Archive | Πόλεις του Κόσμου RSS for this section

Πολεοδομία της Λιτότητας made in USA και η Πόλη Νυχτοφύλακας

Πριν από μερικούς μήνες έτυχε ν’ ασχοληθώ κάπως πιο διεξοδικά μ’ ένα κείμενο του οικονομικού γεωγράφου Jamie Peck για τις πολιτικές λιτότητας στις αμερικανικές πόλεις. Για πολλούς λόγους μου φαίνεται επίκαιρο — αν και, και τότε επίκαιρο μου φαινόταν. Ο τίτλος του, Austerity Urbanism (2012), με πιθανή απόδοση στα ελληνικά ως Πολεοδομία της Λιτότητας.

Στο κείμενό του κατ’ αρχάς αναλύει την ανανεωμένη φάση της λιτότητας μέσα στο γενικότερο πλαίσιο του νεοφιλελευθερισμού, την οποία τοποθετεί χρονικά μετά την κρίση του 2008. Στη συνέχεια, και μέσα από παραδείγματα  συγκεκριμενοποιεί τις δυναμικές της Πολεοδομίας της λιτότητας, τις ισχνές μορφές διακυβέρνησης των πόλεων και τις χωρικές και κοινωνικές τους επιπτώσεις. Επίσης, βλέπει το φαινόμενο της Πολεοδομίας της λιτότητας απ’ την πολιτική του σκοπιά — το ονομάζει άλλωστε και πολιτικό σχέδιο (political project). Τέλος, αναρωτιέται αν η περίοδος αυτή της λιτότητας αντιπροσωπεύει μια φάση ή είναι μια πλευρά των συνεχιζόμενων νεοφιλελεύθερων μετασχηματισμών της Αμερικανικής πόλης. Το κείμενο παρουσιάζει πολλά και αποκαλυπτικά στοιχεία που ξεκίνησα να γράφω αναλυτικά, αλλά στην πορεία σκέφτηκα ότι μάλλον θα είχε περισσότερο νόημα να δώσω μια μικρή σύνοψη ενός δύο παραδειγμάτων, σαν απεριτίφ που σερβίρεται για ν’ ανοίξει η όρεξη.

USA

Στο μέρος της εργασίας που περιγράφει πώς εφαρμόζονται οι ακραίες πολιτικές λιτότητας και η επίθεση στο κράτος πρόνοιας στις αμερικανικές πόλεις, δίνει διάφορα παραδείγματα πόλεων που χρεοκόπησαν ή βρίσκονται στο χείλος της χρεοκοπίας: Μιλάει φυσικά για το Detroit, το Stockton της California, που ονομάστηκε σ’ ενα κείμενο του Εconomist η Ελλάδα της Καλιφόρνιας,  αλλά και για το Harrisbourg (πρωτεύουσα της Pennsylvania), το Rhode Island, την Alabama κ.λπ. Ολόκληρες πολιτείες και πόλεις αφέθηκαν από την κεντρική κυβέρνηση στο έλεος των τραπεζών κατά την κρίση του 2008. Και οι πόλεις αυτές το 2012 ήταν πολλές, πάρα πολλές και διάσπαρτες στις περισσότερες πολιτείες της Αμερικής — κάνει λόγο για πάνω από 300 πόλεις που σε εκείνη τη φάση παλεύαν με τη χρεοκοπία. Από την άλλη, εξηγεί ότι η λιτότητα στην Αμερική δεν συνοδεύει μόνο τις χρεοκοπημένες πόλεις, καθώς το εκρηκτικό της κοκτέιλ μπορεί να εφαρμοστεί κάλλιστα και σε ακμάζουσες πόλεις, όπως για παράδειγμα στο Chicago, αλλά παρουσιάζει και μεγάλη επιμονή στις περιπτώσεις πόλεων με μεγάλα σωματεία και ισχυρό κράτος πρόνοιας. Λιτότητα λοιπόν παντός καιρού, λιτότητα μέχρι τελικής πτώσεως, γιατί… έτσι τους αξίζει, και παρά το γεγονός ότι εκεί ήταν ξεκάθαρο ότι η κρίση δεν οφειλόταν στο κακό Κράτος αλλά στις τράπεζες. 

Μόνο στην πολιτεία του Michigan (που σε έκταση είναι μεγαλύτερο από την Ελλάδα) η λίστα των χρεοκοπημένων πόλεων είναι μακρά (Detroit, Benton Harbor, Pontiac, Flint κ.τ.λ.), παρά το γεγονός ότι το Detroit ήταν η περισσότερο προβεβλημένη περίπτωση. Έτσι, σταχυολογώντας για την υπόθεση του Detroit, ενδιαφέρον αρχικά προκαλεί το πώς ταγκάρονταν οι αποφάσεις περί λιτότητας. Για παράδειγμα, όπως μας λέει ο J.Peck, «Tο επιλεκτικό σβήσιμο του δημοτικού φωτισμού και η μόνιμη απομάκρυνση 1.300 φωτιστικών, αφήνοντας μόνο μερικά σε κάποια στρατηγικά σημεία, χαρακτηρίστηκε από έναν δημοτικό σύμβουλο του Detroit ως υπεύθυνη μείωση».

Και σε άλλα  σημεία όμως, μαθαίνουμε ότι, όταν το Detroit μπήκε σε επιτήρηση και οι πολίτες ήθελαν να αποφύγουν την Public ACTA 4, μια αμφιλεγόμενη σειρά από μέτρα που ουσιαστικά παραχωρούσε όλες τις εξουσίες της πολιτείας σ’ έναν διαχειριστή κρίσης, «οι προσπάθειες που έκαναν για να αποφύγουν την επέμβαση ήταν εντυπωσιακές». «Ολόκληρες γειτονιές είχαν συνειδητά οριστεί ως περιοχές αποεπένδυσης, ενώ άλλες λάμβαναν δημοτικές υπηρεσίες ανά τρεις». Έτσι, «στην πραγματικότητα για να αποφύγουν την de facto χρεοκοπία και την από άνωθεν ACTA 4, επέβαλλαν στους εαυτούς τους εκ προοιμίου ακραία μέτρα λιτότητας που και ίδια η ACTA  θα επέβαλλε αν εφαρμοζόταν — λογιστικό έλεγχο, περικοπές, συναινετικές υποχωρήσεις από τα εργατικά σωματεία κ.λπ.» Και παρ’ όλες «τις εγγυήσεις και τις ρητορικές προστασίας των ζωτικών τομέων του δημοσίου, ο νέος προϋπολογισμός μείωσε τους μισθούς των πυροσβεστών και της αστυνομίας αλλά και τα δρομολόγια των λεωφορείων». Στo σημείο αυτό θα έπρεπε να εξηγήσουμε ότι στο Detroit εκτός από τους φτωχότερους αφροαμερικανούς και ισπανόφωνους που κατοικούν στις κεντρικές γειτονιές της πόλης, υπάρχουν και οι περισσότερο ευκατάστατες κοινωνικές ομάδες, οι οποίες χωρικά εντοπίζονται στα προάστια. Σε μια πόλη με τρομακτική ανεργία και απουσία δημόσιων συγκοινωνιών (για τον απλό λόγο ότι η παρουσία των μεγάλων αυτοκινητοβιομηχανιών δεν άφησε περιθώρια για ανάπτυξη υποτυπώδους δικτύου μέσων μαζικής μεταφοράς) οι επιπρόσθετες περικοπές στα μέσα μεταφοράς οδηγούν αυτομάτως στον αποκλεισμό των χαμηλότερων εισοδηματικών τάξεων από τη διεκδίκηση θέσεων εργασίας στα πλούσια προάστια. Και για κλείσιμο, η  διαπίστωση ότι: «Όλες αυτές οι πολιτικές δυστυχώς έγιναν αποδεκτές σχεδόν με αρρωστημένη παραίτηση παρά με αντίσταση με νόημα». Παρ’ όλα αυτά, όπως όλοι γνωρίζουμε, το Detroit χρεοκόπησε.

Colorado Springs, η Πόλη Νυχτοφύλακας

Η περίπτωση όμως του Colorado Springs είναι αυτή όπου η πολιτική της λιτότητας αντανακλούσε την επιθυμία των ανθρώπων. Οι πολίτες του Colorado Springs αποδείχτηκαν οι καλύτεροι μαθητές της λιτότητας. Έτσι μαθαίνουμε πως «Οι σχετικά εύποροι, αλλά ιδεολογικά κατά της φορολόγησης, κάτοικοι του Colorado Springs αποφάσισαν να προχωρήσουν σε μείωση της τάσης του ηλεκτρικού αντί για το ολοκληρωτικό μπλάκ άουτ» ή στη διαμόρφωση εθελοντικών συνασπισμών από κατοίκους έτσι ώστε να πληρώσουν τις επανασυνδέσεις του ηλεκτρικού — σε επίπεδο κάθε δρόμου ξεχωριστά.

Γιατί όμως αυτός ο ομαδικός παροξυσμός λιτότητας; Όπως μας εξηγεί, η Colorado Springs έχει μείνει γνωστή στην Αμερική σαν η πρωτεύουσα της Xριστιανικής Δεξιάς. Ο χαρακτήρας αυτής της ξεχωριστής μετα-βιομηχανικής πόλης ξεκίνησε να διαμορφώνεται το 1980. «Η Colorado Springs προσπαθώντας να διαφοροποιήσει την οικονομική της βάση που σχεδόν αποκλειστικά στηριζόταν στις στρατιωτικές εγκαταστάσεις κατά την περίοδο του ψυχρού πολέμου, στόχευσε στους τομείς υψηλής τεχνολογίας και έντασης γνώσης». Παράλληλα όμως, εισήγαγε και ένα πακέτο φορολογικών ελαφρύνσεων σχεδιασμένων να προσελκύσουν θρησκευτικές οργανώσεις. Έτσι, χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της μεταφοράς του κολοσσού Focus on the Family από το Los Angeles στο Colorado (1.200 υπάλληλοι) το 1991 αλλά και η ψήφιση του νομοσχεδίου του TABOR που λειτούργησε «σαν πρελούδιο για μια συνταγματική τροπολογία που οδήγησε την Πολιτεία του Colorado να υιοθετήσει πολιτική μόνιμου περιορισμού στην αύξηση της φορολογίας της ιδιοκτησίας. (…) Μόδα έγινε επίσης η συνεχής μείωση των δημόσιων υπηρεσιών». Oι συμπαθούντες την πολιτική αυτή έλεγαν ότι «οι περικοπές πήγαιναν πολύ καλύτερα ακόμα και από μια δημοσιονομική συντηρητική ατζέντα». Οι φόροι της ιδιοκτησίας είχαν πέσει κατά 41% —απ’ τους χαμηλότερους στις ΗΠΑ— και οι πόλεις της πολιτείας του Colorado ουσιαστικά χρηματοδοτούνταν από τη διάχυση, προς τα κάτω, του φόρου κατανάλωσης. «Όταν δε, κατά την τελευταία ύφεση, η κατανάλωση συρρικνώθηκε: έκλεισαν τα πάρκα και τα δημόσια λουτρά καθώς επίσης σταμάτησε και η περιποίηση των δρόμων, το κούρεμα του γρασιδιού κ.λπ. Ενώ στην do-it-yourself πόλη, τα ¾ των υπαλλήλων της πόλης δουλεύουν στον τομέα της ασφάλειας, διαμορφώνοντας με αυτόν τον τρόπο αυτό που λέγεται το Κράτος Νυχτοφύλακας. (A NIGHT WATCHMAN STATE)»

 

 

 

 

 

 

 

 

Urban Movements

Κάτι καλό παίζει στην Πολωνία!

Διαβάζοντας τις Eξεγερμένες πόλεις του Χάρβεϋ, είναι αδύνατο να μη γοητευθείς από την περιγραφή του ρόλου των πρώτων κοινωνικών κινημάτων πόλης, όπως εμφανίστηκαν τότε, πριν και μετά το Παρίσι του Λεφέβρ. Να μην παρασυρθείς από την αισιοδοξία του ότι τα κινήματα αυτά φέρουν σπέρμα αλλαγής, την κρυμμένη δυνατότητα για «τον μετασχηματισμό της καθημερινής ζωής στην πόλη», όπως συγκεκριμένα γράφει ο προσηνής αυτός γεωγράφος. Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί μια τομή μετάφρασης, απόδοσης και μικροσχολιασμού, που συνδέει νοερά την αφήγηση του Χάρβεϋ με το παρόν της Πολωνίας. Πάντως, δεν χρειάζεται να έχει διαβάσει κανείς Χάρβεϋ ή Λεφέβρ ή κάτι σχετικό τέλος πάντων για να νιώσει μια κάποια αισιοδοξία με τα νέα αυτά από την Πολωνία, κι αυτό γιατί όπως μας διδάσκει η εμπειρία, τα κινήματα είναι συνήθως πιο μπροστά από τα βιβλία. Το αρχικό κείμενο γραμμένο στα αγγλικά από τον Ίγκορ Στοκφισέφσκι (Igor Stokfiszewski) μπορεί κανείς να το διαβάσει εδώ.

we the citizens3

Οι πρόσφατες εκλογές της Πολωνίας (εκλογές του Οκτωβρίου 2011) εξελίχθηκαν σύμφωνα με το σύνηθες σενάριο: Η κυβερνώσα συμμαχία της Πολιτικής Πλατφόρμας με το Πολωνικό Λαϊκό Κόμμα διατήρησαν τον έλεγχό τους στις μεγάλες πόλεις. Ωστόσο, στα τελικά αποτελέσματα σημειώθηκε μια έκπληξη. Το Αστικό Κίνημα, το οποίο για πρώτη φορά κατέβηκε στις εκλογές σαν πανεθνική συμμαχία των ακτιβιστών της πόλης, κέρδισε τη θέση του δημάρχου στη Γκόζουβ Βιελκοπόλσκι (Gorzow Wielkopolski) στη δυτική Πολωνία, καθώς και μία σειρά από θέσεις δημοτικών συμβούλων σε μεγάλες πόλεις, όπως η Βαρσοβία, το Πόζναν και το Τόρουν.

Και παρά το ότι ήταν νεοεισερχόμενο στον εκλογικό αγώνα, το αστικό κίνημα καθόρισε την κατεύθυνση των περισσότερων εκλογικών εκστρατειών. Οι απαιτήσεις του κατέληξαν να συμπεριληφθούν στα εκλογικά προγράμματα των κυρίαρχων πολιτικών κομμάτων, τα οποία έκαναν αγώνα δρόμου ώστε να προσελκύσουν τους ακτιβιστές στις λίστες τους και να αποσπάσουν τη νεανική αριστερή ψήφο!

Untitled

Ποια, λοιπόν, είναι η νέα αυτή πολιτική δύναμη που μπορεί μόνιμα να αλλάξει την πολωνική πολιτική σε τοπικό και εθνικό επίπεδο;

Εμείς οι πολίτες

Στα τέλη του 2007, μια ομάδα κατοίκων της περιοχής Ρατάιε (Ratage) στο Πόζναν, στη δυτική Πολωνία, οργανώθηκε για να υπερασπιστούν το δικαίωμα να έχουν γνώμη για τον σχεδιασμό της γειτονιάς τους. Ο δήμαρχος του Πόζναν και το δημοτικό συμβούλιο είχαν προτείνει να μετατρέψουν μια ερειπωμένη πρώην βιομηχανική ζώνη της γειτονιάς σε νέα περιοχή εμπορίου και κατοικίας. Οι κάτοικοί της, από την άλλη, επέμεναν στη δημιουργία ενός πάρκου και χώρου αναψυχής. Ως εκ τούτου, ενεργοποίησαν την κοινότητα, οργάνωσαν διαμαρτυρίες, έγραψαν αιτήματα και κοινοποίησαν το ζήτημα στα ΜΜΕ.

Η αρνητική δημοσιότητα που πήρε το ζήτημα έφερε σε δύσκολη θέση τις τοπικές αρχές, με αποτέλεσμα να υποχωρήσουν στη δημόσια πίεση και έτσι να αποσύρουν την εμπορική πρόταση ανάπτυξης. Αυτό ήταν το πρώτο σημάδι ότι μια νέα κοινωνική δύναμη αναδυόταν έχοντας τη δυνατότητα να επηρεάσει τις πολεοδομικές πολιτικές στην Πολωνία μέσω της ενεργής συμμετοχής του κοινού.

Επαναστατική αρχιτεκτονική – «Πρασίνισμα» της πόλης

Δράσεις όμως από τα κάτω, ξεκίνησαν να αναδύονται και σε άλλες πολωνικές πόλεις περίπου τον ίδιο καιρό. Ακτιβιστές από το Σοπότ (Sopot) στη βόρεια Πολωνία άρχισαν να κάνουν καλέσματα για συμμετοχικούς προϋπολογισμούς, ακολουθώντας το βραζιλιάνικο μοντέλο του Πόρτο Αλέγκρε. (Και όποιος θεωρεί ότι το Πόρτο Αλέγκρε και η εμπειρία που άφησε στο σχετικό ζήτημα είναι πολύ μακρινά τόσο χρονικά όσο και χωρικά τον παραπέμπω στον εν μέρει συμμετοχικό δημοτικό προϋπολογισμό του Δήμου του Παρισιού από τη νέα δήμαρχό του Αν Ιδάλγο).

Στο Λοτζ (Łódź), στην κεντρική Πολωνία, μια ομάδα ενεργών πολιτών αυτοοργανώθηκε γύρω από το ζήτημα της καθαριότητας στους δημόσιους χώρους. Σταδιακά, αυτές οι ομάδες συγχωνεύτηκαν σ’ ένα κίνημα το οποίο καλούσε για συμμετοχή των πολιτών στη μετατροπή της πρώην βιομηχανικής περιοχής της πόλης, όπως ακριβώς είχε συμβεί στο Πόζναν. Το Λοτζ ήταν ένα σημαντικό βιομηχανικό κέντρο μέχρι το 1989, όταν η βιομηχανία της κλωστοϋφαντουργίας κατέρρευσε και πολλά βιομηχανικά κτίρια έμειναν εγκαταλελειμμένα και ερειπωμένα.

Στη Βαρσοβία, ακτιβιστές πόλης οργάνωσαν πορείες για την προστασία των πράσινων εκτάσεων στο κέντρο της πολωνικής πρωτεύουσας, κατά των αυξήσεων στα εισιτήρια των δημόσιων μέσων και ενάντια στην ιδιωτικοποίηση των δημοτικών κτιρίων.

Μέσα σε λίγα χρόνια, ομάδες όπως το «Δικαίωμα στην πόλη», το «Φόρουμ των κατοίκων» και το «Kίνημα για την κατοικία» δημιουργήθηκαν σχεδόν σε κάθε πολωνική πόλη, φέρνοντας μαζί ανθρώπους διαφόρων ηλικιών και διαφορετικού κοινωνικού και πολιτιστικού υπόβαθρου. Αυτές οι ομάδες αναμίχτηκαν σε μια σειρά από καμπάνιες επαναδιεκδίκησης των δικαιωμάτων στις γειτονιές και στις πόλεις: γράφοντας αιτήσεις, οργανώνοντας διαμαρτυρίες και διαδηλώσεις, καταλαμβάνοντας άδεια κτίρια, οργανώνοντας καταλήψεις και εμποδίζοντας εξώσεις.

we the citizens4

Η πολιτική τους όρεξη άνοιξε με τον χρόνο. Το 2010, στο Πόζναν οι ακτιβιστές διαμόρφωσαν την επιτροπή «Εμείς, οι κάτοικοι του Πόζναν», μια κοινωνική εκλογική επιτροπή για να κατέβουν στις τοπικές εκλογές. Πήραν σχεδόν το 10% των ψήφων αλλά επειδή ο εκλογικός νόμος πριμοδοτούσε τα δύο μεγάλα κόμματα, δεν κατάφεραν να πάρουν μια θέση στο δημοτικό συμβούλιο.

Έτσι, αυτή η εκλογική εμπειρία διευκόλυνε το 2011 το ξεκίνημα μιας άτυπης συμμαχίας, της «Συνόδου των κινημάτων πόλης»* αποτελούμενης από ακτιβιστές αυτή τη φορά απ’ όλη την Πολωνία.

Η σύνοδος είχε ως αντικείμενο τη διατύπωση ενός προγράμματος ώστε να εξασφαλιστεί μια κοινή βάση γύρω από την οποία οι ακτιβιστές θα έχτιζαν τις εκστρατείες τους στις τοπικές κοινότητες. Το πρόγραμμα ήταν εστιασμένο σε τρεις βασικούς πυλώνες:

  • Στις πολιτικές για τον περιορισμό και την αντιστροφή της επέκτασης των κοινωνικοοικονομικών ανισοτήτων και αποκλεισμών
  • Στη βιώσιμη και περιβαλλοντικά φιλική αστική ανάπτυξη για το συμφέρον όλων των πολιτών καθώς και
  • Στην προώθηση αμεσοδημοκρατικών πρακτικών μέσω κοινωνικών συμβουλίων, συμμετοχικών προϋπολογισμών και δημοψηφισμάτων.

Νίκες

Μετά την ίδρυση της συνόδου, τα κινήματα πόλης μεγάλωσαν σε δύναμη και επίδραση. Σε εθνικό επίπεδο, η σύνοδος κατάφερε να ασκήσει πίεση στο υπουργείο Περιφερειακής Ανάπτυξης και να συμπεριλάβει μερικές από τις πολιτικές της στο πρόγραμμα της εθνικής πολιτικής για τις πόλεις. Σε τοπικό επίπεδο, οι ακτιβιστές πόλεων κατάφεραν να αποκομίσουν πολλές νίκες.

Το 2011, μετά από «παρενόχληση» από τους ακτιβιστές, ο δήμαρχος του Σοπότ συμφώνησε να εφαρμόσει συμμετοχικό προϋπολογισμό στην πόλη. Οι κάτοικοι τώρα μπορούν να αποφασίσουν πως θα ξοδέψουν τα 5 εκ. ζλότι (γύρω στα 1,6 εκ. δολάρια) ή το ένα τοις εκατό του δημοτικού προϋπολογισμού.

Σύντομα και άλλοι δήμαρχοι ακολούθησαν. Στο Λοτζ, οι κάτοικοι αποφασίζουν πώς θα ξοδέψουν τα 40 εκ. ζλότι (13 εκ. δολάρια). Ο δήμαρχος του Λοτζ κάλεσε επίσης τους τοπικούς ακτιβιστές να κάνουν προτάσεις στο συμβούλιο του Τμήματος για την Αναζωογόνηση της πόλης, για συγκεκριμένες πολιτικές κοινωνικοοικονομικής ανάπτυξής της.

Ο λόγος πάντως που το Λοτζ έγινε πιο συγκαταβατικό στο να αποδεχτεί τα αιτήματα του κινήματος ήταν επειδή ο προηγούμενος δήμαρχός του είχε απομακρυνθεί με λαϊκό δημοψήφισμα τον Γενάρη του 2010. Οι δήμαρχοι των πόλεων Τσενστοχώβα, Όλστυν, Έλμπλονγκ, Μπύτομ και Οστρούντα απομακρύνθηκαν με τον ίδιο τρόπο εξαιτίας της υιοθέτησης πολιτικών σχετικών με την ιδιωτικοποίηση και την εμπορική ανάπτυξη οι οποίες ήταν αντίθετες με τη βούληση των ψηφοφόρων τους.

Η ίδια μοίρα απείλησε τη δήμαρχο της Βαρσοβίας, αλλά το χαμηλό αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος την έσωσε.

Το πιο εντυπωσιακό επίτευγμα όμως του πολωνικού αστικού κινήματος τους τελευταίους μήνες ήταν το ότι έθεσε την υποψηφιότητα της Κρακοβίας για να φιλοξενήσει τους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του 2022 σε δημοψήφισμα. Αφότου ανακοινώθηκε η υποψηφιότητα τον Νοέμβρη του 2013 οι ακτιβιστές ξεκίνησαν μια εκστρατεία που την ονόμασαν «Κρακοβία ενάντια στους Αγώνες», η οποία έθετε ως στόχο να ενημερώσει τους ανθρώπους για τις αρνητικές επιπτώσεις της φιλοξενίας ενός τόσο μεγάλου αθλητικού γεγονότος. (Ενδιαφέρον είναι επίσης ότι ακόμα και η πόλη της Νέας Υόρκης με τον σχετικά πιο προοδευτικό δήμαρχό της Bill de Blasio απέρριψε σχετικό σενάριο φιλοξενίας των αγώνων. Και μοιάζει μια σειρά από πόλεις να αμφισβητούν επιτέλους, όλο και περισσότερο, την εκ προοιμίου θετική τους επίδραση.)

we the citizens1

Οι αρχές της πόλης υποχώρησαν κάτω από τη λαϊκή πίεση και έβαλαν την απόφαση για την υποψηφιότητα σε δημοψήφισμα, ενώ, γνωρίζοντας ότι το 2010 οι ευρωπαϊκές εκλογές είχαν μόνο 26% συμμετοχή, έθεσαν τον όρο ότι το δημοψήφισμα θα έπρεπε να έχει τουλάχιστον 30% συμμετοχή.

Ωστόσο, προς μεγάλη δυσαρέσκεια των τοπικών αρχών, γύρω στο 36% των πολιτών της Κρακοβίας ψήφισαν και το 70% αυτών είπε όχι στους αγώνες.

Η νίκη της Κρακοβίας έδωσε ώθηση για τη διαμόρφωση μιας συμμαχίας σε εθνικό επίπεδο 12 κοινωνικοπολιτικών οντοτήτων που σχετίζονταν με τη Σύνοδο των κινημάτων πόλης, που κατέβηκε στις τοπικές εκλογές του 2014. Τα αποτελέσματα των εκλογών έδειξαν ότι το κίνημα μπορεί να μετατρέψει την υποστήριξή του σε εκλογικές νίκες.

Με τις βουλευτικές και προεδρικές εκλογές που πλησιάζουν το 2015 (Οκτώβριος 2015), η συμμαχία ελπίζει ότι θα έχει ακόμα μεγαλύτερη πολιτική επιρροή τον επόμενο χρόνο.

Το αστικό κινήμα έχει μεγάλο δρόμο μπροστά του για να κατοχυρώσει μια μόνιμη θέση στον πολιτικό χάρτη της Πολωνίας αλλά η δημόσια παρουσία του, οι επιτυχημένες εκστρατείες του και η αυξανόμενη κοινωνική υποστήριξη δείχνουν ότι υπάρχει μια δεδομένη μετατόπιση στην κοινωνικοπολιτική στάση των Πολωνών. Υπάρχει μια ξεκάθαρα αυξανόμενη στήριξη για βιώσιμη και περιβαλλοντικά ευαισθητοποιημένη ανάπτυξη που να στοχεύει στην πάταξη των ανισοτήτων και των αποκλεισμών και να αναγγέλλει αποτελεσματικές πρακτικές άμεσης δημοκρατίας.

 

postdata:

*«The Urban Movements Congress»

**ιδιαίτερες ευχαριστίες στην Αγνή Μπουινιέβιτς για την επιμέλεια των εξωτικών για μένα πολωνικών ονομάτων προσώπων και πόλεων.

 

Το Τέλος του Δημόσιου Χώρου; Το «Πάρκο του Λαού», Ορισμοί του Δημόσιου και της Δημοκρατίας. (Μέρος Β)

Ξεκινώντας την ανάλυσή του ο D.M. μας εισάγει αρχικά στις έννοιες του αντιπροσωπευτικού χώρου (representational space)* και των αναπαραστάσεων του χώρου (representations of space) καθώς αποτελούν δύο έννοιες που αν και στα αγγλικά αποδίδονται με λέξεις με κοινή ρίζα παράγοντας έτσι ένα γλωσσικό παιχνίδι ωστόσο, το αποτέλεσμά τους αντανακλά δύο πολύ διαφορετικά οράματα για το δημόσιο χώρο. Οι παραπάνω όροι αποδίδονται στον γνωστό Lefebvre και δείχνουν τη διάσταση που μπορεί να υπάρχει μεταξύ ενός βιωμένου και σε πραγματική χρήση χώρου και ενός σχεδιασμένου, ελεγχόμενου και σε τάξη χώρου όπως αυτός που μπορεί να έχει συλληφθεί στο νου κάποιων, είτε είναι υλοποιημένος, είτε όχι. Σε αρκετές περιπτώσεις, η νοητική κατασκευή, η αναπαράσταση δηλαδή, προηγείται του βιωμένου χώρου, σε κάποιες άλλες όμως όχι. Για παράδειγμα, ο δημόσιος χώρος που συνδιαλέγεται με ένα δικαστήριο, ένα μνημείο, έναν εμπορικό δρόμο συνήθως είναι αποτέλεσμα μιας ήδη διαμορφωμένης νοητικής κατασκευής και γίνεται βιωμένος χώρος μόνο όταν πραγματικά χρησιμοποιηθεί ως τέτοιος. Στην περίπτωση του Πάρκου του Λαού η παραπάνω χρονική σειρά διαταράχθηκε με αποτέλεσμα από την αρχή ο συγκεκριμένος ασχεδίαστος και προορισμένος για πάρκινγκ αυτοκινήτων χώρος να μετατραπεί σε ένα ζωτικό πεδίο δημιουργικών αλληλεπιδράσεων από την αυθόρμητη παρέμβαση των πρώτων διεκδικητών του.

Ωστόσο, ο D.M. καταλήγει στο ότι οποιαδήποτε κι αν είναι η απαρχή ενός δημόσιου χώρου, η ουσία του ως «δημόσιου» διαμορφώνεται και διατηρείται από τη συνεχόμενη αντίθεση των οραμάτων γι’ αυτόν. Και πιο συγκεκριμένα, από τη σύγκρουση των οραμάτων για τάξη και ασφάλεια με αυτά της πολιτικής αντιπαράθεσης και της αδιαμεσολάβητης αλληλεπίδρασης.

Φυσικά, οι δημόσιοι χώροι είναι πολύ σημαντικοί και για την αντιπροσώπευση: Δημόσιος χώρος είναι ο τόπος εκείνος μέσα στον οποίο ένα πολιτικό κίνημα μπορεί να οριοθετήσει τον χώρο που θα του επιτρέψει να φανεί και να ακουστεί. Στο δημόσιο χώρο, οι πολιτικοί σχηματισμοί μπορούν να αντιπροσωπεύσουν ένα μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού απλώς και μόνο μέσα από τη δημόσια απαίτηση για χώρο. Με αυτόν τον τρόπο, οι διάφορες κοινωνικές ομάδες γίνονται δημόσιες. Συνεπώς, μόνο στους δημόσιους χώρους οι άστεγοι μπορούν να αντιπροσωπευτούν σαν νόμιμο κομμάτι του δημόσιου. Και αυτό, γιατί στο βαθμό που οι άστεγοι και άλλες περιθωριοποιημένες ομάδες παραμένουν αόρατοι στην κοινωνία, αποτυγχάνουν να ληφθούν υπόψη σαν έγκυρα-νόμιμα μέλη της πολιτείας.

Ποια είναι όμως η σημασία των δημόσιων χώρων στις δημοκρατικές κοινωνίες;

Και ακριβώς σ’ αυτό το σημείο, η ανάλυσή του D.M. μας πάει πίσω στην αρχαία ελληνική αγορά και στη λειτουργία της: «Ήταν ο τόπος του πολίτη, ένας ανοιχτός χώρος όπου τα δημόσια ζητήματα και οι νόμιμες διαφωνίες λάμβαναν χώρα. Ήταν ένας τόπος ευχάριστου συνωστισμού όπου τα σώματα, οι λέξεις, οι δράσεις και τα εμπορεύματα των πολιτών ήταν σε πραγματική και αμοιβαία έκθεση, ένας τόπος όπου οι κρίσεις, οι αποφάσεις και οι εμπορικές συμφωνίες γίνονταν». Σε τέτοιους ανοιχτούς και προσβάσιμους χώρους, και φόρα θα έπρεπε κανείς να περιμένει να συναντήσει και να ακούσει την γνώμη αυτών που είναι διαφορετικοί, των οποίων η κοινωνική προοπτική, εμπειρία και συνδέσεις είναι διαφορετικές. Παρ’ όλ’ αυτά, σύμφωνα και με τον Habermas, δεν υλοποιείται παρά ένας κανονιστικός δημόσιος χώρος, στον οποίο η δημόσια σφαίρα συλλαμβάνεται ως μια πολυτελής σουίτα θεσμών και δραστηριοτήτων που μεσολαβούν στις σχέσεις μεταξύ κοινωνίας και κράτους. Καταλήγοντας στο ότι το ιδεώδες του δημόσιου χώρου είναι κανονιστικό.

Η αρχαία ελληνική αγορά, τα ρωμαϊκά φόρα και τα αμερικανικά πάρκα δεν ήταν ποτέ τόποι ελεύθερης, αδιαμεσολάβητης αλληλεπίδρασης. Τουναντίον, ήταν εξίσου συχνά τόποι αποκλεισμού. Το κοινό που συναντιόταν στους χώρους αυτούς ήταν επιμελώς επιλεγμένο και ομοιογενές στη σύνθεσή του, περιλαμβάνοντας τους ισχυρούς και σεβάσμιους. Στην αρχαία ελληνική αγορά, οι γυναίκες, οι σκλάβοι και οι ξένοι, αν και μπορεί να είχαν εργαστεί γι’ αυτή, επίσημα αποκλείονταν από τις πολιτικές δράσεις του δημόσιου εκείνου χώρου.

Στην Αμερική (και όχι μόνο, θα προσέθετα εγώ), η συμπερίληψη ολοένα και πιο ποικίλων ομάδων ανθρώπων στη δημόσια σφαίρα έχει κερδηθεί μόνο μέσα από συνεχή κοινωνικό αγώνα. Οι ιδέες για το δημόσιο και τη δημόσια δημοκρατία έχουν αναπτυχθεί διαλεκτικά με τις ιδέες για την ατομική ιδιοκτησία και τις ιδιωτικές σφαίρες. Στις μοντέρνες καπιταλιστικές δημοκρατίες όπως οι ΗΠΑ «οι ιδιώτες ελεύθερα ενώνονται για να δημιουργήσουν το δημόσιο που διαμορφώνει και το κριτικό λειτουργικό στοιχείο της πολιτικής σφαίρας». Η δυνατότητα του να είσαι δημόσιος υπονοεί πρόσβαση στη σφαίρα της ατομικής ιδιοκτησίας.

Και συνεχίζει παραθέτοντας τα λόγια του ιστορικού Εdmund Morgan ο οποίος υποστήριζε ότι αυτός ο τύπος λαϊκής κυριαρχίας που προέκυψε από το διαχωρισμό μεταξύ δημοσιότητας και ιδιωτικότητας (ή δημόσιου και ιδιωτικού) ήταν ένα ιδεολόγημα κατά το οποίο οι πολίτες οικειοθελώς ενστερνίστηκαν το απίθανο μιας ολοκληρωτικά δημόσιας σφαίρας. Ωστόσο, το κανονιστικό ιδανικό του δημόσιου χώρου μας δίνει την ελπίδα ότι ένα αντιπροσωπευτικό δημόσιο μπορεί να υλοποιηθεί. Ως εκ τούτου, οι ιδέες για συμπερίληψη γίνονται σημεία εκκίνησης για πολιτική δράση. Και τέτοιου είδους πολιτική δράση στο παρελθόν έχει καταφέρει να μας διευρύνει τον ορισμό του δημόσιου, με αποτέλεσμα να συμπεριλαμβάνει τουλάχιστον επίσημα, τις γυναίκες, τους έγχρωμους και αυτούς που δεν έχουν ιδιωτική περιουσία αν και, όχι ακόμα τους ξένους. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, οι αγώνες για τη διεύρυνση των ομάδων που συμμετέχουν στο δημόσιο χώρο λαμβάνουν ιδιαίτερη σημασία. Και αν οι σύγχρονες τάσεις φαίνονται διαβρωτικές ως προς την έννοια ενός υλοποιημένου καθολικού δημόσιου χώρου, τότε οι δημόσιοι χώροι γίνονται «μικρά νησιά ελευθερίας» από τα οποία περιθωριοποιημένες ομάδες μπορούν να ασκήσουν πίεση για τα δικαιώματά τους. Και αυτό ακριβώς ήταν το επιχείρημα των ακτιβιστών του Πάρκου του Λαού και των αστέγων κατοίκων του.

Ποια είναι όμως γενικότερα η θέση των αστέγων στο δημόσιο χώρο; Oι άστεγοι ως μέρος του δημόσιου.

Το Πάρκο του Λαού είχε ευρέως αναγνωριστεί ως καταφύγιο των αστέγων της ευρύτερης περιοχής του κόλπου του Σαν Φρανσίσκο, καθώς οι άστεγοι είχαν σταδιακά εκδιωχθεί απ’ όλα τα υπόλοιπα σημεία που συνήθιζαν να συγκεντρώνονται. Εν μέρει η επιθυμία για την αφαίρεση των αστέγων από το οπτικό πεδίο της λοιπής κοινωνίας απαντά στη βασική αντίφαση των αστέγων σε μια δημοκρατία που συνίσταται σε ιδιώτες. Και είναι ακριβώς γύρω από το ζήτημα της «ορατότητας» που περιστρέφεται η αντίφαση. Αν και οι άστεγοι βρίσκονται σχεδόν πάντα στο δημόσιο χώρο είναι και αυτοί που σπάνια υπολογίζονται στο δημόσιο. Από τη μία, κοινωνικά νόμιμος ιδιωτικός χώρος δεν υπάρχει γι’ αυτούς και από την άλλη, στερούνται το δικαίωμα πρόσβασης στο δημόσιο χώρο και στις δημόσιες δράσεις από μια καπιταλιστική κοινωνία που στηρίζεται στην ιδιοκτησία και την ιδιωτική της ζώνη. Και συνεχίζει το σκεπτικό του εξηγώντας ότι γι’ αυτούς τους ανθρώπους, που πάντα βρίσκονται στη δημόσια σφαίρα, μια σειρά από δραστηριότητες που ανήκουν στην ιδιωτική σφαίρα αναγκαστικά πρέπει να γίνονται δημόσια. Οι δημόσιοι χώροι από ευχάριστοι τόποι συνωστισμού σωμάτων, εμπορευμάτων και πολιτικών συζητήσεων γίνονται χώροι για να κάνεις μπάνιο, έρωτα, να κοιμηθείς. Όλες δηλαδή αυτές οι δραστηριότητες που είναι κοινωνικά αποδεκτό να γίνονται ιδιωτικά καθίστανται παράνομες όταν γίνονται δημόσια.

Η ύπαρξη των αστέγων στο δημόσιο χώρο απειλεί την ιδεολογική τάξη των σύγχρονων κοινωνιών. Και για λόγους τάξης, οι άστεγοι έχουν αφαιρεθεί από τους περισσότερους ορισμούς του δημόσιου. Και όταν λοιπόν, ο τύπος αναφέρει ότι «Tο πάρκο είναι ο παράδεισος για χρήστες ναρκωτικών και αστέγους.» αγνοεί την οποιαδήποτε «δημόσια» υπόσταση αυτοί μπορεί να έχουν καθώς και την πιθανότητα χρήσης του πάρκου από τους αστέγους για πολιτικούς, κοινωνικούς, οικονομικούς και σκοπούς κατοίκησης.

Ο δημόσιος χώρος στη σύγχρονη πόλη;

Στην Αμερική ο δημόσιος χώρος υφίσταται έναν σοβαρό περιορισμό καθώς οι διασπαστικές πολιτικές αλλά και οι πολιτικές δημιουργικής αλληλεπίδρασης έχουν αποτελεσματικά εκδιωχθεί από τα σημεία συγκέντρωσης της πόλης. Πολεοδόμοι του δημοσίου ή που εργάζονται ιδιωτικά έχουν δημιουργήσει περιβάλλοντα που βασίζονται περισσότερο στην επιθυμία για έλεγχο και για διασκέδαση παρά για δημιουργική αλληλεπίδραση. Το κλασικό παράδειγμα είναι αυτές οι αχανείς άδειες πλατείες ανάμεσα στα πολυώροφα κτίρια γραφείων. Mε τον πολλαπλασιασμό των Mall δε, έχουν αναδυθεί δημόσιοι χώροι γιορτής που μαζί με τους πρώτους συνιστούν ένα ζεύγος νεκρών και πανηγυρικών χώρων που αποσκοπούν στην ασφάλεια αλλά και στον έλεγχο της συμπεριφοράς στο δημόσιο χώρο.

Στη βάση δε της λογικής αυτής χτίζεται το οικοδόμημα της «ελεγχόμενης ποικιλομορφίας» και της τοποθέτησης ορίων στη χωρική αλληλεπίδραση. Η περιορισμένη ποικιλομορφία των μεγακατασκευών, των εμπορικών κέντρων τύπου Μall, των επιχειρησιακών πλατειών και ολοένα και περισσότερο κάποιων δημοσίων πάρκων, αλλά και η επέκταση ενός ήθους μάρκετινγκ που έχει εισχωρήσει στο σχεδιασμό, δημιουργούν «χώρους κοινωνικής δράσης» που διαιρεί και ξεδιαλύνει κοινωνικές ομάδες σύμφωνα με κριτήρια άνεσης και τάξης παρά με όρους πολιτικής διεκδίκησης.

Και συνεχίζει τονίζοντας ότι οι ουσιαστικές αλληλεπιδράσεις έχουν αντικατασταθεί από αναπαραστάσεις επαφής, και εστιάζοντας στο ρόλο της αναπαράστασης στο πολιτικό επίπεδο δείχνει πως αυτός με τη σειρά του αντανακλά και το χώρο. Συγκεκριμένα η σύγχρονη πολιτική είναι αντιπροσωπευτική υπό δύο έννοιες. Οι πολίτες αντιπροσωπεύονται από λίγους επιλεγμένους, και οι πολιτικές τους αντιπροσωπεύονται στο κοινό μέσω των μέσων μαζικής επικοινωνίας. Ο αντιπροσωπευτικός πολιτικός χώρος είναι επί της ουσίας φτιαγμένος από εικόνες οι οποίες συνθέτουν το δημόσιο τομέα. Και αυτή ακριβώς η αναπαράσταση σταδιακά αντικαθιστά το δημοκρατικό ιδεώδες της άμεσης, αδιαμεσολάβητης, κοινωνικής αλληλεπίδρασης στους δημόσιους χώρους. Με άλλα λόγια, οι σχεδιαστές του δημόσιου χώρου ολοένα και περισσότερο αποδέχονται σημάδια και εικόνες επαφής σαν περισσότερο φυσικά και επιθυμητά από την ίδια την επαφή.

Το αποτέλεσμα είναι ένας δημόσιος χώρος σχεδιασμένος σαν να ήταν θέατρο, και προς επίρρωση της άποψής του παραθέτει τα λόγια του Glazer: «Στο θέατρο είναι που ένα ήρεμο, κατευνασμένο κοινό λιάζεται στο μεγαλείο ενός προσεκτικά ενορχηστρωμένου επιχειρηματικού θεάματος». Και καταλήγει, ότι οι χώροι ελεγχόμενου θεάματος περιορίζουν τη λίστα των κατάλληλων «δημόσιων». Οι δημόσιοι χώροι του θεάματος και της κατανάλωσης δημιουργούν εικόνες που ορίζουν το δημόσιο, και αυτές οι εικόνες εξαιρούν σαν ανεπιθύμητους τους άστεγους και τους πολιτικούς ακτιβιστές. Κι έτσι και οι άστεγοι, μη απεικονισμένοι σαν μέρος του δημοσίου, εκτοπίζονται σε μια σφαίρα που είναι εκτός πολιτικής, καθώς είναι εκτοπισμένοι απ’ όλα τα σημεία συγκέντρωσης της πόλης.

Και αναρωτιέται αν πράγματι μπορούμε τότε να μιλάμε για το τέλος του Δημόσιου Χώρου.

Όταν για παράδειγμα, μέσα και έξω από τις Αμερικάνικες πόλεις παρατηρείται μια έντονη αύξηση του αποθεματικού των πράσινων χώρων κάθε τύπου. Αλλά είναι όλοι αυτοί οι νέοι χώροι δημόσιοι πολιτικοί χώροι; Κατά την εποχή της έντονης προαστικοποίησης και της αστικής ανανέωσης στις δεκαετίες μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι πόλεις της Βόρειας Αμερικής μαζικά αύξησαν τους ανοιχτούς χώρους** τους, αλλά περισσότερο με σκοπό να διαχωριστούν οι χρήσεις, να διευρυνθεί ο χώρος μεταξύ των κτιρίων και να επιτρέψουν την καλύτερη δυνατή διείσδυση του ήλιου και του πράσινου στις πόλεις. Σίγουρα δεν ήταν για να παρέχουν χώρους για ουσιαστική κοινωνική επαφή. Η δημιουργία τους κατά κύριο λόγο εξυπηρετούσε τη συγκράτηση των αξιών γης μέσω της δημιουργίας αναπτυξιακών πράσινων ζωνών, της παροχής χώρων αναψυχής και την αποφυγή των πλημμύρων με την αποξήρανση εκτεταμένων επιφανειών. Το αποτέλεσμα είναι ότι και αυτοί οι νέοι ανοιχτοί χώροι μοιράζονται κοινά χαρακτηριστικά με τους ψευδο-δημόσιους χώρους των Μall καθώς πρόκειται και σ’ αυτήν την περίπτωση για υψηλά ρυθμιζόμενους δημόσιους χώρους. Και οι υπεύθυνοι του Μπέρκλεϋ γνώριζαν αυτήν τη διάκριση μεταξύ ανοιχτού και δημόσιου χώρου, όταν στις δημόσιες συζητήσεις τους απέφευγαν να αναφερθούν στο Πάρκο του Λαού σαν δημόσιο πάρκο αλλά σαν ανοιχτό χώρο.

Νέοι δημόσιοι χώροι;

Στη συνέχεια, ο D.M. διερευνά τον σημαντικό ρόλο στις παραπάνω εξελίξεις που έχουν παίξει οι νέες τεχνολογίες και η ώθηση που έχουν δώσει στην εξάπλωση των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Tα άυλα φόρα που δημιουργούνται στην τηλεόραση, στα τηλεοπτικά shows και το διαδίκτυο ανταγωνίζονται τον φυσικό δημόσιο χώρο. Με τη νέα τεχνολογία το δικαίωμα του πολίτη δεν στηρίζεται πλέον στη διχοτομία των δημόσιων και ιδιωτικών γεωγραφιών, η πρόσβαση στην τηλεόραση, στο ράδιο και το διαδίκτυο αρκεί. Για να καταλήξει αφενός, ότι η μετανάστευση του δημόσιου λόγου στα media έχει συντελέσει στον ολοένα και μεγαλύτερο αποκλεισμό της πολιτικής από τον υλικό δημόσιο χώρο. Και αφετέρου, ότι ακόμα και αυτός ο άυλος δημόσιος χώρος διέπεται από πολύ καθορισμένους κανόνες, τέτοιους που να φτάνει ακόμα και το ίδιο το ζήτημα του δημόσιου να μετατρέπεται σε δημόσιο θέαμα. Τέλος, σημειώνει ότι η ηλεκτρονική επικοινωνία ενσωματώνει ένα διαφορετικό ιδανικό απ’ αυτό της αρχαίας ελληνικής αγοράς και απαντά σε διαφορετικές επιθυμίες εντός της κοινωνίας. Αυτό που η κοινωνία τώρα περιμένει, και το διαδίκτυο αποτελεί πρότυπο στη διαδικασία αυτή, είναι να διαχειριστεί την υπόστασή της μέσω μιας ιδιωτικοποιημένης ηθικής της επικοινωνίας της αναμετάδοσης. Κάτι που για ακόμα μια φορά θέτει το πρόβλημα της αντιπροσώπευσης στους δημόσιους χώρους. Ένας πλήρως ηλεκτρονικός δημόσιος χώρος καθιστά περιθωριοποιημένες ομάδες όπως είναι οι άστεγοι ακόμα πιο αόρατες στον τρόπο λειτουργίας της πολιτικής. Επί της ουσίας, στον διαδικτυακό χώρο είναι αδύνατο κανείς να δει έναν άστεγο άνθρωπο, ούτε μπορεί ποτέ οι ανάγκες, οι επιθυμίες και η πολιτική εκπροσώπησή του να ειδωθούν με τον τρόπο που μπορούν να γίνουν ορατές μέσα στους πραγματικούς χώρους της πόλης. Και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο οι υλικοί δημόσιοι χώροι είναι απαραίτητοι.

Στο σημείο αυτό ο D.M. —δεδομένου ότι παρόν κείμενο το γράφει το 1995, και μην έχοντας βιώσει την εμπειρία των τελευταίων ετών που είναι πλούσια από παραδείγματα σημαντικών πολυπληθών καταλήψεων σε δημόσιους χώρους παγκοσμίως (Αραβική Άνοιξη, κινήματα των αγανακτισμένων στην Ευρώπη, κίνημα Occupy Wall Street, κ.λπ.)— μας δίνει το ιστορικό παράδειγμα της κατάληψης της πλατείας Τιαν Aνv Mέν του ’89. Λέει λοιπόν, ότι παρά τον αδιαμφισβήτητο ρόλο των μέσων της επικοινωνίας που προηγήθηκε για το κάλεσμα, την οργάνωση και εν τέλει την αναμετάδοση της συγκέντρωσης, η ίδια η εξέγερση ήταν αυτή που μετέτρεψε την επίσημη και μνημειακή πλατεία σε έναν αυθεντικό χώρο πολιτικής αντιπαράθεσης. Και αυτό το παράδειγμα αποτελεί απόδειξη για τη μέγιστη αδυναμία που έχουν τα άνευ χώρου (placeless) κινήματα να δημιουργήσουν και να αλλάξουν το χώρο με νέους, αυθεντικά επαναστατικούς τρόπους.

Ως εκ τούτου, τα πολιτικά κινήματα θα πρέπει να δημιουργήσουν χώρους μέσα από τους οποίους να μπορούν να αντιπροσωπευτούν. Άλλωστε, προσθέτει, οι καταλήψεις των δημόσιων χώρων είναι και αυτές που υποχρεώνουν την αναμετάδοσή τους. Ενώ από την άλλη, υπογραμμίζει ότι δεν θα έπρεπε φυσικά να ξεχνάμε και το γεγονός ότι όταν τα κινήματα ελευθερώνουν χώρο τα αποτελέσματα ίσως να μην είναι πάντα προοδευτικά. Και στο σημείο αυτό παραπέμπει σε αντίστοιχα μοτίβα καταλήψεων χώρων από φασιστικά κινήματα στην Ιταλία και τη Γερμανία του ’30. Συνεπώς, η δημιουργία και η διατήρηση δημόσιων χώρων μπορεί να συνεπάγεται και κινδύνους για την ίδια τη Δημοκρατία. Κάτι που οι πολέμιοι των δημόσιων χώρων γνωρίζουν και κατάλληλα «χειρίζονται».

Στο δε συμπέρασμα, το άρθρο τονίζει για άλλη μια φορά ότι το σημαντικό στοιχείο στην υπόθεση του Πάρκου του Λαού βρίσκεται αφενός στην ανάδειξη δύο εντελώς αντίπαλων οραμάτων για το δημόσιο χώρο, καθώς και το γεγονός ότι έχει μείνει στη συνείδηση του κόσμου σαν χώρος που αποκτήθηκε κατόπιν διεκδίκησης (taken place).

Και φυσικά αμφιβάλλει για το αν η διασφάλιση της ύπαρξης κάποιων «παραδείσων» για αστέγους απαντά στις δομικές αιτίες που δημιουργούν το γενικότερο ζήτημα των αστέγων. Αν και επισημαίνει και πάλι ότι αυτοί οι παράδεισοι εκτός του ότι τους καλύπτουν το δικαίωμα σ’ ένα είδος κατοικίας, τους παρέχουν και το δικαίωμα να εκπροσωπούνται.

Για όλους τους παραπάνω λόγους λοιπόν, το Πάρκο του Λαού αντανακλά μια σημαντική στιγμή στον αγώνα που γίνεται στην Αμερική αλλά και αλλού υπέρ του Δημόσιου Χώρου.

* ή χώρος της αναπαράστασης (representational space) και αναπαράσταση του χώρου (representations of space)

** Στο κείμενο αυτό ο όρος Ανοιχτός Χώρος που αντιστοιχεί στο αγγλικό open space δεν χρησιμοποιείται όπως στην πιο πρόσφατη ρητορική που έχει θετικό πρόσημο αλλά ως κάτι το αρνητικό. Σαν μια έννοια χώρου που προκύπτει από την υποχώρηση ενός δημόσιου χώρου με ένα περιεχόμενο πιο πλούσιο και περιεκτικό από αυτό που αυτή μπορεί να έχει. Ως εκ τούτου, έχει μεγάλο ενδιαφέρον να δει κανείς πώς το περιεχόμενο της ορολογίας αλλάζει για να υποστηρίξει άλλοτε προοδευτικές και άλλοτε συντηρητικές ιδέες και απόψεις για το χώρο. Ο καθένας φυσικά ορίζει το προοδευτικό και το συντηρητικό ανάλογα με το εσωτερικό του σύστημα αξιών.

Το Τέλος του Δημόσιου Χώρου; Το «Πάρκο του Λαού», Ορισμοί του Δημόσιου και της Δημοκρατίας. (Μέρος Α)

Πριν από λίγο καιρό διάβασα το πέιπερ The End of Public Space? People’s Park, Definitions of the Public and Democracy” του γεωγράφου Don Mitchell που δημοσιεύτηκε το 1995. Μου άρεσε, γιατί ήταν πραγματικά σα να έβαζε σε τάξη διάφορες δικές μου σκόρπιες σκέψεις και να τις επέκτεινε με επιχειρήματα, βιβλιογραφία και στοιχεία. Ήταν, επίσης, σα να μπορούσε η ανάλυσή του, να σχολιάσει πολλά αντίστοιχα γεγονότα με του Πάρκου του Λαού που έχουν συμβεί από το ’90 έως και σήμερα. Στόχος του ποστ αυτού είναι να συνοψίσω και να επικοινωνήσω την ουσία του κειμένου του γνωστού γεωγράφου.

Εν τάχει: Το κείμενό του Don Mitchell ξεκινάει παίρνοντας σαν αφορμή την ιστορία του People’s Park που βρίσκεται στο Σαν Φρανσίσκο (google maps) καθώς και τη σχέση του με την ίδια την πόλη, το πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϋ και φυσικά τους κατοίκους της ευρύτερης γειτονιάς. Στη συνέχεια, επεκτείνεται στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε το δημόσιο χώρο σε σχέση με την έννοια του αποκλεισμού εστιάζοντας, κατά κύριο λόγο, στους άστεγους. Αναφέρεται, επίσης, στην έννοια του δημόσιου χώρου στις σύγχρονες πόλεις αλλά και στην ανάδυση νέων “άυλων” δημόσιων χώρων. Κλείνοντας, τονίζει την αναγκαιότητα ύπαρξης “απτών”, υλικών δημόσιων χώρων και τη συμβολή τους στη δημοκρατία.

Τα γεγονότα

Η ιστορία του πάρκου ξεκινάει το 1967, όταν ο χώρος του σημερινού People’s Park είχε περάσει στην ιδιοκτησία του πανεπιστημίου μέσω υποχρεωτικής απαλλοτρίωσης με σκοπό να κτιστούν φοιτητικές εστίες. Το πανεπιστήμιο, ωστόσο, λόγω έλλειψης χρημάτων, ανέβαλε τα σχέδιά του ώσπου, το 1969, μια ομάδα φοιτητών, αποφάσισε να διεκδικήσει το άδειο οικόπεδο για να το μετατρέψει σ’ ένα ελεύθερο αυτοδιοικούμενο πάρκο στο μέσο ενός πυκνού αστικού ιστού με μεγάλη ανάγκη για ελεύθερους χώρους. Η αντιπαράθεση μεταξύ των φοιτητών και της διοίκησης του πανεπιστημίου, που πυροδοτήθηκε μετά την πρωτοβουλία των φοιτητών, αφενός, οδήγησε στην κορύφωση των γεγονότων που έδωσαν στο Μπέρκλεϋ τον χαρακτηρισμό ενός φιλελεύθερου πανεπιστημίου αφετέρου, συνέβαλε στην υποχώρηση του πανεπιστημίου από τις —νόμιμες— διεκδικήσεις του για τον χώρο αυτό, για αρκετά χρόνια.

Παρ’ όλ’ αυτά, το 1989, όταν η αγωνιστικότητα του φοιτητικού κινήματος είχε πέσει και το δημοτικό συμβούλιο της πόλης είχε πάρει μια πιο συντηρητική στροφή, το πανεπιστήμιο θεώρησε ότι οι συνθήκες για την αναμόχλευση του ζητήματος είχαν ωριμάσει. Υπογράφεται, τότε, μια συμφωνία μεταξύ του πανεπιστημίου και του δημοτικού συμβουλίου για την “αξιοποίηση” του χώρου, με το επιχείρημα ότι το Πάρκο του Λαού είχε μετατραπεί σ’ ένα χώρο επικίνδυνο για τους κατοίκους της γύρω περιοχής, καθώς σ’ αυτό δραστηριοποιούνταν μικροεγκληματίες, γινόταν διακίνηση ναρκωτικών και είχαν βρει καταφύγιο πολλοί από τους αστέγους της πόλης. Το καλοκαίρι, λοιπόν, του 1991, υπήρξε και ξανά βίαιη αντιπαράθεση για τα μελλοντικά σχέδια του πανεπιστημίου σε συνεργασία με τον Δήμο της πόλης και την τύχη ενός από τους ελάχιστους αληθινά δημόσιους χώρους της πόλης, όπως χαρακτηριστικά έλεγαν οι υπερασπιστές του.

Το πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϋ, γνωρίζοντας ότι χωρίς τη συμβολή του Δήμου δεν θα κατάφερνε να εντείνει τον έλεγχό του στο πάρκο για το εγχείρημα αυτό, ζήτησε τη συμβολή του Δήμου. Στη συμφωνία που συνάφθηκε αποφασίστηκε το χτίσιμο αθλητικών εγκαταστάσεων για τους φοιτητές αλλά και η μίσθωση μέρους του πάρκου από το Δήμο έναντι συμβολικού ποσού για τους κατοίκους της γειτονιάς. Το “ουσιαστικό” αντίτιμο που ο Δήμος θα έπρεπε να πληρώσει, αφορούσε τη συνδρομή του στην εφαρμογή του νόμου. Εκεί λοιπόν, που άλλοτε στεκόταν το βήμα του ομιλητή, με το χώρο μπροστά για τις συνελεύσεις και το κουτί ανταλλαγών, είχε αποφασιστεί να γίνουν γήπεδα Beach Volley και διάφοροι ακόμα βοηθητικοί χώροι.

biblioteca_the-end-of-public-space_mitchell

Σύμφωνα με τις διακηρύξεις του Πανεπιστημίου, στόχος ήταν ο χώρος να κρατηθεί ως πάρκο αλλά και να απομακρυνθούν οι παράνομες δραστηριότητες και το εγκληματικό στοιχείο για να γίνει και πάλι θελκτικό για τους φοιτητές και για τους κατοίκους που ανήκαν κυρίως στα μεσαία στρώματα. Και όπως τονίζει ο D.M, τα ίδια πάνω κάτω επαναλάμβαναν σε συντονισμό και τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης: Το πάρκο δεν χρησιμοποιείται όπως θα έπρεπε, μόνο ένα μικρό μέρος της κοινωνίας απολαμβάνει το χώρο, το οποίο δεν είναι καν αντιπροσωπευτικό μέρος της κοινωνίας, το πάρκο πρέπει να εξωραϊσθεί για να μπορεί να δέχεται ένα περισσότερο “κατάλληλο” κοινό. Και φυσικά, μια σειρά από συνεχείς διαβεβαιώσεις από τους εμπνευστές των επεμβάσεων ότι κανείς δεν θα πείραζε τους αστέγους.

Για τους υπέρμαχους του πάρκου, ο χώρος αυτός ήταν, κατ’ αρχάς, ένας από τους ελάχιστους όπου οι άστεγοι μπορούσαν να κοιμούνται, ας πούμε, ήσυχοι. Ήταν επίσης ένας χώρος απ΄ όπου η κρατική εξουσία θα μπορούσε να κρατηθεί μακριά. Τα πιο ζωτικά στοιχεία της πολιτικής του αυτής διάστασης, που υλικά και χωρικά αποτυπώνονταν με τα ελάχιστα κινητά έπιπλα, όπως το βήμα του ομιλητή με τη μεγάλη επιφάνεια γρασιδιού που απλωνόταν μπροστά του για τις συνελεύσεις και το κουτί ανταλλαγών, θα γίνονταν γήπεδα του βόλεϊ με περίφραξη για τους υπαλλήλους και τους φοιτητές του πανεπιστημίου. Η πολιτική διάσταση του χώρου ουσιαστικά διαμελιζόταν.

Από την άλλη, μεγεθύνοντας λίγο το πλάνο, οι αλλαγές στο πάρκο εντάσσονταν σε μια γενικότερη προσπάθεια τόνωσης της περιοχής καθώς, το γύρω εμπορικό κομμάτι είχε αρχίσει να δείχνει σημάδια παρακμής. Η περιοχή που τα τελευταία είκοσι χρόνια (1967-1987) είχε σιγά σιγά μεταμορφωθεί: τα άλλοτε μικρά οικογενειακά καφέ και εστιατόρια είχαν αντικατασταθεί σταδιακά από μεγαλύτερες και γνωστότερες αλυσίδες που εξυπηρετούσαν κυρίως φοιτητές και εργαζόμενους. Υπαίτιο για την παρακμή αυτή, αρκετοί από τους μαγαζάτορες, θεωρούσαν το πάρκο και τις συνεχείς φασαρίες γύρω απ’ αυτό. Ωστόσο, αν και η αστυνομία, σύμφωνα με δικά της στοιχεία, διαπίστωνε ότι η όποια εγκληματικότητα στο πάρκο δεν ξεπερνούσε αυτήν που συναντιόταν σε άλλα σημεία της πόλης, ο φταίχτης, στη συνείδηση του κόσμου, εξακολουθούσε να είναι το πάρκο και αυτό τελικά ήταν που μετρούσε.

Κάπως έτσι, έφτασαν τα πράγματα στις βίαιες συγκρούσεις του Αυγούστου του 1991 γύρω από το πάρκο. Με στρατιωτικού τύπου επέμβαση το πανεπιστήμιο και ο Δήμος επέβαλαν το νέο καθεστώς στο πάρκο οδηγώντας τους υπερασπιστές του σε υποχώρηση. Λίγες μέρες μετά, στα νέα γήπεδα του βόλεϊ, έκαναν την εμφάνισή τους οι πρώτοι υπάλληλοι του πανεπιστημίου που τους παραχωρούνταν ειδική άδεια αν ήταν να παίξουν βόλεϊ στο Πάρκο του Λαού.

Το 1993, δύο χρόνια μετά τα επεισόδεια, ο D.M περιγράφοντας την εμπειρία του από μια βόλτα στο πάρκο, μας μεταφέρει τη μεσοβέζικη κατάσταση του πάρκου που είχε τότε διαμορφωθεί: Αστυνομικοί σε επαγρύπνηση, μερικές ομάδες αστέγων, κατεστραμμένα γήπεδα του βόλεϊ, και άπλετος φωτισμός για τον καλύτερο έλεγχο του πάρκου τα βράδια, συνέθεταν το γενικότερο τοπίο. Κάνει λόγο, τέλος, για τις μηνύσεις του πανεπιστημίου κατά των ακτιβιστών και υπερασπιστών του πάρκου, για βανδαλισμό και χρήση βίας τον Αύγουστο του 1991. Σημειώνοντας επίσης, ότι στην προσπάθεια του πανεπιστημίου να έρθει σε διακανονισμό με τους ακτιβιστές, με αντάλλαγμα τη μόνιμη εξαίρεσή τους σε τυχόν μελλοντικές εξελίξεις για το πάρκο, οι ακτιβιστές ανταπάντησαν με νέες μηνύσεις κατά των Στρατηγικών Μηνύσεων του πανεπιστημίου ενάντια στη Δημόσια Συμμετοχή (Strategic Lawsuit against Public Participation) όπως οι τελευταίοι τις αποκάλεσαν.

Σήμερα, από μερικά δημοσιεύματα που διάβασα, μοιάζει (χωρίς αυτό να είναι και βέβαιο) σαν η πλάστιγγα να έχει γείρει και πάλι προς τους κατοίκους (ποιους άραγε κατοίκους;). Σ’ αυτό, γίνονται αστικές καλλιέργειες από την τοπική κοινότητα, ενώ ένα ευρύτερο κοινό προσελκύεται για τη διοργάνωση πολιτικών συζητήσεων, συναυλιών και διαμαρτυριών.

Στο δεύτερο μέρος θα ακολουθήσει η παρουσίαση της ανάλυσης των παραπάνω γεγονότων από τον D.M.

1000park2

%d bloggers like this: