Archive | Ιστορικά RSS for this section

Τρεις κήποι…

Στην Αθήνα, εκτός από τα μνημεία της, υπάρχουν και μη υλοποιηθέντα κατάλοιπά της, όπως για παράδειγμα οι κήποι. Στη Χάρτα της Φλωρεντίας υπογραμμίζεται η μεγάλη σημασία του κήπου και προσδιορίζεται η έννοια του ιστορικού κήπου ως αρχιτεκτονικού δημιουργήματος και γίνεται ο χαρακτηρισμός του ως μνημείου (άρθρο 1). Σημαντική είναι η μελέτη των μη υλοποιημένων, γιατί μετατοπίζει τη συζήτηση από το πεδίο της αισθητικής και τη μετατρέπει σε εργαλείο για την κατανόηση της ιστορικής εξέλιξης του οικιστικού ιστού, της κοινωνικής διάρθρωσης και των λειτουργιών της πόλης.

Σύμφωνα με το πρώτο σχέδιο της πόλεως των Αθηνών, η κορυφή του ιστορικού τριγώνου, η σημερινή πλατεία Ομονοίας, αποτελούσε την αρχική θέση των ανακτόρων. Τα ανάκτορα είχαν τοποθετηθεί εκτός της περιοχής των τειχών της οθωμανικής Αθήνας (“Οι επτά πύλες του τείχους του Χασεκή”).

Ο πρώτος κήπος είναι το μεγάλο ορθογώνιο που ορίζεται από τις οδούς Αιόλου, Ευριπίδου, Σωκράτους και τη νοητή συνέχεια της Ζήνωνος.

κήπος 1

Κήπος μπροστά από τα ανάκτορα.

Ο δεύτερος κήπος είναι ένα μεγάλο Π με τις οδούς Χαλκοκονδύλη, Μενάνδρου, Αγίου Κωνσταντίνου, Βερανζέρου και Πατησίων να τον ορίζουν νοητά.

κήπος 2

Κήπος πίσω από τα ανάκτορα. Το “κενό” το καλύπτει η σημερινή πλατεία Λαυρίου.

Ο τρίτος κήπος είναι το κτήμα του Φαναριώτη ηγεμόνα της Μολδοβλαχίας Μιχαήλ Βόδα, ο οποίος «ηγόρασεν ένα πελώριον κτήμα μεταξύ των οδών Αχαρνών και Λιοσίων, από της οδού Σούρμελη μέχρι της οδού Σμύρνης, και έκτισεν εκεί την έπαυλίν του, την οποίαν εγνωρίσαμεν οι μεταγενέστεροι παρά την οδό Αλκιβιάδου, στεγάζουσαν το Άσυλον της Αγ. Αικατερίνης»[1].

κήπος 3

Το κτήμα του Μιχαήλ Βόδα.

Η Λιοσίων, ένας παλιός, αγροτικός δρόμος, διατρέχει και τους τρεις αυτούς κήπους. Η αφετηρία της, κατά την τελευταία περιτείχιση της πόλης από το τείχος του Χασεκή (1775), ήταν η Μενιδιάτικη πόρτα ή Αγίων Αποστόλων, στο ύψος της συμβολής της σημερινής πλατείας Δημαρχείου με την οδό Στρέιτ. Όπως αναφέρει και ο Κ. Μπίρης[2] «… (η Μενιδιάτικη πόρτα) … απετέλει την αφετηρίαν του δρόμου Χασιάς-Θηβών διά της οδού Λιοσίων, με μίαν διακλάδωση παρά την Βάθην προς το Μενίδι και προς το Μπογιάτι, διά της οδού Αχαρνών, και άλλην προς τα Σεπόλια διά της ομωνύμου οδού της σημερινής πόλεως». Με την ολοκλήρωση του σχεδιασμού των ανακτόρων, η Αθήνα αποκτά και βασιλικό κηπουρό, ο οποίος τίθεται στην υπηρεσία του Δήμου, και οι πρώτες δεντροφυτεύσεις των Αθηνών ήταν οι λεωφόροι Πανεπιστημίου, Κηφισίας, Αμαλίας, η παλαιά οδός Φαλήρου, η Πατησίων, η Αχαρνών και η Λιοσίων[3].

κήποι

Οι τρεις κήποι, με την Λιοσίων να τους διασχίζει.

Οι παλιοί δρόμοι παραμένουν, και ενσωματώνονται στον ιστό, κατά τις αλλαγές που πραγματοποιούνται στην πόλη των Αθηνών τον 19ο αιώνα: ο νεοκλασικισμός και η συμμετρία του σχεδίου των Κλεάνθη – Scahubert «αποκαθιστούν» τη μορφή της Τουρκοκρατούμενης Αθήνας, που βλέπουμε στον χάρτη του Coubault (αρχή του 19ου αιώνα, στον χάρτη του Coubault διακρίνονται καθαρά οι καλλιεργημένες εκτάσεις εκτός των τειχών).

Οι μη υλοποιημένοι κήποι και το εκτός του τείχους τοπίο του 19ου αιώνα υπάρχουν πια μόνο στην εισβολή της φύσης μέσα στο αστικό τοπίο, στην ιδιωτικοποίηση των στοών ή στα μπαλκόνια των πολυκατοικιών…

 

«Μπορεί κανείς να δει μια μορφή μέσα από ένα διαφορετικό περίγραμμα κάθε φορά. Να απεικονίσει τη μορφή μέσα από το δικό του πρίσμα και να δει μια καινούργια όψη της, που συμπληρώνει τον χαρακτήρα της.» (Στεφάνου «Περιγραφή της εικόνας της πόλης», σελ. 92)

 

[1] (Μπίρης, Αι Αθήναι, Από του 19ου εις τον 20όν αιώνα, 1966), σελ.22

[2] (Μπίρης, Αι Αθήναι, Από του 19ου εις τον 20όν αιώνα, 1966), σελ. 11

[3] (Μπίρης, Αι Αθήναι. Από τον 19ο εις τον 20ό αιώνα, 1966), σελ. 67

Advertisements

Αθήνα και εκβιομηχάνιση

Ο όρος «εκβιομηχάνιση» δεν σημαίνει απλώς την ύπαρξη ορισμένων βιομηχανιών. Σημαίνει ότι κάτι εκ-βιομηχανίζεται, και αυτό είναι η οικονομία της χώρας. Κατά την διαδικασία της εκβιομηχάνισης, η οργάνωση της παραγωγής τείνει να γίνει βιομηχανική. Δηλαδή, δημιουργείται βαθμιαία ένας πυρήνας εργοστασίων στο κέντρο μιας περιφέρειας παλαιών μικρών βιοτεχνιών οι οποίες προϋπήρχαν και εκσυγχρονίζονται.

Η πορεία της εκβιομηχάνισης της Ελλάδος είναι άμεσα συνδεδεμένη με την πρωτεύουσά της. Το 1833 η Αθήνα γίνεται πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Η αθηναϊκή ανάπτυξη είναι άμεσα συνδεδεμένη με την άνοδο της εθνικής αστικής τάξης. Η χωροθέτηση των βιομηχανικών εγκαταστάσεων στην περιοχή της Αθήνας ακολούθησε τις ήδη υπάρχουσες «διαδρομές» (βλέπε και: “Οι επτά πύλες του τείχους του Χασεκή”) των βιοτεχνικών δραστηριοτήτων που υπήρχαν σε αυτή, ήδη από την εποχή της τουρκοκρατίας (βλέπε και: “Βλέποντας” τις βιοτεχνίες μέσα στα τείχη της δυτικής πλευράς της Αθήνας του 18ου αι.”). Αυτές ήταν χωροθετημένες στην δυτική πλευρά της πόλης. Τα ρυθμιστικά σχέδια που εκπονήθηκαν κατά την διάρκεια του 19ου αι. για την νέα πρωτεύουσα εδραίωσαν μια διαφοροποίηση μεταξύ των ανατολικών και δυτικών συνοικιών, παγιώνοντάς τες σε αναβαθμισμένες και υποβαθμισμένες.
Η τάση αυτή ενισχύθηκε από την ύπαρξη αλλά και από την ενίσχυση οδικών αξόνων καθώς και από την ενίσχυση της συνύπαρξης περιοχών κατοικίας και περιοχών εργασίας. Η συγκέντρωση πληθυσμού στον αστικό χώρο, τόσο από την ύπαιθρο, κατά τις διαδοχικές αυξήσεις του ελλαδικού εδάφους, όσο κυρίως από την μεγάλη είσοδο πληθυσμού που επέφερε η μικρασιατική καταστροφή, γιγάντωσαν την πόλη έως τον ΒΠΠ. Κατά την μεταπολεμική περίοδο, το κύμα φυγής από την ύπαιθρο ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο, μέσω των διωγμών των ηττημένων αριστερών, διογκώνοντας την μορφή της πόλης. Η μετακίνηση συνοδεύεται από μια βιομηχανική συγκέντρωση σε αποκεντρωμένες περιοχές, όπως οι Εθνικοί Οδοί και το Θριάσιο Πεδίο, με αποτέλεσμα οι περιοχές όπως ο Ελαιώνας και η Πειραιώς να συγκεντρώνουν πια τη μικρομεσαία βιομηχανία και μεταποίηση. Η εξέλιξη της μεταπολεμικής Αθήνας στηρίχθηκε, κυρίως, σε ένα συγκεντρωτικό μοντέλο ανάπτυξης, υποβοηθούμενο από όλες εκείνες τις παραμέτρους που δημιούργησαν το φαινόμενο της έντονης αστυφιλίας. Η ανάπτυξη αυτή υπονόμευσε την ορθή διαχείριση του αστικού χώρου. Κάτω από την ολιγωρία ή την ανοχή της Πολιτείας, η πόλη αναπτύχθηκε με ραγδαίους και κατά –το πλείστον– ανεξέλεγκτους ρυθμούς, χωρίς ορθολογική κατανομή και οργάνωση των χρήσεων γης. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό και με την πολιτική γης που ασκήθηκε, οδήγησε αφ’ ενός σε ένταση της δόμησης του κυρίως αστικού χώρου και αφ’ ετέρου στην οικιστική εξάπλωση πέραν των ορίων της «νόμιμης πόλης». Παράλληλα, ελαχιστοποιήθηκε η δυνατότητα έγκαιρης επέμβασης για διασφάλιση γης, απαραίτητης τόσο υπό μορφή ελεύθερων χώρων αναψυχής και πρασίνου, όσο και για την κάλυψη αναγκών κοινωνικού εξοπλισμού και μεταφορικής υποδομής.
Όπως αναφέρει και η Κ. Δεμίρη (1) κύριο λόγο στη χωροθέτηση των βιομηχανιών παίζει το είδος της κινητήριας δύναμης της παραγωγικής διαδικασίας. Στην πρώτη περίοδο (από την απελευθέρωση και την δημιουργία του νέου ελληνικού κράτους έως το 1920) η κινητήριος δύναμη είναι το νερό και μετέπειτα ο ατμός, με άμεση συνέπεια η χωροθέτηση των βιομηχανικών δραστηριοτήτων να γίνεται κοντά σε περιοχές με νερό.
Έως το 1870(2), ο όρος βιομηχανία χρησιμοποιούνταν για να δηλώσει κάθε είδους παραγωγική δραστηριότητα, από την χειροτεχνία και την βιοτεχνία μαζί, ή κάθε επιχειρηματική ή εργασιακή προσπάθεια στην βιοτεχνία, το εμπόριο, τις τράπεζες, την δημόσια διοίκηση. Δεν έχει ενσωματώσει δηλαδή ακόμη τις έννοιες της κεφαλαιακής επένδυσης, της τεχνολογίας και της μισθωτής εργασίας.
Η εκβιομηχάνιση στην Ελλάδα του 19ου αιώνα ακολούθησε απευθείας το πρότυπο της γαλλικής εξέλιξης. Το γαλλικό βιομηχανικό πρότυπο βασίστηκε στην ίδρυση μιας τράπεζας βιομηχανικής πίστεως, της Crédit Mobilier. Κύριος σκοπός της γαλλικής τράπεζας, ήταν να χρηματοδοτεί βιομηχανίες, να διοργανώνει ή να εγγυάται την δημόσια εγγραφή στο μετοχικό κεφάλαιο νέων βιομηχανιών και να συμμετέχει η ίδια στο κεφάλαιό τους. Το 1872 ιδρύεται η Γενική Πιστωτική Τράπεζα, ως πρώτη σημαντική επένδυση ομογενών κεφαλαιούχων στην Ελλάδα (Βαλτατζής και Συγγρός), με κύριο στόχο να αποσπάσουν από την Εθνική Τράπεζα μερίδιο της χρηματοπιστωτικής αγοράς, συμπεριλαμβανομένου του εκδοτικού δικαιώματος. Δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια πώς η Τράπεζα θα στηρίξει την ελληνική βιομηχανία. Στην πράξη διαπιστώθηκε ότι ούτε η βιομηχανία ούτε η γεωργία θα απασχολήσουν τους ομογενείς ιδρυτές. Το μεγαλύτερο μέρος των κεφαλαίων τοποθετείται σε χρεόγραφα, ενώ άλλο θα αφιερωθεί σε δωρεές και ευεργεσίες. Μεγάλο επίσης μέρος πηγαίνει για να καλύψει την αγορά ιδιοκτησιών (γης και κατοικίας), σε δανεισμό, αλλά και για την επανοτροφοδότηση οικείων δραστηριοτήτων σε χώρες του εξωτερικού.
Καθίσταται πλέον σαφές ότι η λεγόμενη εκβιομηχάνιση και κατά συνέπεια η εγκατάσταση βιομηχανικών δραστηριοτήτων στο νέο ελλαδικό κράτος δεν ήταν αποτέλεσμα μιας συγκεκριμένης πολιτικής βούλησης με γνώμονα μια πρώιμη αναπτυξιακή πορεία, αλλά αποτέλεσμα της πρόθεσης πλουτισμού μιας ήδη οικονομικά εύρωστης τάξης.

1. Δεμίρη Κωνσταντίνα: «Η εξέλιξη της αρχιτεκτονικής των βιομηχανικών κτιρίων στην Ελλάδα από τα τέλη του 19ου αιώνα ως σήμερα», Αρχιτεκτονικά Θέματα, τ. 25/1991
2. Ο πολλαπλασιασμός της παραγωγής σταφίδας στα 1830-1870 σε συνδυασμό με την φυλλοξήρα στα γαλλικά αμπέλια εκτοξεύει στα ύψη την τιμή του ελληνικού καρπού. Την ίδια εποχή αναπτύσσεται και η εξορυκτική δραστηριότητα στο Λαύριο. Και οι δύο αυτές περιπτώσεις δημιουργούν τις απαραίτητες οικονομικές αλλαγές για την εισαγωγή της έννοιας της εκβιομηχάνισης της χώρας.

 

Τα Σεπόλια

Πολύ κοντά στο κέντρο, αλλά «έξω από την πόλη», όπως σημαίνει και το όνομά τους, βρίσκονται τα Σεπόλια. Η περιοχή αποτελούσε τμήμα του μεγάλου Ελαιώνα και η σύνδεση με την Αθήνα γινόταν μέσω δύο αγροτικών δρόμων, που ξεκινούσαν από το οθωμανικό τείχος του Χασεκή:
Ο ένας ξεκινούσε από τη Γυφτόπορτα ή πόρτα του Μοριά (σημερινή πλατεία Αγίων Αποστόλων), και μέσω της σημερινής πλατείας Μεταξουργείου, όπου υπήρχε και η γέφυρα του Κυκλοβόρου, κατέληγε στα Σεπόλια–Κολοκυνθού.
Ο άλλος δρόμος ξεκινούσε από τη βόρεια πύλη, τη Μενιδόπορτα ή Αγίων Αποστόλων (στο ύψος της πλατείας Κοτζιά), και ταυτίζεται στο μεγαλύτερο μέρος του με τη Λιοσίων και στη διακλάδωσή της, στο ύψος της πλατείας Αττικής, με τη Σεπολίων, η οποία μετονομάζεται, στο τμήμα της από τον Άγιο Μελέτιο και έπειτα, σε Δυρραχίου.

Δυρραχείου07

Χάρτης Kaupert (1875) με σημειωμένους τους αγροτικούς δρόμους, την πόλη, με κόκκινο οι αρχαίοι δρόμοι, με πορτοκαλί το οικιστικό δίκτυο, οι λαχανόκηποι, τα χωράφια, ενώ πάνω αριστερά ο χώρος της Ευχλόου Δήμητρας. Στο κάτω μέρος σημειώνεται το τείχος του Χασεκή, και η Μενιδόπορτα (Αχαρνικές Πύλες) από την οποία ξεκινούσαν οι αγροτικοί δρόμοι προς τις Αχαρνές και τα Σεπόλια

Ο γειτονικός Κηφισός ποταμός με τα πολλά ρέματα και τα μικρά ποταμάκια ευνοεί την αγροτική καλλιέργεια, και για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα η περιοχή ήταν σημαντικός χώρος καλλιεργειών της αγροτικής παραγωγής της πρωτεύουσας. Η περιοχή είναι γεμάτη με νερόμυλους και κτήματα, γνωστή κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας και τα πρώτα χρόνια μετά την Ελληνική Επανάσταση ως «Μύλοι των Αθηνών», γιατί εκεί άλεθαν το σιτάρι οι Αθηναίοι.
Μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα το τοπίο είναι ειδυλλιακό, και η Δυρραχίου είναι ο κεντρικός δρόμος που οδηγούσε στο ποτάμι στο οποίο έρχονταν οι Αθηναίοι της μεσαίας τάξης για περίπατο, ενώ στη γέφυρα Ροσινιόλ, συνάντηση της Δυρραχίου με τον Κηφισό, υπήρχαν, εκτός από το γνωστό κέντρο διασκέδασης, και θερινοί κινηματογράφοι. Η περιοχή αποτελεί χώρο κατοικίας καλλιεργητών, χώρο περιπάτου των Αθηναίων της μεσαίας τάξης, ενώ ο γειτονικός λόφος Κολωνού και η Ακαδημία Πλάτωνος αποτελούν εκτός από χώρους περιπάτου και αναψυχής, και σημαντικούς αρχαιολογικούς χώρους.
Το έτος 1884 εγκαινιάζεται η σιδηροδρομική σύνδεση με την Πελοπόννησο. Η αφετηρία τοποθετείται στην περιοχή του Κολωνού λίγο πιο κάτω από τη γέφυρα του Κυκλοβόρου, με ένα εξαιρετικό κτίριο σχεδιασμένο από τον Τσίλερ. Ένα χρόνο αργότερα, το 1885, ξεκινά η σύνδεση της Αθήνας με την Κηφισιά και το Λαύριο, με το γνωστό «Θηρίο». Η αφετηρία του σταθμού, τοποθετείται εκτός πόλης, στη θέση της σημερινής πλατείας Αττικής.
Το 1893 γίνεται η πρώτη ένταξη της περιοχής στο σχέδιο πόλεως και αφορά την περιοχή του λόφου Σκουζέ, που ταυτίζεται με τον αρχαίο λόφο της Ευχλόου Δήμητρας, και οφείλει το όνομά της στον αθηναίο πρόκριτο Παναγή Σκουζέ. Γειτνιάζει με την πλατεία Αγίου Μελετίου, που ανέκαθεν αποτελούσε εμπορικό και κοινωνικό κέντρο. Στην πλατεία, μέχρι το ξήλωμά του εν μια νυκτί το 1955, ήταν και η αφετηρία του τραμ “το 8”. Ο ομώνυμος ναός χτίστηκε στο τέλος του 19ου αιώνα, και το δάπεδό του είναι στρωμένο με χρωματιστά πλακίδια τύπου Τσίλερ.

Λίγα χρόνια αργότερα, το 1900, η αφετηρία της σιδηροδρομικής σύνδεσης με τη βόρεια Ελλάδα, ο σταθμός Λαρίσης, τοποθετείται στον απέναντι χώρο από τον σταθμό Πελοποννήσου.
Η περιοχή διατηρεί έναν εξοχικό και αγροτικό χαρακτήρα μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του ’60. Στην ταινία του Αλέκου Σακελλάριου «Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες» (1960), στη σκηνή που διαδραματίζεται στον σταθμό Λαρίσης και συναντιούνται για πρώτη φορά οι πρωταγωνιστές της ταινίας, μιλάνε μεταξύ τους και φοβούνται ότι «ξαφνικά θα μπει αρματωμένος από την πόρτα». Το πλάνο αλλάζει, μπαίνει μέσα ο Ζανίνο, αρματωμένος με δυο σειρές φυσέκια, και οι ήρωες τρομάζουν και δεν ηρεμούν παρά μόνο όταν ο καφετζής τους διαβεβαιώσει ότι ο αρματωμένος είναι «ο Στυλιανίδης που έχει τα κτήματα και τα βουστάσια, εδώ στα Σεπόλια».

Δυρραχείου01

“Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες” (Σακελάριος, 1960) Η σκηνή στον σταθμό Λαρίσης

Εκτός από τα βουστάσια στην περιοχή υπάρχουν και άλλες βιομηχανικές εγκαταστάσεις, όπως οι Μύλοι ήδη από τον 19ο αιώνα, ενώ στη συνέχεια εγκαθίστανται τα εργοστάσια Κοροπούλη (1893), Βότρυς (1906), Άτλας (1920) ενώ λίγο πιο κάτω, στη Λένορμαν, το Καπνεργοστάσιο (1927), το οποίο σήμερα αποτελεί παράρτημα της βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων. Μέχρι και το 1963, η περιοχή είναι καθαρά τμήμα του Ελαιώνα. Η αλλαγή θα γίνει αργότερα…

Δυρραχείου04

1963, Σεπόλια, τμήμα του Ελαιώνα

Από το Μαρούσι στο CanMasDeu και τον Επίκουρο

Ψάχνοντας, πριν από μερικές μέρες, να βρω τον δεύτερο δημοτικό κήπο Αμαρουσίου, που βρίσκεται στο κτήμα Καρέλλα (και σε άμεση επαφή με το κτήμα Συγγρού), πέρασα απέξω από μια μονοκατοικία μ’ έναν πολύ εκτεταμένο κήπο να την περιτριγυρίζει. Εντυπωσιάστηκα από τις καλλιέργειες που είχαν απλώσει οι ιδιοκτήτες σε κάθε γωνιά του· σαν να σε προσκαλούσε ν’ απλώσεις χέρι να πάρεις, περίπου. Στην Άνδρο παλιά έλεγαν «Κτήμα όσο μπορείς και σπίτι όσο χωρείς». Αλλάξαν όμως οι καιροί, ε; Σε κάποια στιγμή δε, πέρασε από το μυαλό μου ότι μπορεί να ήταν και αυτός ο χώρος που είχε παραχωρηθεί από τον Δήμο στους κατοίκους για καλλιέργειες, και γι’ αυτό είχαν κρύψει με μεταλλικά πετάσματα, στερεωμένα καλά στα κάγκελα, τη θέα προς τον κήπο. Αλλά τελικά ο χώρος που είχε παραχωρηθεί για να καλλιεργηθεί από δημοτές του Αμαρουσίου που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες ήταν λίγο πιο κάτω. Δυστυχώς παρατημένος και σε κατάσταση αναμονής, με τις πλαστικές ριγέ κόκκινες κορδέλες να ανεμίζουν σαν ουρές χαρταετών δεμένες πάνω στα μεταλλικά ραβδιά που οριοθετούσαν τις μικρότερες κατατμήσεις της γης. Ελπίζω πάντως, να ξεπεραστούν τα προβλήματα και να προχωρήσει κι αυτός, γιατί σε σχέση με τον πρώτο δημοτικό κήπο Αμαρουσίου βρίσκεται πραγματικά σε περισσότερο προνομιακή θέση.

1ος Δημοτικός Κήπος Αμαρουσίου

Μετά, ολόκληρη περιπέτεια για να βρω τον αυτοδιαχειριζόμενο Αγρό του Πάρκου Τρίτση. Ένας που ρώτησα μου ‘πε: «Ε, αγρός λέγεται άρα μες τους αγρούς θα είναι, τράβα αυτό το δρομάκι και θα τον βρεις». Και αφού περιπλανήθηκα για κάμποση ώρα στα μονοπατάκια ανάμεσα στις φυστικιές, τις ροδιές και τις ελιές βρήκα το φούρνο, το περιβόλι και το κοντέινερ-κονάκι. Δυστυχώς ήταν κλειστός, αλλά τουλάχιστον τώρα ξέρω πού θα τον βρω όταν ξαναπάω.

Θα πει κανείς, μα όλα αυτά είναι ψήγματα αστικών καλλιεργειών μέσα στη δική μας απέραντη τσιμεντούπολη. Ψύλλοι στ’ άχυρα. Αλλά κοίτα που το μικρό κάνει τη διαφορά. Είδατε τελευταίως το πάρκο Ναυαρίνου με τον μικρό του εκπαιδευτικό κήπο στην καρδιά του; Είδατε τι ζωή έχει τραβήξει στα πέριξ του; (Και λέω στα πέριξ γιατί υπάρχουν και αυτοί που διστάζουν ακόμα και να διασχίσουν τη μεγάλη διαγώνιό του που ενώνει ωραία τις δύο άκρες του, και έτσι να περάσουν μπροστά από τον λαχανόκηπό του.) Μεγάλη διαφορά. Κάποιοι λένε μάλιστα, ότι έχουν ανέβει και οι αξίες γης τριγύρω. Μεγάλη διαφορά.

image3_1_05_2013

Από μια γιορτή του Πάρκου Ναυαρίνου δυο Μάηδες πίσω

Είτε πάντως αυτοδιαχειριζόμενα, είτε δημοτικά οργανωμένα, είτε στους κήπους των νοσοκομείων ή των σχολείων, τα μικρά αυτά κτήματα αστικών καλλιεργειών, εκτός από τα τρόφιμα που παράγουν και τον εκπαιδευτικό τους ρόλο, διαμορφώνουν νέα τοπία στην πόλη μας. Και μπορεί να έκαναν την εμφάνισή τους με την κρίση και να μην έχουν τα 13 χρόνια που έχει πίσω του το CanMasDeu στα περίχωρα της Βαρκελώνης, με συνελεύσεις 150 ατόμων και μεγάλη απήχηση στην ευρύτερη γειτονιά, με μεγάλης κλίμακας παραγωγή και με φόντο ένα υπέροχο παλιό εγκαταλελειμένο λεπροκομείο, αλλά σηματοδοτούν μια στροφή.

Sentados_a_la_mesa_en_Can_Masdeu

Γεύμα στο CanMasDeu: Αυτοδιαχειριζόμενος αγρός στα περίχωρα της Βαρκελώνης.

Στην ίδια όμως περίπου στροφή ιδρύθηκε κάποτε και ο Κήπος του Επίκουρου.

Ο κήπος του Επίκουρου θα μπορούσε να θεωρηθεί ένα από τα πρώτα δείγματα αστικής καλλιέργειας στον ελλαδικό χώρο και γενικότερα. Επρόκειτο για έναν κήπο που βρισκόταν ανάμεσα στο Δίπυλο του Κεραμεικού και την Ακαδημία του Πλάτωνα, στα περίχωρα της τότε Αθήνας και εκτός των βόρειων τειχών της. Σήμερα είναι αυτός ο χώρος που περικλείεται από την οδό Πειραιώς, την Ιερά Οδό, τη Λ. Κωνσταντινουπόλεως και τη Λ. Αθηνών. Στη δε οδό Κεραμεικού έχει βρεθεί το δάπεδο μιας κατοικίας που θεωρείται ότι ανήκε στην ομώνυμη σχολή του.

Ο Επίκουρος γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Σάμο καθώς ο πατέρας του ήταν Αθηναίος άποικος που είχε πάει στο νησί. Ωστόσο, το δεύτερο μισό του 4ου αιώνα, και μετά από πολλές περιπέτειες, κατέληξε στην Αθήνα όπου και αγόρασε έναν κήπο με σκοπό να ιδρύσει τη φιλοσοφική του σχολή.

Τον 4ο αιώνα π.Χ. όμως, η πόλη των Αθηνών βρίσκεται αντιμέτωπη με μια βαθιά οικονομική και πολιτική κρίση. Συγκεκριμένα ο καθηγητής κλασικής αρχαιολογίας Μ. Τιβέριος γράφει: «Γνωστή, π.χ., είναι η οικονομική κρίση που έπληξε τους Αθηναίους για μεγάλο μέρος του 4ου αι. π.Χ. Οι αρχές της ανάγονται στο τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου (403 π.Χ.), που βρήκε την Αθήνα ηττημένη και εξαθλιωμένη. Αξίζει να επισημανθεί ότι κάποια γνωρίσματα της κρίσης αυτής είναι πολύ οικεία και στις μέρες μας. Και τότε οι πλούσιοι έγιναν λιγότεροι και πλουσιότεροι και οι φτωχοί περισσότεροι και φτωχότεροι. Και τότε ο πληθυσμός, κατά ένα μεγάλο μέρος, είχε εγκαταλείψει την ύπαιθρο και είχε αναζητήσει τα μέσα επιβίωσής του στην πόλη».

Μέσα σ’ αυτό λοιπόν το ιστορικό πλαίσιο, ιδρύεται ο Κήπος του Επίκουρου. Τι ήταν όμως ο κήπος αυτός; Ουσιαστικά, ήταν ο τόπος μιας μικρής κοινωνίας, όπου οι επικούρειοι ή «οι από κήπου» είχαν διαμορφώσει εκείνους τους όρους που επέτρεπαν ν’ αναπτυχθούν βαθιές σχέσεις φιλίας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ τους. Στον κήπο εκείνο δεν υπήρχαν διαχωρισμοί μεταξύ γυναικών και ανδρών, δούλων και αθηναίων πολιτών. Μια ατμόσφαιρα φιλίας, ψυχαγωγίας και τέρψης ή, με σημερινούς όρους, μια ατμόσφαιρα αλληλεγγύης και αναψυχής, μαζί με τη δυνατότητα πρόσβασης σε καλή διατροφή, δημιουργούσε στενούς δεσμούς μεταξύ των μελών του Κήπου για πολλά χρόνια, ακόμα και μετά τον θάνατο του Επίκουρου.

Όπως συνέβαινε τότε, έτσι και στις μέρες μας, οι άνθρωποι διαμορφώνουν μια μικρή κοινωνία γύρω από τους αστικούς αγρούς, για λόγους αυτοσυντήρησης, αλλά και για να συζητήσουν για την κρίση της πόλης και να αναζητήσουν από κοινού λύσεις, έτσι ώστε το «τοπίο» ν’ αλλάξει επί της ουσίας.

P1040511

 

 

%d bloggers like this: