Archive | Επικαιρότητα RSS for this section

Απεργίες Ενοικιαστών στη Βαρκελώνη του Μεσοπολέμου

Έχετε δει την ιταλική σπονδυλωτή κωμωδία «Χθες, σήμερα, αύριο» (Ieri, oggi, domani) του Vittorio de Sica, με τη Sophia Loren και τον Marcello Mastroianni; Αν όχι, τη συστήνω ανεπιφύλακτα για διάφορους λόγους. Ένας βασικός λόγος είναι και το σενάριο του πρώτου μέρους και ειδικά οι πρώτες σκηνές. Η όμορφη Αντελίνα, σε μια φτωχογειτονιά του ιταλικού Νότου –ίσως της Νάπολης– διώκεται λόγω της  αδυναμίας της να πληρώσει τις δόσεις για την επίπλωση που αγόρασε για το σπίτι της. Στις πρώτες σκηνές, βλέπουμε εικόνες από τις εργατικές συνοικίες της πόλης και πλήθος κατοίκων να μαζεύεται γύρω από την πόρτα της Αντελίνας, καθώς έχει μόλις καταφτάσει ο δικαστικός επιμελητής για να επιδώσει το εξώδικο στον άντρα της, μιας και η ίδια η Αντελίνα –κατά τ’ άλλα μικροπωλήτρια λαθραίων τσιγάρων– τεχνιέντως απουσιάζει για να μην την τσακώσουν. Μπαίνοντας στο σπίτι, η κάμερα κάνει το γύρο του δωματίου και μας μεταφέρει σ’ έναν άλλον κόσμο, σ’ αυτόν της εργατικής κατοικίας, όπου η αθλιότητα και ο συνωστισμός ήταν (και εξακολουθούν να είναι) βασικά χαρακτηριστικά. Λίγο αργότερα, με το που φεύγει ο κλητήρας, βλέπουμε να ξεπηδούν από διάφορες μεριές, γειτόνοι και φίλοι που κουβαλούν πίσω τα έπιπλα που πριν είχαν απομακρύνει για να μην τους τα κατάσχουν. Ένας ολόκληρος μηχανισμός αυτόματων κοινωνικών αντανακλαστικών, που συγκρίνοντάς τον με τους αντίστοιχους σημερινούς δικούς μας, μοιάζει πλέον να έχει χάσει κάτι από την παλιά του λάμψη.

tumblr_nlgztcfmwz1rfd7lko1_5002013-10-15-ieri-oggi-domani-selling-cigarettes-jpgvlcsnap-2012-03-22-10h46m54s197

Από την άλλη, τα πράγματα δεν είναι τόσο κωμικά. Εκτός κι αν θεωρήσουμε την κωμωδία ως ένα ζεστό σκέπασμα έτσι ώστε η ατελείωτη τραγωδία της επισφάλειας στην κατοικία να μπορεί να αυτοσαρκάζεται στην εποχή της πρώτης φοράς αριστερά.

Διαβάζοντας το πρόσφατο αυτό άρθρο του Θάνου Καμήλαλη, και σε συνδυασμό με κάποια καλοκαιρινά διαβάσματα για την εργατική τάξη της Βαρκελώνης του μεσοπολέμου αλλά και τα νέα για τις απεργίες των φοιτητών ενοικιαστών στην Αγγλία ήταν πολύ δύσκολο να μην μπω στον πειρασμό να κάνω κάποιους συσχετισμούς. Θα πει κανείς, και καλώς ίσως: άλλο τότε, άλλο τώρα. Αν και η ανάγκη για ασφαλή στέγη ήταν, όπως και να το κάνουμε, πάντα βασική. Κι αν σήμερα απειλείται με διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι χθες, το σίγουρo είναι ότι μας ενδιαφέρει να μην ξεχνάμε.

Έτσι λοιπόν, λίγα χρόνια πριν ξεκινήσει ο εμφύλιος της Ισπανίας και με την προκήρυξη της Β’ Ισπανικής Δημοκρατίας το 1931, οι ελπίδες για μια δικαιότερη κοινωνία, με σειρά μέτρων που θα άμβλυναν τις διαφορές μεταξύ των χαμηλότερων εργατικών στρωμάτων από τη μία και των μεσαίων και ανώτερων από την άλλη, πολύ σύντομα διαλύθηκαν. Και παρά την έμμεση υποστήριξη της CNT [1] για την εκλογική νίκη της ERC [2], η επίθεση στην εργατική τάξη, στο περισσότερο δηλαδή ευάλωτο κομμάτι της κοινωνίας, συνεχίστηκε κλιμακούμενη σε όλα τα επίπεδα και με κάθε τρόπο.

LIBROS IMAGENES DEL LIBRO "COPS DE GENT " 1934 REPUBLICA 1931

Ένα από τα κεντρικά κοινωνικά προβλήματα των ταραγμένων εκείνων χρόνων, που ήταν μέρος και αυτό των υποσχέσεων της ERC προς αντιμετώπιση, ήταν η ανεργία. Ωστόσο, μέτρα για την ανακούφιση των ανέργων, όπως το 6ωρο εργασίας, το επίδομα ανεργίας,  αλλά και τα μέτρα για την αναθέρμανση της οικονομίας και τη βελτίωση των οικονομικών της κυβέρνησης της Generalitat –που ήταν πνιγμένη στα χρέη– ποτέ δεν πάρθηκαν. Το αποτέλεσμα ήταν η άνοδος της ανεργίας μαζί με την έλλειψη πολιτικής βούλησης για την καταπράυνσή της και σε συνδυασμό με τα αυξανόμενα ενοίκια να οδηγήσουν στη δημιουργία ενός από τα μεγαλύτερα αστικά κινήματα εκείνων των χρόνων.

Το κίνημα της απεργίας των ενοικιαστών ξέσπασε τον Ιούνιο του 1931, με τη δημιουργία της CDE [3] και κράτησε μέχρι και το Δεκέμβρη του ίδιου χρόνου. Ήδη όμως, απ’ τον Απρίλιο του 1930, είχαν ξεκινήσει μαζικές εξώσεις στα τέσσερα συγκροτήματα των Οικονομικών Κατοικιών (Casas Baratas), στις περιφέρειες της πόλης, καθώς πάνω από 300 οικογένειες είχαν μείνει μερικούς μήνες πίσω στις πληρωμές των ενοικίων τους. Έτσι, οι μαζικές κινητοποιήσεις που φούντωσαν στην εργατική συνοικία της Barceloneta, υπό τον συντονισμό της CDE και σε συνεργασία με τις επιτροπές των γειτονιών των Oικονομικών Kατοικιών, είχαν ήδη πίσω τους αρκετούς μήνες προετοιμασίας, ενώ η πλειονότητα των κατοίκων στα εν λόγω συγκροτήματα είχαν παραπάνω από 4 μήνες απλήρωτα ενοίκια. Το κάλεσμα της CDE, την πρωτομαγιά του 1931, όπου θα γινόταν και ευρύτερα γνωστό το περιεχόμενο των διεκδικήσεών τους, κατέληξε σε βίαιη συγκέντρωση με κεντρικό της σύνθημα «Πρώτη Μαϊου κατά της ανεργίας, της ανόδου των τιμών, και για την μείωση των ενοικίων». [4] Κεντρικά αιτήματα μεταξύ άλλων: ο υπολογισμός της εγγύησης ως κανονικό ενοίκιο, η πτώση όλων των μισθωμάτων ως και 40% και η κατάργηση των ενοικίων για τους ανέργους.

bon-pastor-casas-baratas

Η απήχηση ήταν εξαιρετικά μεγάλη και υπολογίζεται ότι γύρω στα τέλη Ιούλη με αρχές Αυγούστου γύρω στους 90.000 απεργούς είχαν σταματήσει να πληρώνουν τα ενοίκιά τους. Και ήταν λογικό να έχει τόσο υψηλή συμμετοχή ο αγώνας καθώς οι καρποί μιας τέτοιας μάχης ήταν ορατοί μιας και από τη μη πληρωμή των ενοικίων, το κάθε νοικοκυριό μπορούσε να ανακουφιστεί άμεσα χωρίς να υφίσταται τις δυσμενείς συνθήκες των συνηθισμένων απεργιών. Έτσι, με την απεργία των ενοικιαστών ένα πολύ μεγάλο μέρος των εργατών –ειδικά των ανέργων– ενώθηκε κάτω από το αίτημα για δικαίωμα στην ασφαλή στέγη.

Όπως αναφέρει ο Ealham στο βιβλίο του “Class, Culture and Conflict in Barcelona”, για πάρα πολλούς εργάτες η απεργία των ενοικιαστών αποτέλεσε επίσης «μια πραγματική εμπειρία συλλογικών αποφάσεων και λαϊκής δημοκρατίας. Οι απεργοί συζητούσαν τα προβλήματα της γειτονιάς σε λαϊκές συνελεύσεις, και τα συγκεκριμένα παράπονα ενοικιαστών εντάσσονταν στον συνολικό αγώνα για τη μείωση των ενοικίων. Μερικοί ενοικιαστές ζητούσαν βελτίωση της ποιότητας των κατοικιών τους και οι άνεργοι ζητούσαν δωρεάν μέσα μαζικής μεταφοράς για τη διευκόλυνση εύρεσης εργασίας, ενώ στις Oικονομικές Kατοικίες (Casas Baratas), ενός από τα πιο γερά οχυρά του αγώνα, η εκστρατεία για τα ενοίκια συνδυαζόταν με μακρόχρονα αιτήματα για σχολικές υποδομές, υποδομές υγείας, φωτισμό των δρόμων και σύνδεση των μεταφορικών μέσων με το κέντρο της πόλης…» [5] Έτσι, σιγά σιγά οι δεύτερες περιφέρειες της Βαρκελώνης καθώς και οι γύρω όμοροι, φτωχότεροι δήμοι –Torrasa και Santa Coloma de Gramenet– μετατράπηκαν σε τόπους που η μη πληρωμή των ενοικίων απέκτησε ενδημικό χαρακτήρα μέχρι και την έναρξη του εμφυλίου λίγα χρόνια αργότερα.

casas-baratas

Ο αγώνας αυτός, όντας επίσης εξωσυνδικαλιστικός, βάθυνε το αίσθημα της αλληλεγγύης και της κοινότητας στις εργατικές συνοικίες της Βαρκελώνης, και αφορούσε το σύνολο των φτωχότερων τάξεων. Όταν στους απεργούς κοβόταν το ρεύμα, συμπαθούντες εργάτες το επανασύνδεαν. Όταν γίνονταν εξώσεις, ακτιβιστές από την CDE  και άλλοι απεργοί βοηθούσαν στην επιστροφή των επίπλων στο σπίτι (όταν δεν τα είχε πετάξει η αστυνομία –Guardia Civil– από τα παράθυρα για να σπάσουν και έτσι να μην μπορούν να τα επιστρέψουν), και όταν αυτό δεν μπορούσε να γίνει, τους φιλοξενούσαν στα δικά τους σπίτια. Ο κόσμος στις γειτονιές επιτίθεντο επίσης στους δικαστικούς επιμελητές όταν εμφανίζονταν για κάποια έξωση, ενώ αρκετές ήταν και οι περιπτώσεις που οι ίδιοι οι δικαστικοί επιμελητές αρνούνταν να εμφανιστούν από φόβο για αντίποινα. Αντίστοιχο εκφοβισμό ασκούσε ο κόσμος και στους ιδιοκτήτες των ακινήτων, διοργανώνοντας καθιστικές πορείες έξω από τα σπίτια τους, απαιτώντας την επανακατοίκηση των σπιτιών από τους ενοικιαστές που είχαν υποστεί έξωση. Και όποτε σημειωνόταν κάποια επιτυχία, αυτή ταξίδευε με ταχύτητα φωτός από γειτονιά σε γειτονιά, γεγονός που βοηθούσε στην αναζωπύρωση του κινήματος.

Μια ακόμα ιδιαίτερη πτυχή του κινήματος ήταν και η έντονη γυναικεία συμμετοχή. Η κατοικία έπαιζε για την πλειονότητα των γυναικών κεντρικό ρόλο στη ζωή τους. Οι γυναίκες έχοντας τον πρώτο λόγο για ζητήματα του σπιτιού όπως τα οικονομικά και τη συντήρησή του ξεχύθηκαν στους δρόμους, πλάι στους ανέργους και τους εργάτες για να διεκδικήσουν αξιοπρεπείς όρους διαβίωσης και ουσιαστικά την εξασφάλιση της αναπαραγωγής της ίδιας τους της τάξης. Το σπίτι άλλωστε για τις γυναίκες εκείνης της εποχής –που έχουν αρχίσει σταδιακά να βγαίνουν στον επαγγελματικό στίβο– όριζε, σε αρκετές περιπτώσεις, και την επικράτεια της χειραφέτησής τους. Έτσι και η δυναμική Αντελίνα της ταινίας του Vittorio de Sica δεν γίνεται τυχαία πρωταγωνίστρια της ιστορίας αυτής. Είναι αυτή που αγωνίζεται και φέρει τη λύση, είναι ο ρόλος της καταλύτης σε μια κοινωνία που φτάνει να απειλεί ένα τόσο βασικό αγαθό όπως η στεγαστική ασφάλεια.

image

 

[1] CNT: Confederación Nacional del Trabajo (Εθνική Συνομοσπονδία Εργαζομένων)

[2] ERC: Esquerra Republicana de Catalunya (Δημοκρατική Αριστερά της Καταλoνίας)

[3] CDE: Comision de Defenca Economica del Ramo del Construccion (Επιτροπή Οικονομικής Υπεράσπισης του κατασκευαστικού κλάδου)

[4] “Primero de Mayo contra el paro, la subida de precios y por la rebaja de alquileres”

[5] For many workers, the rent strike provided a real experience of community decision making and popular democracy. Strikers discussed neighbourhood problems in popular assemblies, and the specific grievances of tenants in different barris were incorporated within the overall struggle for a reduction in rents. (Ealham, C. (2005). Class, culture and conflict in Barcelona 1898-1937 . Oxon, New York: Routledge. σ. 101)

Βιβλιογραφία

O José Luis Oyón είναι αρχιτέκτονας καθηγητής της ιστορίας της πολεοδομίας στο ETSAB και χαλκέντερος ερευνητής της εργατικής τάξης του μεσοπολέμου της πόλης της Βαρκελώνης και όχι μόνο. Μεγάλο μέρος των παραπάνω στοιχείων προέρχεται από το βιβλίο του: Oyón, J. L. (2008). La quiebra de la ciudad popular: espacio urbano, inmigracion y anarquismo en la Barcelona de entreguerras, 1914-1936. Ediciones Del Serbal

 

οι φωτογραφίες είναι συνδεδεμένες με τις πηγές τους.

 

 

Save

Save

Save

Save

Advertisements

Τέχνη στο Δημόσιο Χώρο. Έρχεται το τέλος;

Φεγγαράκι Νέας ΠαραλίαςΕντός ωρών η είδηση διαδόθηκε:

«Άγνωστοι βανδάλισαν το φεγγαράκι της παραλίας.»

Την επόμενη μέρα, περπατώντας στη Νέα παραλία της Θεσσαλονίκης, πέρασα από την αποβάθρα, το άκρο της οποίας στόλιζε το μεταλλικό φεγγάρι-άγαλμα… και τίποτα. Δεν υπήρχε τίποτα.

Που είναι το φεγγάρι;

Μέρες αργότερα παρέστην στη ρυμούλκηση του φεγγαριού από τον βυθό του Θερμαϊκού. Δύτες της Ελληνικής Ομάδας Διάσωσης βούτηξαν στα νερά, εντόπισαν το βυθισμένο φεγγάρι και με τη βοήθεια ιμάντων και γερανού ανέσυραν το «φεγγαράκι στην ακτή» – όπως είναι και ο τίτλος του γλυπτού. Στη συνέχεια το γλυπτό μεταφέρθηκε σε χώρο του Δήμου Θεσσαλονίκης για να επισκευαστεί.

"Φεγγαράκι στην Ακτή"_1

"Φεγγαράκι στην Ακτή"_2

Τέτοιου είδους βανδαλιστικές κινήσεις προσωπικά μου φαίνονται ιδιαίτερα ανησυχητικές. Όταν βέβαια έχει συνηθίσει πια το μάτι (και ίσως και το πνεύμα) στο παγκάκι που μέρες μετά την τοποθέτησή του γεμίζει συνθήματα και «Μαρία με το Fiat, σε θέλω», γιατί να μας σοκάρει η καταστροφή ενός γλυπτού;

Όλο και λιγότερα είναι τα σημεία των ελληνικών πόλεων που στολίζονται με αντικείμενα δημόσιας τέχνης. Από τη μαζική δημιουργία τέχνης για το δημόσιο χώρο των αρχαίων Ελλήνων και τα μνημεία της Αναγέννησης, περάσαμε στο σήμερα και στα λιγοστά μεμονωμένα έργα τέχνης που καταφέρνουν να επιβιώνουν σε έναν κόσμο αντίδρασης και έλλειψης σεβασμού. Η συνομιλία στην οποία στοχεύει κάθε μορφή τέχνης, δυστυχώς δεν φαίνεται να γίνεται αντιληπτή στα μάτια του απαίδευτου έλληνα θεατή. Έτσι καταλήγουμε στο εξής:

Έχουμε όλο και λιγότερα δείγματα δημόσιας τέχνης στην πόλη μας και παράλληλα αυτά τα λίγα που έχουμε γίνονται έρμαια της εκάστοτε διάθεσης των εκάστοτε επιτηδείων.

Σχετικά με τους «άγνωστους» βανδάλους ακούστηκαν πολλά. Μεταξύ άλλων έγινε σύνδεση αυτού του συμβάντος με την ομιλία του Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης, που πραγματοποιήθηκε μία μέρα πριν, στο Βελλίδειο Συνεδριακό Κέντρο, και τις δηλώσεις του περί προσφυγικού: «Κινδυνεύει η Πατρίδα μας», «αν δεν προσέξουμε, αν ανακατέψουμε τη Θεσσαλονίκη με άλλους λαούς και άλλα θρησκεύματα θα είναι έγκλημα». Ως αποτέλεσμα αυτού και ενός γενικότερου κινήματος «Η Ελλάς Πεθαίνει: Ξυπνήστε Έλληνες!!!» (όπως προστάζει το σχετικό φυλλάδιο που μοιράστηκε στα Διαβατά) το Φεγγάρι αποκόπηκε απ’ τη βάση του και βυθίστηκε στο νερό καθώς παρέπεμπε σε μουσουλμανικό έμβλημα…

Βασική πρόταση του αντιδημάρχου Τεχνικών Έργων, Θανάση Παππά, όπως και του ενός εκ των δύο αρχιτεκτόνων της Νέας Παραλίας, Πρόδρομου Νικηφορίδη, είναι η αύξηση της φύλαξης για να μην επαναληφθούν τέτοια δυσάρεστα φαινόμενα.

Δυστυχώς απ’ ό,τι φαίνεται το μέτρο προστασίας με το όνομα «παιδεία» είναι δύσκολο να το καταφέρει κανείς…

Φωτογραφίες και Πληροφορίες συνδέονται με τις πηγές τους. 

Προσφυγικά…

Το 1923 βρίσκει την Αθήνα μπροστά σε μια κρίση που κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί δυο χρόνια πριν. Τα δημόσια κτήρια της πόλης είναι κατάμεστα από ανθρώπους που σαστισμένοι ακόμη από την καταστροφή και τον ξεριζωμό προσπαθούν να βρουν τα ελάχιστα και απαραίτητα για να ζήσουν, την ίδια στιγμή που στο λιμάνι του Πειραιά καταφθάνουν 2-3 φορές τη βδομάδα νέες καραβιές δυστυχισμένων.

Ο Ελλαδικός χώρος σταδιακά ήδη από το 1918 γίνεται ο προορισμός για εκατοντάδες χιλιάδες εκτοπισμένους από τη Μικρά Ασία, τον Πόντο, την Ανατολική Θράκη, την Κριμαία, και τις παράκτιες περιοχές του Εύξεινου πόντου. Η Μεγάλη Ιδέα έχει καταρρεύσει, συμπαρασύροντας περισσότερους από 1,5 εκατομμύριο ανθρώπους οι οποίοι αναζητούν καταφύγιο και μια νέα πατρίδα στη μητροπολιτική Ελλάδα που για τους περισσότερους είναι άγνωστη και ξένη.

Η υποδοχή τους δεν ήταν και η καλύτερη. Η Ελλάδα σπαράζεται πολιτικά και κοινωνικά. Η οικονομία της είναι σε τέλμα, οι πολιτικές έριδες έχουν σχεδόν ένοπλο χαρακτήρα, στρατιωτικά πραξικοπήματα και εκλογικές αναμετρήσεις διαδέχονται το ένα το άλλο. Την ίδια στιγμή η «υποδοχή» που επιφυλάσσουν οι κάτοικοι στους πρόσφυγες μόνο καταδεκτική δεν είναι. Από τις πρώτες μέρες αντιμετωπίζονται με καχυποψία και εχθρότητα. Ο κοινωνικός αποκλεισμός κυριαρχεί⋅ χωρίς πόρους και με τον ρατσισμό να τους ακολουθεί σε κάθε τους βήμα, με αφορμές από το γλωσσικό ιδίωμα ως τις ενδυματολογικές τους διαφορές, οι πρόσφυγες αντιμετωπίζονται ως κίνδυνος και μίασμα για τους κατοίκους της μητροπολιτικής Ελλάδας.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο διαμορφώνεται και εκπονείται ένα σχέδιο που θα κρατήσει σχεδόν μια δεκαετία. Αφορά κυρίως τη χωρική κατανομή του προσφυγικού πληθυσμού, τόσο στις πόλεις (Αθήνα, Βόλος, Θεσσαλονίκη, Ιωάννινα, Σύρος, κλπ) όσο και στην ύπαιθρο, Θεσσαλία, Μακεδονία, Νησιά, Θράκη κ.α.

Η ανάγκη χωροθέτησης, με τρόπο οργανωμένο στις παρυφές των πόλεων, των προσφυγικών καταυλισμών και αργότερα οικισμών, εισάγει για πρώτη φορά σε εθνική κλίμακα, τη χωροταξία, τον ορισμό χρήσεων γης και την αναδιανομή γεωργικής γης.

Αρχικά στην Αθήνα και αργότερα σε άλλες πόλεις εκπονείται ένα πρόγραμμα κατασκευής κατοικιών για να στεγαστούν οι προσφυγικοί πληθυσμοί. Σε αρκετές περιπτώσεις τους χορηγείται γη, με σαφή ορισμό των οικοδομικών τετραγώνων αλλά και των χρήσεων σε αυτή, για την οικοδόμηση κατοικιών αλλά και δημόσιων υποδομών (σχολεία, εκκλησίες, κοινοτικές υπηρεσίες, ιατρεία κλπ). Η προσπάθεια συνεχίζεται στην ύπαιθρο με τη διανομή καλλιεργήσιμης γης, ζωικού κεφαλαίου, εργαλείων και εφοδίων. Στις πόλεις οι πρόσφυγες γίνονται το φθηνό εργατικό δυναμικό στη βιομηχανία και βιοτεχνία στον χώρο της μεταποίησης.  Μολονότι η κοινωνική τους αποδοχή συνεχίζει να αντιμετωπίζει προβλήματα, η παρουσία και δραστηριότητά τους καθώς και ο πολιτισμικός πλούτος που μεταφέρουν σιγά σιγά διαμορφώνουν το νέο κοινωνικό, οικονομικό και πολιτισμικό τοπίο της χώρας.

Η συμβολή τους στη σύγχρονη Ελλάδα ξεπερνά ίσως τα όποια ποσοτικά χαρακτηριστικά που συνήθως αναφέρονται σε αυτές τις περιπτώσεις. Οι πρόσφυγες είναι φορείς πολιτισμού, γεύσεων, γλωσσικών και στοχαστικών εννοιών, αξιών, που μέσα από την αγωνία και την προσπάθεια να στεριώσουν στη νέα τους πατρίδα εισφέρουν χωρίς να το συνειδητοποιούν καλά καλά και οι ίδιοι, σε κάθε έκφανση της κοινωνικής ζωής.

Τα προσφυγικά στο Δουργούτι ( σήμερα γειτονιά στον Ν. Κόσμο πίσω από το ξενοδοχείο Intercontinetal)

Τα προσφυγικά στο Δουργούτι (σήμερα γειτονιά στον Ν. Κόσμο, πίσω από το ξενοδοχείο Intercontinental).

Η δημιουργία των πολιτιστικών τους συλλόγων για να μην ξεχαστούν οι παραδόσεις και οι μνήμες της γενέτειράς τους, ο προσανατολισμός τους στα γράμματα και η επιμονή στην εκπαίδευση των παιδιών τους, ως μέσο ομαλότερης κοινωνικοποίησης και κοινωνικής αποδοχής, σταδιακά αλλάζει την ανθρωπογεωγραφία αλλά και τη γεωγραφία του αστικού και ημιαστικού χώρου.

Έτσι η Ελλάδα στις παραμονές του πολέμου βρίσκεται να ανακάμπτει γρηγορότερα από την πολιτική της ηγεσία και σαφώς πιο δημιουργικά από την οικονομική ελίτ της εποχής.

Ο χώρος λοιπόν είναι το εκμαγείο μέσα στο οποίο οι πρόσφυγες δημιουργούν και διαμορφώνουν το νέο κοινωνικό γίγνεσθαι λειτουργώντας καταλυτικά. Δεν υπάρχει πόλη στην Ελλάδα που να μην έχει μια χωρική αναφορά «στα προσφυγικά», το κομμάτι εκείνο που φιλοξένησε πρώτο και για δεκαετίες αυτούς τους ανθρώπους.

Και αν στην Ελλάδα του 2016 «τα προσφυγικά» διατηρούν ίσως μια ρετρό φολκλορική ενδεχομένως ανάμνηση στην ιστορία εξέλιξης της πόλης, φιλοξενώντας δραστηριότητες που ενισχύουν και ενισχύονται από αυτά τα χαρακτηριστικά, ας μην ξεχνάμε πως υπήρξαν η θετική εισφορά ανθρώπων που μόνη τους περιουσία ήταν το ταλαιπωρημένο σκήνωμα του κορμιού τους, η θλίψη αλλά και η λαχτάρα τους για ζωή.

Ίσως μπροστά στην προσφυγική κρίση που αντιμετωπίζει η Ευρώπη, αυτές οι όχι και τόσο μακρινές θύμησες, κάτι να ’χουν να πουν για το πώς μας πρέπει και τους πρέπει να δούμε και να αντιμετωπίσουμε αυτούς τους ανθρώπους…

Μεταξύ Καταυλισμού και Πόλης τι υπάρχει;

Το στρατόπεδο συγκέντρωσης και όχι η πόλη αποτελεί σήμερα το βιοπολιτικό παράδειγμα της Δύσης.   (Agamben, Homo Sacer).

Βιοπολιτική: Tο πώς οι όροι της αναπαραγωγής των ατόμων θα τα κάνουν ολοένα και πιο παραγωγικά, άρα και διαθέσιμα προς εκμετάλλευση.

Ένας καταυλισμός ευτυχώς δεν είναι ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, αν και προσομοιάζει σε πολλά σημεία με αυτό, καθώς αποτελεί και αυτός μια σύγχρονη μορφή κοινωνικής και πολιτικής εξουσίας με μια ισχυρή χωρική διάσταση. Υπό μια πιο ευρεία −ή ίσως όχι και τόσο ευρεία τελικά− έννοια πρόκειται επί της ουσίας για έναν χώρο εγκλεισμού και κράτησης.

Από διάφορες πλευρές μαθαίνει κανείς εύκολα, ότι όταν έγινε ο πόλεμος στο Ιράκ, οι Ιρακινοί πρόσφυγες που κατέφυγαν στη Συρία δεν έμειναν ποτέ σε καταυλισμούς, για τον απλό λόγο ότι οι Σύριοι τους άνοιξαν τα σπίτια τους. Ο Λίβανος, μια πάμφτωχη και ελάχιστη χώρα σε μέγεθος και πληθυσμό, από την αρχή του πολέμου έχει δεχτεί γύρω στο ένα εκατομμύριο πρόσφυγες και δεν έχει δημιουργήσει κανένα προσφυγικό καταυλισμό.

Ο Agamben στις θεωρητικές του αναζητήσεις διακρίνει το βίο από τη γυμνή ζωή, βασιζόμενος στην αποστέρηση των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. O ανθρώπινος βίος χωρίς δικαιώματα δεν διαφέρει από τη ζωή ενός ζώου. Ωστόσο, οι πρόσφυγες για τον Agamben αποτελούν μια ειδική περίπτωση καθώς «φέρνουν στο πολιτικό προσκήνιο τη γυμνή ζωή, που συνιστά ταυτόχρονα και την μυστική προϋπόθεσή τους».

Mrajeeb Al Fhood refugee camp

Μεταξύ Καταυλισμού και Πόλης

Είναι γνωστό ήδη ότι οι πιο μικρές και οικονομικά αδύναμες χώρες γύρω από τη Συρία έχουν δεχτεί πολύ περισσότερους πρόσφυγες σε σύγκριση με ολόκληρη τη Γηραιά Ήπειρο. Από τα 22 περίπου εκατομμύρια Σύριων πολιτών έχουν αναγκαστεί να μεταναστεύσουν περισσότεροι από 9 εκατομμύρια εντός και εκτός της Συρίας. Μέσα σ’ αυτό το χάος των αριθμών, η Ευρώπη με ένα μεγάλο μέρος ευθύνης να τη βαραίνει, διαπραγματεύεται για 200 με 250 χιλιάδες πρόσφυγες, όταν η γειτονική Ιορδανία έχει δεχτεί πάνω από 700 χιλιάδες Σύριους πρόσφυγες. Και φυσικά όπως γνωρίζουμε δεν είναι μόνο οι Σύριοι, είναι οι Αφγανοί, οι Ιρακινοί, οι Πακιστανοί και άλλοι πολλοί δύο και τρείς φορές πρόσφυγες, οικονομικοί μετανάστες και αιτούντες άσυλο. Πού μένουν όμως όλοι αυτοί οι άνθρωποι όταν σταματούν να είναι ροές; Πού και πώς «μεταφέρονται» ολόκληρες πόλεις όταν ξεριζώνονται από εμπόλεμες χώρες;

Σε κάποιες περιπτώσεις το πρόβλημα αφήνεται να γίνει τόσο έντονο ώστε η λογική των καταυλισμών να επιβάλλεται. Έτσι, αρκετές φορές στήνονται καταυλισμοί σε τόπους αφιλόξενους, δυσπρόσιτους και απομονωμένους, ώστε να μη γίνονται απειλή για τις κοντινές πόλεις.

Ένας από τους μεγαλύτερους καταυλισμούς προσφύγων βρίσκεται σήμερα στην Ιορδανία στα σύνορα με τη Συρία. Από το καλοκαίρι του 2011 που δημιουργήθηκε το Zaatari έχει δεχτεί κατά περιόδους πάνω από 100 χιλιάδες πρόσφυγες, τείνοντας έτσι να γίνει μία από τις πέντε μεγαλύτερες πόλεις (;) της Ιορδανίας. Οι περισσότεροι πρόσφυγες του καταυλισμού προέρχονται από τη γειτονική συριακή πόλη Daraa ενώ μεγάλο μέρος του πληθυσμού είναι ανήλικοι. Όταν πρωτοϊδρύθηκε ο καταυλισμός, η βοήθεια που έπαιρνε από τις διάφορες Μ.Κ.Ο καθώς και από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες που δραστηριοποιούνταν εκεί ήταν αυξημένη. Με τον καιρό όμως η βοήθεια μειώθηκε και αρκετές από τις οργανώσεις αποχώρησαν. Αυτό το γεγονός αφενός οδήγησε σταδιακά στο να κλείνει η Ιορδανία ολοένα και περισσότερο τα σύνορά της για τους πρόσφυγες, αφετέρου στην ολοένα και μεγαλύτερη αυτοοργάνωση του καταυλισμού στο βαθμό που να προσιδιάζει σε πόλη.
Σε κάθε περίπτωση, οι συνθήκες διαβίωσης στον καταυλισμό είναι ακραίες. Ατελείωτες σειρές από σκηνές για οικογένειες 4 έως και 10 ατόμων. Σοβαρή έλλειψη νερού ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες και άθλιες συνθήκες υγιεινής. Στους πρόσφυγες απαγορεύεται να εργάζονται. Με άλλα λόγια, η εργασία που προσφέρεται από πρόσφυγες σε ιορδανικές επιχειρήσεις αποτελεί αδίκημα. Αν κάποιος από τους Σύριους πρόσφυγες που ζει στο Αμμάν, την ιορδανική πρωτεύουσα, ή σε άλλες πόλεις της Ιορδανίας συλληφθεί να εργάζεται, επιστρέφεται στον καταυλισμό Mrajeeb Al Fhood κοντά στην πόλη Ζarqa ή στον καταυλισμό Zaatari. Στην αρχή τουλάχιστον απαγορευόταν στους πρόσφυγες ακόμα και να βγαίνουν από τον καταυλισμό, καθώς γύρω από τον καταυλισμό και στην είσοδό του υπήρχε αυστηρή φύλαξη.

Από την άλλη, αναπόφευκτα και σταδιακά στους καταυλισμούς αυτούς διαμορφώνονται συνθήκες που θυμίζουν πόλεις. Είμαστε εξοικειωμένοι −τουλάχιστον οι μεγαλύτεροι− με την ιδέα οτι κάποια κομμάτια από τις πόλεις που ζούμε  αποτελούν πρώην προσφυγικές περιοχές, οι οποίες με το πέρασμα του χρόνου ως ένα βαθμό χωνεύτηκαν με τους προγενέστερους πυρήνες κατοίκησης. Πόσο εξοικειωμένοι είμαστε όμως με την ιδέα της δημιουργίας τεράστιων πόλεων από το μηδέν ως αποτέλεσμα ξεριζωμού; Στο Zaatari συγκεκριμένα έχουμε έναν κεντρικό δρόμο που ονομάζεται Champs-Élysées, γύρω από τον οποίο διαμορφώνεται μια αγορά με κάθε είδους καταστήματα. Από φούρνους και κομμωτήρια μέχρι μαγαζιά για κινητά και ταξιδιωτικά γραφεία και ντελιβεράδικα για πίτσες. Υπάρχει σύστημα ονοματοδότησης των δρόμων καθώς φυσικά και σχολεία. Ακόμα μπουρδέλα, βία και εγκληματικότητα. Χωρίς φυσικά να απουσιάζουν οι κοινωνικοί διαχωρισμοί, με κάποιους να έχουν τροχόσπιτα αντί για σκηνές, ιδιωτικούς κήπους, ιδιωτικές τουαλέτες κ.λπ.

Όπως χαρακτηριστικά λέει ο Γερμανός Kilian Kleinschmidt  υπεύθυνος του καταυλισμού Zaatari και εκπρόσωπος της Ύπατης Αρμοστείας για τους πρόσφυγες του Ο.Η.Ε:  «Εμείς χτίζουμε καταυλισμούς ενώ οι πρόσφυγες χτίζουν πόλεις». Ή μήπως μεταξύ του καταυλισμού και της πόλης βρίσκεται η γνωστή σε όλους παραγκούπολη; Κάνοντας έτσι την παραγκούπολη το βιοπολιτικό παράδειγμα Δύσης και Ανατολής;


Πηγές

«Η κυριαρχία πέραν του στρατοπέδου: Κριτική προσέγγιση της έννοιας του στρατοπέδου στο έργο του Giorgio Agamben και της εφαρμογής της στα κέντρα κράτησης  Μεταναστών και Προσφύγων» _Παναγιώτης Σωτήρης
Από το συλλογικό έργο: Το προσφυγικό και μεταναστευτικό ζήτημα: Διαβάσεις και μελέτες Συνόρων.
Επιμέλεια: Σεβαστή Tρομπέτα.

Lessons of DIY Urbanism in a Syrian Refugee Camp

Εκπομπή Salvados: Zaatari

zaatari360

Are refugee camps the best solution for people fleeing a crisis?

A city that’s not a city – inside a Syrian refugee camp

 

 

 

 

%d bloggers like this: