσα σαν η ορμή αυτών των χιλιάδων ανθρώπων να ξαναφτιάχνει την πόλη. Η Jackson θυμάται την στροφή στη λεωφόρο Claiborne σαν «τη σημαντικότερη στιγμή της ζωής μου».

Μετά από τέσσερις ώρες με τη “Rebirth Brass Band” δυο τετράγωνα πριν το τέλος της διαδρομής, δύο πυροβολισμοί έκαναν το πλήθος να πέσει κατάχαμα στους γύρω δρόμους. Η Jackson είδε έναν άντρα ξαπλωμένο ανάσκελα μέσα σε μια λίμνη από αίματα, χτυπημένο δύο φορές κοντά στο νεφρό του και μία στον κορμό του. Του έβγαλε τότε τη ζώνη και του την έδεσε σαν αιμοστατική ταινία γύρω από τη μέση του. Δύο αστυφύλακες έκαναν άκρη μέσα από το πλήθος με παρατεταμένα τα όπλα δείχνοντας την Jackson. Της φωνάξανε να κάνει στην άκρη και αυτή τους αντιγύρισε ότι δεν θα έκανε. Έκανε τη νοσηλευτική τον καιρό εκείνο και γνώριζε ότι το μόνο κέντρο επειγόντων που λειτουργούσε βρισκόταν πάνω από 7 μίλια μακριά. Εξήγησε δε στους αστυφύλακες ότι έπρεπε να κρατήσει την πίεση στις πληγές του ανθρώπου, διαφορετικά θα έχανε αίμα. Έμεινε με τον αιμορραγούντα άντρα μέχρι να φτάσει η άμεση βοήθεια. Ο άντρας θα επιβιώσει, όπως επιβίωσαν μια γυναίκα που χτυπήθηκε στο πόδι και ένας νεαρός άντρας στο χέρι.

Ο διοικητής Bryson, η Vallery και η Jackson γνώριζαν ότι ο Mike δεν είχε να κάνει με τους πυροβολισμούς. Αλλά οι φόβοι του Bryson για βίαια γεγονότα είχαν επιβεβαιωθεί, προκαλώντας έτσι μερικούς τοπικούς άρχοντες −και άλλους από την Washington− να επιχειρηματολογήσουν κατά της ανοικοδόμησης των φτωχότερων γειτονιών της Νέας Ορλεάνης. Για ολόκληρες γενεές τα τμήματα αυτά της πόλης, καθώς και οι μεγάλες οικογένειες και τα εκτεταμένα κοινωνικά δίκτυα που τα αποκαλούσαν σπίτια τους, ήταν η πηγή των αναγνωρισμένων μαύρων παραδόσεων της πόλης. Μετά την καταιγίδα και τη βίαιη κατάληξη της μεγάλης παρέλασης, η κοινότητα της δεύτερης γραμμής βρισκόταν σε κίνδυνο καθώς και τα σπίτια τους. Οι άνθρωποι που προσδιόρισαν τη Νέα Ορλεάνη για τον υπόλοιπο κόσμο ίσως να μην έχουν θέση στην −μετά τον Κατρίνα− πόλη.

Τα σύγχρονα κλαμπ κοινωνικής βοήθειας και αναψυχής ήρθαν σαν εξέλιξη των φιλανθρωπικών συλλόγων στα τέλη του 19ου αιώνα. Οι μαύροι της Νέας Ορλεάνης που είχαν εξαιρεθεί από τις κυρίαρχες ασφαλιστικές εταιρίες, πλήρωναν συνδρομές για να καλύψουν κοινές τους ανάγκες συμπεριλαμβανομένων των κηδειών. Τα κλαμπ τότε που προσλάμβαναν μπάντες χάλκινων για ειδικές εκδηλώσεις, μετατρέπονταν στους πρώτους ευεργέτες της Τζαζ. Και οι περήφανοι ρυθμοί της μπάντας διαχέονταν σ’ όλο τον μουσικό κανόνα της Νέας Ορλεάνης. Ο Louis Armstrong αναφέρθηκε στις παρελάσεις σαν επιρροή. Το ίδιο και ο Lil Wayne (διάσημος σύγχρονος ράπερ).

eeeeeessss, New Orleans/The land of beautiful queens/The prettiest skies you’ve ever seen/ They’ll tell you: Yakkity, yakkity Yakkity, yakkity yak/In New Orleans/(My home town, ya know)/ The land of the red beans/ Don’t forget those ham and greens/Down in New Orleans/

Ο όρος δεύτερη γραμμή αναφέρεται στους ανθρώπους που ακολουθούσαν την επιχορηγούμενη οργάνωση (που ήταν η κύρια γραμμή) και την μπάντα των χάλκινων στους δρόμους. Τα κλαμπ οργάνωναν ετήσιες παρελάσεις, σταματώντας στα σπίτια των τιμώμενων προσώπων και στα συνοικιακά μπαρ όπου τα μέλη τους συναντιόνταν όλο το χρόνο. Οι δεύτερες γραμμές ήταν επίσης μέρος των νεκρώσιμων ακολουθιών όπου παραδοσιακά μια μπάντα χάλκινων θα έπαιζε πένθιμη μουσική στο δρόμο προς το νεκροταφείο και εορταστικά τραγούδια από τη στιγμή που το σώμα θα «απελευθερωνόταν».

Μετά τον Jim Crow (6), όταν τα μέλη των κλαμπ μπορούσαν πια να κάνουν ασφάλειες, οι δεύτερες γραμμές συνέχισαν σαν μορφή αντίστασης στον de facto διαχωρισμό της πόλης. Για τους μαύρους κατοίκους  της Νέας Ορλεάνης, που δεν τους επιτρεπόταν η πρόσβαση στην κατοικία και τις δημοτικές υπηρεσίες σε συγκεκριμένα τμήματα της πόλης, οι δεύτερες γραμμές λειτουργούσαν για να επιβάλλουν την κυριαρχία τους στο δημόσιο χώρο. Στις παρελάσεις, η εργατική τάξη των μαύρων ήταν βασιλιάδες και βασίλισσες, και η μεγαλοσύνη των μελών του κλαμπ, μεταμφιεσμένων με ταιριαστά καπέλα derbies και κουστούμια να ανεμίζουν, βεντάλιες από φτερά στρουθοκαμήλων, επέτρεπε σ’ όλη τη γειτονιά να καμαρώσει την αλλαγή. Διαφορετικά κλαμπ διατηρούσαν διαφορετικά επίπεδα κοινωνικής βοήθειας. Μερικά συνέχιζαν να προστατεύουν άρρωστα μέλη ενώ άλλα βοηθούσαν τους γονείς να αγοράσουν σχολικά ρούχα για τα παιδιά τους.

Οι “της δεύτερης γραμμής” ήταν σχεδόν αποκλειστικά μαύροι, με μια χούφτα από μη-μαύρους ακαδημαϊκούς, φωτογράφους και λάτρεις των χάλκινων για συνοδεία. Εκατοντάδες άνθρωποι μπορούσαν να ξεσηκώνουν το Central City όλο το απόγευμα ενώ οι κάτοικοι δυο τετράγωνα παρακάτω, στη λεωφόρο St. Charles, θα μπορούσαν να μην τους έχουν καν ακούσει. Ωστόσο, η αφοσίωση της Νέας Ορλεάνης στις τοπικές παραδόσεις, ακόμα και σ’ αυτές που αποκρύβονταν από τον διαχωρισμό, έκαναν τους απ’ έξω να έχουν την επίγνωση του ρόλου των κλαμπ ως το σήμα κατατεθέν της διαφορετικότητας της πόλης.

Στις δεκαετίες του ’80 και ’90, καθώς η οικονομία της Νέας Ορλεάνης κατέληξε να βασίζεται ολοένα και περισσότερο στον τουρισμό, οι δεύτερες γραμμές έγιναν μέρος του city branding. Το να περπατάς καμαρωτά υπό τους ήχους μιας μπάντας χάλκινων άρμοζε στην εικόνα της Νέας Ορλεάνης σαν εξωτική και χαλαρή, ένα μέρος όπου η γιορτή θα μπορούσε να στηθεί οποιαδήποτε στιγμή (αν και το αυθόρμητο των παρελάσεων των κλαμπ είχε ήδη περισταλεί όταν η δημοτική αρχή ξεκίνησε να τους ζητάει ειδική άδεια). Η μουσική της δεύτερης γραμμής, που γινόταν εν κινήσει, μπορούσε να αφήνει πίσω το κοινωνικό της πλαίσιο. Οι μπάντες των χάλκινων προσλαμβάνονταν για να ηγηθούν πομπών μεταξύ των περιπτέρων στο συνεδριακό κέντρο και να περιπλανηθούν ανάμεσα στους κουλοχέρηδες του καζίνο Harrah. Ιδιωτικές εκδηλώσεις και φεστιβάλ έγιναν σημαντικές πηγές εσόδων για τους μουσικούς των χάλκινων ορχηστρών, αλλά τα κλαμπ συνήθως δεν προσλαμβάνονταν για να χορέψουν μαζί τους. Η τουριστική βιομηχανία χρειαζόταν την ιδέα μιας κουλτούρας βασισμένη στον τόπο και την ιδέα της αυθεντικότητας αλλά όχι τα μέλη των κλαμπ καθαυτά ή τις γειτονιές όπου παρελαύνανε.

Η επισφάλεια των γειτονιών αυτών αναδείχτηκε, ως συνέπεια της βίας στη μεγάλη παρέλαση. Ένας κάτοικος της πόλης έγραψε σε ένα γράμμα στον συντάκτη του Τimes-Picayune: «Πιστεύω ότι οι πυροβολισμοί που έπεσαν στην πορεία και στη δεύτερη γραμμή την περασμένη Κυριακή σχετίζονταν άμεσα με την επανακατοίκηση της γειτονιάς Treme (7) και το δημόσιo συγκρότημα των Κοινωνικών Κατοικιών Iberville (8).»

H απάντηση:«Μπουλντόζες στην Treme και την Iberville.»

Η ιδέα ότι η Νέα Ορλεάνη μπορεί να «βάλει μπουλντόζα» στα προβλήματά της είχε τη δική της θέση στην επιτροπή ανοικοδόμησης του Δημάρχου Nagin. Πριν την παρέλαση, είχε προτείνει ένα μορατόριουμ στις οικοδομικές άδειες για τις περιοχές που είχαν πληγεί βαριά από τις πλημμύρες, ρίχνοντας έτσι το βάρος στους εκτοπισμένους κατοίκους να αποδείξουν ότι οι κοινότητές τους ήταν βιώσιμες. Αν αποτύγχαναν, η πόλη θα έπρεπε να μικρύνει το αποτύπωμά της, ενοποιώντας τις προσπάθειες ανοικοδόμησης σε ανώτερα επίπεδα. Από τη στιγμή που η φυλετική τάξη της Νέας Ορλεάνης είχε ανέκαθεν ξαποστείλει τους μαύρους κατοίκους στις πιο επιρρεπείς για πλημμύρες περιοχές, αυτό σήμαινε ότι θα χαρακτήριζαν αρκετές μαύρες γειτονιές −το σπίτι πολλών μελών των κλαμπ− σαν περιοχές πρασίνου. Η δημόσια κατακραυγή ήταν άμεση και έντονη. Ο πρώην δήμαρχος Marc Morial το είχε αποκαλέσει «ένα τεράστιο σχέδιο κόκκινων γραμμών τυλιγμένο γύρω από μια γιγαντιαία υφαρπαγή γης».

1. Resilience: Όρος που χρησιμοποιείται αρκετά τον τελευταίο καιρό στην πολεοδομία και αναφέρεται στο πόσο προσαρμοστικές και ανθεκτικές είναι οι πόλεις σε οποιοδήποτε είδους αλλαγή. Resilience σύμφωνα με το λεξικό σημαίνει: προσαρμοστικότητα-ελαστικότητα-ευκαμψία.

2. Οι Neville Brothers είναι μυθικό μουσικό Soul/Rnb γκρουπ από τη Νέα Ορλεάνη αποτελούμενο από τα τέσσερα αδέρφια Art, Charles, Aaron και Cyril Neville. Το γκρουπ από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 είναι άμεσα συνδεδεμένο με τη μουσική ιστορία της πόλης. Μετά όμως τον τυφώνα Κατρίνα δύο από τα αδέρφια αναγκάστηκαν να φύγουν από την πόλη και έτσι για τρία χρόνια −μέχρι το 2008− σταμάτησαν τις εμφανίσεις τους. Οι Neville Brothers προέρχονται από τη γειτονιά B.W. Cooper Apartments που είναι γνωστή για τα προγράμματα κοινωνικής κατοικίας που έμειναν γνωστά και ως Calliope Projects και που είχαν εφαρμοστεί για την αντιμετώπιση του στεγαστικού προβλήματος της περιοχής.

3. Τα B.W. Cooper Apartments είναι μια ιστορική γειτονιά της Νέας Ορλεάνης γνωστή και ως Calliope Projects. Τα Calliope Projects ολοκληρώθηκαν το 1941 σαν μέρος μιας μεγαλύτερης δράσης σε εθνικό επίπεδο για την αντιμετώπιση του προβλήματος των αστέγων που είχαν αυξηθεί μετά την Μεγάλη Ύφεση. Βρίσκονται στο κέντρο της πόλης −Central City− και είναι το τρίτο μεγαλύτερο έργο κοινωνικής κατοικίας που έγινε στην πολιτεία της Λουιζιάνας. Παρά πάντως το γεγονός ότι μετά τη μεγάλη πλημμύρα του 2005, εκατοντάδες κατοικίες δεν υπέστησαν ζημίες − οι 1243 κατοικίες από τις 1546 κατεδαφίστηκαν. Μόνο γύρω στις 300 παρέμειναν στη θέση τους. Στην απογραφή του 2000 είχε βρεθεί ότι γύρω στα 3 άτομα διέμεναν σε κάθε κατοικία, ένας αριθμός που σύμφωνα με τους υπολογισμούς δεν είχε αλλάξει μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια και πριν τον τυφώνα Κατρίνα. Η απόφαση για την κατεδάφιση, που πάρθηκε με σκοπό να κτισθούν στη θέση τους γειτονιές μεικτών εισοδημάτων, είχε ως αποτέλεσμα τον εκτοπισμό πολλών οικογενειών χαμηλών εισοδημάτων. Η γειτονιά πριν από τις πλημμύρες ήταν γνωστή για τα σοβαρά προβλήματα εγκληματικότητας και το εμπόριο ναρκωτικών που λυμαινόταν τους δρόμους της. πηγή

4. O Jelly Roll Morto γέννημα θρέμμα της Νέας Ορλεάνης θεωρείται ως ένας από τους πρώτους γίγαντες της τζαζ. Ο ίδιος ισχυριζόταν ότι ήταν αυτός (sic) που εφηύρε τη μουσική τζαζ το 1902.

5. O Count Basie, τζαζ πιανίστας και συνθέτης ο ίδιος, σύνδεσε το όνομά του κατά κύριο λόγο με το Swing και την μπάντα του.

6. Oι νόμοι του Jim Crow τέθηκαν σε ισχύ μετά την περιόδο της ανοικοδόμησης (1877) και αφορούσαν τη νομιμοποίηση του φυλετικού διαχωρισμού στις νότιες πολιτείες της Αμερικής. Είναι αυτοί οι νόμοι που επέβαλαν τον φυλετικό διαχωρισμό μεταξύ μαύρων και λευκών στους δημόσιους χώρους, στους χώρους κατοικίας, στα μέσα μαζικής μεταφοράς, στα σχολεία, στους τρόπους χρηματοδότησης από τις τράπεζες. Εξακολούθησαν να ισχύουν μέχρι και το 1965.

7. Η Treme ή Tremé είναι μία από τις ιστορικότερες κεντρικές συνοικίες της Νέας Ορλεάνης. Το όνομά της προδίδει τo γαλλικό της παρελθόν. Υπήρξε τόπος μέγιστης φυλετικής μίξης (μεταξύ κυρίως ευρωπαίων και αφροαμερικάνων) όπου οι φυλετικές διακρίσεις υποχωρούσαν. Θεωρείται επίσης η «πηγή» της μοντέρνας ιστορίας των χάλκινων.

8. Οι κοινωνικές κατοικίες Iberville στην άκρη της Γαλλικής Συνοικίας και της Τreme (1940) αρχικά χτίστηκαν με σκοπό να στεγάσουν τους μαύρους υπηρέτες των λευκών οικογενειών της πόλης. Σήμερα, το Iberville είναι το μοναδικό συγκρότημα κοινωνικής κατοικίας που έχει παραμείνει στο αρχικό του μέγεθος καθώς και το συγκρότημα που από τις αρχικές 858 κατοικίες έχουν διατηρηθεί ως τέτοιες οι 821. Δυστυχώς σήμερα μόνο οι μισές σχεδόν κατοικούνται καθώς οι υπόλοιπες μετά τον τυφώνα Κατρίνα παραμένουν κενές.

Πολεοδομία της Λιτότητας made in USA και η Πόλη Νυχτοφύλακας

Πριν από μερικούς μήνες έτυχε ν’ ασχοληθώ κάπως πιο διεξοδικά μ’ ένα κείμενο του οικονομικού γεωγράφου Jamie Peck για τις πολιτικές λιτότητας στις αμερικανικές πόλεις. Για πολλούς λόγους μου φαίνεται επίκαιρο — αν και, και τότε επίκαιρο μου φαινόταν. Ο τίτλος του, Austerity Urbanism (2012), με πιθανή απόδοση στα ελληνικά ως Πολεοδομία της Λιτότητας.

Στο κείμενό του κατ’ αρχάς αναλύει την ανανεωμένη φάση της λιτότητας μέσα στο γενικότερο πλαίσιο του νεοφιλελευθερισμού, την οποία τοποθετεί χρονικά μετά την κρίση του 2008. Στη συνέχεια, και μέσα από παραδείγματα  συγκεκριμενοποιεί τις δυναμικές της Πολεοδομίας της λιτότητας, τις ισχνές μορφές διακυβέρνησης των πόλεων και τις χωρικές και κοινωνικές τους επιπτώσεις. Επίσης, βλέπει το φαινόμενο της Πολεοδομίας της λιτότητας απ’ την πολιτική του σκοπιά — το ονομάζει άλλωστε και πολιτικό σχέδιο (political project). Τέλος, αναρωτιέται αν η περίοδος αυτή της λιτότητας αντιπροσωπεύει μια φάση ή είναι μια πλευρά των συνεχιζόμενων νεοφιλελεύθερων μετασχηματισμών της Αμερικανικής πόλης. Το κείμενο παρουσιάζει πολλά και αποκαλυπτικά στοιχεία που ξεκίνησα να γράφω αναλυτικά, αλλά στην πορεία σκέφτηκα ότι μάλλον θα είχε περισσότερο νόημα να δώσω μια μικρή σύνοψη ενός δύο παραδειγμάτων, σαν απεριτίφ που σερβίρεται για ν’ ανοίξει η όρεξη.

USA

Στο μέρος της εργασίας που περιγράφει πώς εφαρμόζονται οι ακραίες πολιτικές λιτότητας και η επίθεση στο κράτος πρόνοιας στις αμερικανικές πόλεις, δίνει διάφορα παραδείγματα πόλεων που χρεοκόπησαν ή βρίσκονται στο χείλος της χρεοκοπίας: Μιλάει φυσικά για το Detroit, το Stockton της California, που ονομάστηκε σ’ ενα κείμενο του Εconomist η Ελλάδα της Καλιφόρνιας,  αλλά και για το Harrisbourg (πρωτεύουσα της Pennsylvania), το Rhode Island, την Alabama κ.λπ. Ολόκληρες πολιτείες και πόλεις αφέθηκαν από την κεντρική κυβέρνηση στο έλεος των τραπεζών κατά την κρίση του 2008. Και οι πόλεις αυτές το 2012 ήταν πολλές, πάρα πολλές και διάσπαρτες στις περισσότερες πολιτείες της Αμερικής — κάνει λόγο για πάνω από 300 πόλεις που σε εκείνη τη φάση παλεύαν με τη χρεοκοπία. Από την άλλη, εξηγεί ότι η λιτότητα στην Αμερική δεν συνοδεύει μόνο τις χρεοκοπημένες πόλεις, καθώς το εκρηκτικό της κοκτέιλ μπορεί να εφαρμοστεί κάλλιστα και σε ακμάζουσες πόλεις, όπως για παράδειγμα στο Chicago, αλλά παρουσιάζει και μεγάλη επιμονή στις περιπτώσεις πόλεων με μεγάλα σωματεία και ισχυρό κράτος πρόνοιας. Λιτότητα λοιπόν παντός καιρού, λιτότητα μέχρι τελικής πτώσεως, γιατί… έτσι τους αξίζει, και παρά το γεγονός ότι εκεί ήταν ξεκάθαρο ότι η κρίση δεν οφειλόταν στο κακό Κράτος αλλά στις τράπεζες. 

Μόνο στην πολιτεία του Michigan (που σε έκταση είναι μεγαλύτερο από την Ελλάδα) η λίστα των χρεοκοπημένων πόλεων είναι μακρά (Detroit, Benton Harbor, Pontiac, Flint κ.τ.λ.), παρά το γεγονός ότι το Detroit ήταν η περισσότερο προβεβλημένη περίπτωση. Έτσι, σταχυολογώντας για την υπόθεση του Detroit, ενδιαφέρον αρχικά προκαλεί το πώς ταγκάρονταν οι αποφάσεις περί λιτότητας. Για παράδειγμα, όπως μας λέει ο J.Peck, «Tο επιλεκτικό σβήσιμο του δημοτικού φωτισμού και η μόνιμη απομάκρυνση 1.300 φωτιστικών, αφήνοντας μόνο μερικά σε κάποια στρατηγικά σημεία, χαρακτηρίστηκε από έναν δημοτικό σύμβουλο του Detroit ως υπεύθυνη μείωση».

Και σε άλλα  σημεία όμως, μαθαίνουμε ότι, όταν το Detroit μπήκε σε επιτήρηση και οι πολίτες ήθελαν να αποφύγουν την Public ACTA 4, μια αμφιλεγόμενη σειρά από μέτρα που ουσιαστικά παραχωρούσε όλες τις εξουσίες της πολιτείας σ’ έναν διαχειριστή κρίσης, «οι προσπάθειες που έκαναν για να αποφύγουν την επέμβαση ήταν εντυπωσιακές». «Ολόκληρες γειτονιές είχαν συνειδητά οριστεί ως περιοχές αποεπένδυσης, ενώ άλλες λάμβαναν δημοτικές υπηρεσίες ανά τρεις». Έτσι, «στην πραγματικότητα για να αποφύγουν την de facto χρεοκοπία και την από άνωθεν ACTA 4, επέβαλλαν στους εαυτούς τους εκ προοιμίου ακραία μέτρα λιτότητας που και ίδια η ACTA  θα επέβαλλε αν εφαρμοζόταν — λογιστικό έλεγχο, περικοπές, συναινετικές υποχωρήσεις από τα εργατικά σωματεία κ.λπ.» Και παρ’ όλες «τις εγγυήσεις και τις ρητορικές προστασίας των ζωτικών τομέων του δημοσίου, ο νέος προϋπολογισμός μείωσε τους μισθούς των πυροσβεστών και της αστυνομίας αλλά και τα δρομολόγια των λεωφορείων». Στo σημείο αυτό θα έπρεπε να εξηγήσουμε ότι στο Detroit εκτός από τους φτωχότερους αφροαμερικανούς και ισπανόφωνους που κατοικούν στις κεντρικές γειτονιές της πόλης, υπάρχουν και οι περισσότερο ευκατάστατες κοινωνικές ομάδες, οι οποίες χωρικά εντοπίζονται στα προάστια. Σε μια πόλη με τρομακτική ανεργία και απουσία δημόσιων συγκοινωνιών (για τον απλό λόγο ότι η παρουσία των μεγάλων αυτοκινητοβιομηχανιών δεν άφησε περιθώρια για ανάπτυξη υποτυπώδους δικτύου μέσων μαζικής μεταφοράς) οι επιπρόσθετες περικοπές στα μέσα μεταφοράς οδηγούν αυτομάτως στον αποκλεισμό των χαμηλότερων εισοδηματικών τάξεων από τη διεκδίκηση θέσεων εργασίας στα πλούσια προάστια. Και για κλείσιμο, η  διαπίστωση ότι: «Όλες αυτές οι πολιτικές δυστυχώς έγιναν αποδεκτές σχεδόν με αρρωστημένη παραίτηση παρά με αντίσταση με νόημα». Παρ’ όλα αυτά, όπως όλοι γνωρίζουμε, το Detroit χρεοκόπησε.

Colorado Springs, η Πόλη Νυχτοφύλακας

Η περίπτωση όμως του Colorado Springs είναι αυτή όπου η πολιτική της λιτότητας αντανακλούσε την επιθυμία των ανθρώπων. Οι πολίτες του Colorado Springs αποδείχτηκαν οι καλύτεροι μαθητές της λιτότητας. Έτσι μαθαίνουμε πως «Οι σχετικά εύποροι, αλλά ιδεολογικά κατά της φορολόγησης, κάτοικοι του Colorado Springs αποφάσισαν να προχωρήσουν σε μείωση της τάσης του ηλεκτρικού αντί για το ολοκληρωτικό μπλάκ άουτ» ή στη διαμόρφωση εθελοντικών συνασπισμών από κατοίκους έτσι ώστε να πληρώσουν τις επανασυνδέσεις του ηλεκτρικού — σε επίπεδο κάθε δρόμου ξεχωριστά.

Γιατί όμως αυτός ο ομαδικός παροξυσμός λιτότητας; Όπως μας εξηγεί, η Colorado Springs έχει μείνει γνωστή στην Αμερική σαν η πρωτεύουσα της Xριστιανικής Δεξιάς. Ο χαρακτήρας αυτής της ξεχωριστής μετα-βιομηχανικής πόλης ξεκίνησε να διαμορφώνεται το 1980. «Η Colorado Springs προσπαθώντας να διαφοροποιήσει την οικονομική της βάση που σχεδόν αποκλειστικά στηριζόταν στις στρατιωτικές εγκαταστάσεις κατά την περίοδο του ψυχρού πολέμου, στόχευσε στους τομείς υψηλής τεχνολογίας και έντασης γνώσης». Παράλληλα όμως, εισήγαγε και ένα πακέτο φορολογικών ελαφρύνσεων σχεδιασμένων να προσελκύσουν θρησκευτικές οργανώσεις. Έτσι, χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της μεταφοράς του κολοσσού Focus on the Family από το Los Angeles στο Colorado (1.200 υπάλληλοι) το 1991 αλλά και η ψήφιση του νομοσχεδίου του TABOR που λειτούργησε «σαν πρελούδιο για μια συνταγματική τροπολογία που οδήγησε την Πολιτεία του Colorado να υιοθετήσει πολιτική μόνιμου περιορισμού στην αύξηση της φορολογίας της ιδιοκτησίας. (…) Μόδα έγινε επίσης η συνεχής μείωση των δημόσιων υπηρεσιών». Oι συμπαθούντες την πολιτική αυτή έλεγαν ότι «οι περικοπές πήγαιναν πολύ καλύτερα ακόμα και από μια δημοσιονομική συντηρητική ατζέντα». Οι φόροι της ιδιοκτησίας είχαν πέσει κατά 41% —απ’ τους χαμηλότερους στις ΗΠΑ— και οι πόλεις της πολιτείας του Colorado ουσιαστικά χρηματοδοτούνταν από τη διάχυση, προς τα κάτω, του φόρου κατανάλωσης. «Όταν δε, κατά την τελευταία ύφεση, η κατανάλωση συρρικνώθηκε: έκλεισαν τα πάρκα και τα δημόσια λουτρά καθώς επίσης σταμάτησε και η περιποίηση των δρόμων, το κούρεμα του γρασιδιού κ.λπ. Ενώ στην do-it-yourself πόλη, τα ¾ των υπαλλήλων της πόλης δουλεύουν στον τομέα της ασφάλειας, διαμορφώνοντας με αυτόν τον τρόπο αυτό που λέγεται το Κράτος Νυχτοφύλακας. (A NIGHT WATCHMAN STATE)»

 

 

 

 

 

 

 

 

Το Τέλος του Δημόσιου Χώρου; Το «Πάρκο του Λαού», Ορισμοί του Δημόσιου και της Δημοκρατίας. (Μέρος Α)

Πριν από λίγο καιρό διάβασα το πέιπερ The End of Public Space? People’s Park, Definitions of the Public and Democracy” του γεωγράφου Don Mitchell που δημοσιεύτηκε το 1995. Μου άρεσε, γιατί ήταν πραγματικά σα να έβαζε σε τάξη διάφορες δικές μου σκόρπιες σκέψεις και να τις επέκτεινε με επιχειρήματα, βιβλιογραφία και στοιχεία. Ήταν, επίσης, σα να μπορούσε η ανάλυσή του, να σχολιάσει πολλά αντίστοιχα γεγονότα με του Πάρκου του Λαού που έχουν συμβεί από το ’90 έως και σήμερα. Στόχος του ποστ αυτού είναι να συνοψίσω και να επικοινωνήσω την ουσία του κειμένου του γνωστού γεωγράφου.

Εν τάχει: Το κείμενό του Don Mitchell ξεκινάει παίρνοντας σαν αφορμή την ιστορία του People’s Park που βρίσκεται στο Σαν Φρανσίσκο (google maps) καθώς και τη σχέση του με την ίδια την πόλη, το πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϋ και φυσικά τους κατοίκους της ευρύτερης γειτονιάς. Στη συνέχεια, επεκτείνεται στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε το δημόσιο χώρο σε σχέση με την έννοια του αποκλεισμού εστιάζοντας, κατά κύριο λόγο, στους άστεγους. Αναφέρεται, επίσης, στην έννοια του δημόσιου χώρου στις σύγχρονες πόλεις αλλά και στην ανάδυση νέων “άυλων” δημόσιων χώρων. Κλείνοντας, τονίζει την αναγκαιότητα ύπαρξης “απτών”, υλικών δημόσιων χώρων και τη συμβολή τους στη δημοκρατία.

Τα γεγονότα

Η ιστορία του πάρκου ξεκινάει το 1967, όταν ο χώρος του σημερινού People’s Park είχε περάσει στην ιδιοκτησία του πανεπιστημίου μέσω υποχρεωτικής απαλλοτρίωσης με σκοπό να κτιστούν φοιτητικές εστίες. Το πανεπιστήμιο, ωστόσο, λόγω έλλειψης χρημάτων, ανέβαλε τα σχέδιά του ώσπου, το 1969, μια ομάδα φοιτητών, αποφάσισε να διεκδικήσει το άδειο οικόπεδο για να το μετατρέψει σ’ ένα ελεύθερο αυτοδιοικούμενο πάρκο στο μέσο ενός πυκνού αστικού ιστού με μεγάλη ανάγκη για ελεύθερους χώρους. Η αντιπαράθεση μεταξύ των φοιτητών και της διοίκησης του πανεπιστημίου, που πυροδοτήθηκε μετά την πρωτοβουλία των φοιτητών, αφενός, οδήγησε στην κορύφωση των γεγονότων που έδωσαν στο Μπέρκλεϋ τον χαρακτηρισμό ενός φιλελεύθερου πανεπιστημίου αφετέρου, συνέβαλε στην υποχώρηση του πανεπιστημίου από τις —νόμιμες— διεκδικήσεις του για τον χώρο αυτό, για αρκετά χρόνια.

Παρ’ όλ’ αυτά, το 1989, όταν η αγωνιστικότητα του φοιτητικού κινήματος είχε πέσει και το δημοτικό συμβούλιο της πόλης είχε πάρει μια πιο συντηρητική στροφή, το πανεπιστήμιο θεώρησε ότι οι συνθήκες για την αναμόχλευση του ζητήματος είχαν ωριμάσει. Υπογράφεται, τότε, μια συμφωνία μεταξύ του πανεπιστημίου και του δημοτικού συμβουλίου για την “αξιοποίηση” του χώρου, με το επιχείρημα ότι το Πάρκο του Λαού είχε μετατραπεί σ’ ένα χώρο επικίνδυνο για τους κατοίκους της γύρω περιοχής, καθώς σ’ αυτό δραστηριοποιούνταν μικροεγκληματίες, γινόταν διακίνηση ναρκωτικών και είχαν βρει καταφύγιο πολλοί από τους αστέγους της πόλης. Το καλοκαίρι, λοιπόν, του 1991, υπήρξε και ξανά βίαιη αντιπαράθεση για τα μελλοντικά σχέδια του πανεπιστημίου σε συνεργασία με τον Δήμο της πόλης και την τύχη ενός από τους ελάχιστους αληθινά δημόσιους χώρους της πόλης, όπως χαρακτηριστικά έλεγαν οι υπερασπιστές του.

Το πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϋ, γνωρίζοντας ότι χωρίς τη συμβολή του Δήμου δεν θα κατάφερνε να εντείνει τον έλεγχό του στο πάρκο για το εγχείρημα αυτό, ζήτησε τη συμβολή του Δήμου. Στη συμφωνία που συνάφθηκε αποφασίστηκε το χτίσιμο αθλητικών εγκαταστάσεων για τους φοιτητές αλλά και η μίσθωση μέρους του πάρκου από το Δήμο έναντι συμβολικού ποσού για τους κατοίκους της γειτονιάς. Το “ουσιαστικό” αντίτιμο που ο Δήμος θα έπρεπε να πληρώσει, αφορούσε τη συνδρομή του στην εφαρμογή του νόμου. Εκεί λοιπόν, που άλλοτε στεκόταν το βήμα του ομιλητή, με το χώρο μπροστά για τις συνελεύσεις και το κουτί ανταλλαγών, είχε αποφασιστεί να γίνουν γήπεδα Beach Volley και διάφοροι ακόμα βοηθητικοί χώροι.

biblioteca_the-end-of-public-space_mitchell

Σύμφωνα με τις διακηρύξεις του Πανεπιστημίου, στόχος ήταν ο χώρος να κρατηθεί ως πάρκο αλλά και να απομακρυνθούν οι παράνομες δραστηριότητες και το εγκληματικό στοιχείο για να γίνει και πάλι θελκτικό για τους φοιτητές και για τους κατοίκους που ανήκαν κυρίως στα μεσαία στρώματα. Και όπως τονίζει ο D.M, τα ίδια πάνω κάτω επαναλάμβαναν σε συντονισμό και τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης: Το πάρκο δεν χρησιμοποιείται όπως θα έπρεπε, μόνο ένα μικρό μέρος της κοινωνίας απολαμβάνει το χώρο, το οποίο δεν είναι καν αντιπροσωπευτικό μέρος της κοινωνίας, το πάρκο πρέπει να εξωραϊσθεί για να μπορεί να δέχεται ένα περισσότερο “κατάλληλο” κοινό. Και φυσικά, μια σειρά από συνεχείς διαβεβαιώσεις από τους εμπνευστές των επεμβάσεων ότι κανείς δεν θα πείραζε τους αστέγους.

Για τους υπέρμαχους του πάρκου, ο χώρος αυτός ήταν, κατ’ αρχάς, ένας από τους ελάχιστους όπου οι άστεγοι μπορούσαν να κοιμούνται, ας πούμε, ήσυχοι. Ήταν επίσης ένας χώρος απ΄ όπου η κρατική εξουσία θα μπορούσε να κρατηθεί μακριά. Τα πιο ζωτικά στοιχεία της πολιτικής του αυτής διάστασης, που υλικά και χωρικά αποτυπώνονταν με τα ελάχιστα κινητά έπιπλα, όπως το βήμα του ομιλητή με τη μεγάλη επιφάνεια γρασιδιού που απλωνόταν μπροστά του για τις συνελεύσεις και το κουτί ανταλλαγών, θα γίνονταν γήπεδα του βόλεϊ με περίφραξη για τους υπαλλήλους και τους φοιτητές του πανεπιστημίου. Η πολιτική διάσταση του χώρου ουσιαστικά διαμελιζόταν.

Από την άλλη, μεγεθύνοντας λίγο το πλάνο, οι αλλαγές στο πάρκο εντάσσονταν σε μια γενικότερη προσπάθεια τόνωσης της περιοχής καθώς, το γύρω εμπορικό κομμάτι είχε αρχίσει να δείχνει σημάδια παρακμής. Η περιοχή που τα τελευταία είκοσι χρόνια (1967-1987) είχε σιγά σιγά μεταμορφωθεί: τα άλλοτε μικρά οικογενειακά καφέ και εστιατόρια είχαν αντικατασταθεί σταδιακά από μεγαλύτερες και γνωστότερες αλυσίδες που εξυπηρετούσαν κυρίως φοιτητές και εργαζόμενους. Υπαίτιο για την παρακμή αυτή, αρκετοί από τους μαγαζάτορες, θεωρούσαν το πάρκο και τις συνεχείς φασαρίες γύρω απ’ αυτό. Ωστόσο, αν και η αστυνομία, σύμφωνα με δικά της στοιχεία, διαπίστωνε ότι η όποια εγκληματικότητα στο πάρκο δεν ξεπερνούσε αυτήν που συναντιόταν σε άλλα σημεία της πόλης, ο φταίχτης, στη συνείδηση του κόσμου, εξακολουθούσε να είναι το πάρκο και αυτό τελικά ήταν που μετρούσε.

Κάπως έτσι, έφτασαν τα πράγματα στις βίαιες συγκρούσεις του Αυγούστου του 1991 γύρω από το πάρκο. Με στρατιωτικού τύπου επέμβαση το πανεπιστήμιο και ο Δήμος επέβαλαν το νέο καθεστώς στο πάρκο οδηγώντας τους υπερασπιστές του σε υποχώρηση. Λίγες μέρες μετά, στα νέα γήπεδα του βόλεϊ, έκαναν την εμφάνισή τους οι πρώτοι υπάλληλοι του πανεπιστημίου που τους παραχωρούνταν ειδική άδεια αν ήταν να παίξουν βόλεϊ στο Πάρκο του Λαού.

Το 1993, δύο χρόνια μετά τα επεισόδεια, ο D.M περιγράφοντας την εμπειρία του από μια βόλτα στο πάρκο, μας μεταφέρει τη μεσοβέζικη κατάσταση του πάρκου που είχε τότε διαμορφωθεί: Αστυνομικοί σε επαγρύπνηση, μερικές ομάδες αστέγων, κατεστραμμένα γήπεδα του βόλεϊ, και άπλετος φωτισμός για τον καλύτερο έλεγχο του πάρκου τα βράδια, συνέθεταν το γενικότερο τοπίο. Κάνει λόγο, τέλος, για τις μηνύσεις του πανεπιστημίου κατά των ακτιβιστών και υπερασπιστών του πάρκου, για βανδαλισμό και χρήση βίας τον Αύγουστο του 1991. Σημειώνοντας επίσης, ότι στην προσπάθεια του πανεπιστημίου να έρθει σε διακανονισμό με τους ακτιβιστές, με αντάλλαγμα τη μόνιμη εξαίρεσή τους σε τυχόν μελλοντικές εξελίξεις για το πάρκο, οι ακτιβιστές ανταπάντησαν με νέες μηνύσεις κατά των Στρατηγικών Μηνύσεων του πανεπιστημίου ενάντια στη Δημόσια Συμμετοχή (Strategic Lawsuit against Public Participation) όπως οι τελευταίοι τις αποκάλεσαν.

Σήμερα, από μερικά δημοσιεύματα που διάβασα, μοιάζει (χωρίς αυτό να είναι και βέβαιο) σαν η πλάστιγγα να έχει γείρει και πάλι προς τους κατοίκους (ποιους άραγε κατοίκους;). Σ’ αυτό, γίνονται αστικές καλλιέργειες από την τοπική κοινότητα, ενώ ένα ευρύτερο κοινό προσελκύεται για τη διοργάνωση πολιτικών συζητήσεων, συναυλιών και διαμαρτυριών.

Στο δεύτερο μέρος θα ακολουθήσει η παρουσίαση της ανάλυσης των παραπάνω γεγονότων από τον D.M.

1000park2

Detroit από την αρχή; Πώς; (μέρος Α)

Σε πρόσφατο αστυνομικό ρεπορτάζ από το Ντιτρόιτ διάβασα για μια δολοφονική επίθεση σ’ ένα κουρείο μιας γειτονιάς στα ανατολικά της πόλης την ώρα που μέσα σ’ αυτό, μαζεμένος κόσμος, έπαιζε ζάρια. Η επίθεση άφησε πίσω της τρεις νεκρούς και οκτώ τραυματίες. Ξεκαθάρισμα λογαριασμών, κατά πάσα πιθανότητα. Σε άλλο πάλι φώτο-ρεπορτάζ αφιέρωμα για το Ντιτρόιτ, στο κλείσιμο της περασμένης χρονιάς, παρατηρούσα μια φωτογραφία που έδειχνε ένα πηγαδάκι από μικρά παιδιά μαζί μ’ έναν πυροσβέστη με βαμμένα πορτοκαλί τα πρόσωπά τους από μια κοντινή φωτιά που, αν και δε φαινόταν πουθενά στη φωτογραφία, τύλιγε με τις φλόγες της ένα ακόμα εγκαταλελειμμένο σπίτι του Ντιτρόιτ. Καταρρεύσεις και εμπρησμοί άδειων σπιτιών (για να μην υποχρεώνονται οι χρεωμένοι ιδιοκτήτες τους να πληρώνουν δημοτικά τέλη για σπίτια που ούτε καν μένουν μιας και τους τα έχουν πάρει οι τράπεζες), πελώρια κτήρια φαντάσματα όπως ο παλιός Σιδηροδρομικός Σταθμός στα νοτιοδυτικά της πόλης καθώς και βίαια επεισόδια συνθέτουν την εικόνα του σημερινού Ντιτρόιτ που από τον περασμένο Ιούλιο έχει κηρύξει και τυπικά χρεοκοπία.

Large_Detroit_Landsat

Το Ντιτρόιτ ανήκει στην Πολιτεία του Μίτσιγκαν, βρίσκεται στα σύνορα με τον Καναδά και εκτείνεται κατά μήκος του ομώνυμου ποταμού που συνδέει τις λίμνες St. Claire και Erie. Πρόκειται για μια πόλη που ως γνωστό, από τη δεκαετία του 50 και έπειτα, καθιερώθηκε να λέγεται και Motor City. Και δικαίως, καθώς το παρελθόν της, (το παρόν της και ίσως και το μέλλον της) εξαρτήθηκε σε μεγάλο βαθμό από το “Μεγάλο Τρία” (The Big Three) που περιελάμβανε τις τρεις από τις μεγαλύτερες αυτοκινητοβιομηχανίες παγκοσμίως (Ford, General Motors και Chrysler) για χάρη των οποίων, στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, είχαν σταδιακά συρρεύσει από τον Αμερικανικό αγροτικό Νότο 1.700.000 μαύροι αγρότες. Η δεκαετία του 50 ήταν όμως και η εποχή της μεγάλης ακμής του Ντιτρόιτ με το πληθυσμό της να αγγίζει τα 1.8 εκατομμύρια κατοίκους, το μεγαλύτερο πληθυσμό σ’ όλη την ιστορία της. Από την άλλη, τα ίδια περίπου χρόνια, ξεκινούσε σταδιακά και μία άλλου τύπου μετανάστευση, αυτή προς τα προάστια. Η μετακίνηση των κατοίκων προς τα προάστια είχε ως αποτέλεσμα να αυξηθεί η ευρύτερη περιοχή του Detroit κατά 50% και προοδευτικά να διαμορφωθεί ο κοινωνικό-γεωγραφικός χάρτης του παρόντος. Σύμφωνα με αυτόν, σε γενικές γραμμές, τα προάστια της πόλης (Grosse Pointes, Bloomfield Hills, Birmingham κ.λπ) κατοικούνται από τους πιο ευκατάστατους λευκούς, η κυρίως πόλη από αφροαμερικάνους και ισπανόφωνους, οι οποίοι ανήκουν και στις χαμηλότερες εισοδηματικές τάξεις, ενώ το επιχειρηματικό κέντρο της πόλης το καταλαμβάνουν οι μεγάλες εταιρίες με τους εργαζόμενούς τους.

Παρόλα τα μεγαλεία του παρελθόντος, η σημερινή πόλη των επτά δημοτικών διαμερισμάτων που μέσα της περιλαμβάνει δυο ακόμα πόλεις θύλακες, τη Χάμτραμκ και τη Χάιλαντ Πάρκ, μέσα σε περίπου είκοσι χρόνια (1990-2012), έχασε ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού της. Σήμερα, η πόλη του Ντιτρόιτ έχει φτάσει να έχει γύρω στους 700.000 κατοίκους όταν η ευρύτερη μητροπολιτική περιφέρεια έχει πληθυσμό που αγγίζει τα 2 εκατ.  Η πληθυσμιακή αυτή αιμορραγία είχε ως λογικό αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός τεράστιου κτηριακού αποθέματος (80.000 κενά σπίτια) σε μια έκταση 139mi² (= 360.01km²) καθώς και την ενεργοποίηση μιας σειράς αλυσιδωτών επιπτώσεων: αδυναμία της πολιτείας να συντηρήσει ένα τόσο εκτεταμένο δίκτυο υποδομών, περικοπές σε κάθε είδους δημόσιες δαπάνες, υψηλούς δείκτες ανεργίας, εγκληματικότητα κλπ.

Φυσικά τα βασικά αίτια της παρακμής αυτής πρέπει να αναζητηθούν στη σταδιακή αποβιομηχάνιση της Αμερικανικής οικονομίας και τη μετατόπιση της οικονομικής δραστηριότητας από τους παραγωγικούς τομείς στο χρηματοοικονομικό. Η αποβιομηχάνιση που έχει προκαλέσει δραματική συρρίκνωση  όχι μόνο στο Ντιτρόιτ αλλά και σε πολλές άλλες πόλεις του Βορρά όπως η Βαλτιμόρη, η Φιλαδέλφεια, το Κλήβελαντ, το Σινσινάτι, το  Μπούφαλο κ.α θέτει σοβαρά ζητήματα πολεοδομικής φύσης που επιλύονται κυρίως με πολιτικές που κινούνται μεταξύ επανακατοίκησης και υποχρεωτικής συρρίκνωσης.

Φυσικά ως κύρια αίτιο δεν μπορεί να θεωρηθεί μόνο η ιστορική συγκυρία και οι αλλαγές στις δομές της Αμερικανικής οικονομίας. Στις γενικότερες αλλαγές θα πρέπει να συνυπολογιστούν αφενός η εγκληματική αδιαφορία από τη μεριά της τοπικής και ομοσπονδιακής κυβέρνησης να χρηματοδοτήσει το Ντιτρόιτ και τους πολίτες του στους οποίους όμως στήριξε όλα τα προηγούμενα χρόνια μέρος της παγκόσμιας γεωπολιτικής της κυριαρχίας, και αφετέρου ο διαβρωτικός ρόλος που έχουν παίξει οι μεγάλες αυτοκινητοβιομηχανίες σ’ όλη την ιστορία της πόλης.

Αν και το Detroit αντιπροσωπεύει μία κατηγορία πόλεων με τελείως διαφορετικό dna από τις οικείες μας, η ακραία κατάσταση στην οποία βρίσκεται μας αποκαλύπτεται, ίσως βέβαια και εξαιτίας της μεγάλης απόστασης που μας χωρίζει μ΄αυτό, με έναν πολύ ξεκάθαρο τρόπο.‘Ετσι, μοιάζει σα να μας δίνεται η ευκαιρία να παρακολουθήσουμε τις  απόπειρες να ξαναφτιαχτεί μια πόλη σχεδόν από το μηδέν και με τα ελάχιστα μέσα.

Το σύνολο των πολεοδομικών  επεμβάσεων που αυτήν την στιγμή επιχειρούνται στο πολύπαθο Ντιτρόιτ είναι πραγματικά πολύ ευρύ. Ένα “κοκτέιλ” προτάσεων μοιάζει να απαντά σε μια σειρά από κομβικά ζητήματα που αφορούν την αξιοποίηση του εξωφρενικά μεγάλου αριθμού κενών οικοπέδων, σπιτιών και ιστορικών κτηρίων, την αλλαγή του μοντέλου κινητικότητας, την τόνωση του κεντρικού ιστού της πόλης κ.α.

Συνοπτική παρουσίαση και ανάλυση βασικών πτυχών του πολεοδομικού μίγματος που επιχειρείται να εφαρμοστεί από διάφορες πλευρές θα ακολουθήσει στο δεύτερο μέρος για το Ντιτρόιτ.


%d bloggers like this: