Archive | Γρήγορος Λόγος RSS for this section

Όλη η Αθήνα ένα Openhouse!

Σας άρεσε το openhouseathens και έχετε στενοχωρηθεί που δεν προλάβατε να δείτε όλα τα κτήρια ή που δεν μπορέσατε να πάτε καθόλου; Τζάμπα στενοχωριέστε, γιατί το openhouseathens ήταν και θα είναι ανοιχτό για πολύ καιρό ακόμα… ναι…

Με τόσα ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ παντού, μπορείς να επισκέπτεσαι και να βλέπεις όποιο κτήριο θες. Περπατάς και σε εντυπωσιάζει μια πολυκατοικία; ‘Ολο και κάποιο ενοικιαστήριο θα υπάρχει. Η κρίση είναι ευκαιρία, νομίζω ότι δεν θα είναι ποτέ τόσο εύκολο να επισκεφτεί κανείς τα κτήρια της πόλης της Αθήνας. Εξάλλου όσοι θα πήγατε στο Openhouseathens θα παρατηρήσατε ότι τα μισά κτήρια ήταν ανοίκιαστα ή απούλητα, τα άλλα μισά ήταν δημόσιας χρήσης.

Πόσα έχω μάθει τον τελευταίο καιρό (ποίος μίλησε από αυτό το μπαλκόνι, ποιό ασανσέρ είναι από σουηδικό ξύλο, ποιό ακίνητο είναι του προέδρου, τι γινόταν στο 8ο όροφο στο νούμερο 23). Γιατί οι ιδιοκτήτες δεν μένουν, στο να σου παρουσιάσουν το σπίτι με όλα τα πλεονεκτήματά του, σου λένε μαζί με τον πόνο τους κι όλη την ιστορία της ζωής τους. Μάλιστα, παρατηρώ το εξής, ότι οι ιδιοκτήτες μοιάζουν με τα κτήρια. Δεν ξέρω αν το παρατηρήσατε κι εσείς αλλά και οι εθελοντές του Openhouseathens μοιάζανε με τα κτίρια που παρουσιάζανε. Οι πιο δήθεν ήταν όσοι τονίζανε την ειλικρίνεια της κατασκευής.

Τι έκανες στον πόλεμο, Θανάση;

http://images.elculture.gr/photo/Beforelight%20at%20Onassis%20Cultural%20Center%20~667715-316-1(1).jpg

Μερικές φορές νομίζω ότι γράφω σαν να κρατάω σημειώσεις, σαν να μην θέλω να ξεχαστεί ότι συμβαίνει αυτή την περίοδο… κάτι που θέλω να επισημάνω από την κρίση που περνάμε είναι οι διάφορες προσπάθειες με ελάχιστα ή καθόλου χρήματα, οι οποίες παρόλα αυτά θέλουν να φέρουν μεγάλες αλλαγές στην πόλη. Κυρίως ως προς την οικειοποίηση του δημόσιου χώρου.
>Ένα ωραίο παράδειγμα γνωστό και στο εξωτερικό είναι η οδός Πιττάκη. Μια ανοιχτή πρόσκληση καλούσε κάθε ενδιαφερόμενο να καταφθάσει στο καθορισμένο ραντεβού μαζί με ένα παλιό φωτιστικό. Το άμεσο αποτέλεσμα, η εικόνα: ένα φωτεινό «ταβάνι» και η όλη φάση του ραντεβού. Ο απώτερος στόχος, να βγει από την αφάνεια το μικρό αυτό κάθετο δρομάκι της Ερμού.
>Ωραία είναι και η πρόταση που βραβεύτηκε με το βραβείο ουτοπικής πρότασης για την πεζοδρόμηση; της Πανεπιστημίου. Μέσα από την δυνατότητα που δίνεται σε κάθε ενδιαφερόμενο να υιοθετήσει ένα κομμάτι δημόσιου χώρου, ο στόχος είναι να μειωθεί η υφιστάμενη αδιαφορία για τον δημόσιο χώρο. Ουτοπικό;
>Επίσης θα πρέπει τιμητικά να αναφέρουμε το πάρκο της Ναβαρίνου που άνοιξε τον κύκλο τέτοιων δράσεων και μιας ολόκληρης σειράς αυτόδιαχειριζόμενων πάρκων.
>Θέλω επίσης να αναφέρω τους Atenistas κυρίως για την επιμονή τους να παραβλέπουν τις διαστάσεις (x y) που έχουν τέτοια εγχειρήματα και την εμμονή τους σε μια απολιτίκ θεωρητική προσέγγιση. Αυτό εκδηλώθηκε ξεκάθαρα όταν έκαναν μια επέμβαση στο Κολωνάκι!
Θα περιμένω στα σχόλια να προσθέσετε και άλλα παραδείγματα…

Είχα κι εγώ την τύχη πριν δύο χρόνια να συμμετέχω στο σχεδιασμό και στην υλοποίηση μια μικρής πλατείας που ολοκληρώθηκε με λίγα χρήματα αλλά με συλλογική δουλειά ακόμα κι από την πιτσιρικαρία της πλατείας. Το συναίσθημα που πήρα δεν ήταν μια αβίαστη χαρά αλλά πλήρωση, το συναίσθημα που παίρνεις όταν προσπαθείς, κόντρα σε όλες τις δυσκολίες.

Θα μπορούσαμε να υποψιαστούμε πολλούς λόγους που εξηγούν τέτοιες δράσεις. Θα ήθελα να επισημάνω έναν, την ανάγκη να εκβιαστεί ο ερχομός μιας εποχής, τις σημασίες που αποκτά ο δημόσιος χώρος τα τελευταία χρόνια. Αν τώρα ψάχνετε κι εσείς τους λόγους, απλά να αναφέρω ότι δεν είναι ελληνικό φαινόμενο αλλά αφορά περίπου όλες τις “δυτικές” χώρες.
Κλείνοντας θέλω να σας παραπέμψω στο προηγούμενο ποστ που επίτηδες ήρθε χρονικά τόσο κοντά σ’ αυτό, γιατί νομίζω ότι είναι μια καλή συνέχεια αυτών εδώ των σκέψεων.

 

Μήπως το Gentrification είναι Ντεμοντέ;

Άλκηστη.: Από το τελευταίο σου κείμενο κρατώ αυτή τη φράση, “Gentrification δεν είναι κάθε πρωτοβουλία που αναβαθμίζει μια περιοχή” και σκέφτομαι τα εξής: Η περιοχή του Ψυρρή έχοντας “εισπράξει τα έσοδα” του δικού της εξευγενισμού βιώνει, εδώ και δύο χρόνια, ένα άλλο είδος “εξευγενισμού” -αυτή τη φορά όμως από “τα κάτω” και κυρίως μέσα απ’ την περίπτωση του θεάτρου “Εμπρός”. Σε παράλληλο χρόνο, γίνεται προσπάθεια το Μεταξουργείο να εξευγενιστεί από “τα πάνω”. Είναι πράγματι πολύ ενδιαφέρον να έχει κανείς την τύχη να βλέπει δυο κεντρικές, γειτονικές περιοχές της Αθήνας να αλλάζουν κάτω από τον ίδιο παρανομαστή, αυτόν της τέχνης και ταυτόχρονα να αποκλίνουν προς τόσο διαφορετικές κατευθύνσεις. Πριν όμως φτάσουμε να αναλύσουμε τις κατευθύνσεις πρέπει να σταθούμε σε πολύ πιο αρχικά φαινόμενα. Το πιο εξόφθαλμο απ’ αυτά: Στη μία περίπτωση, η επίσημη πόλη, τον ανέξοδο “εξευγενισμό”, το συμβατό με τις δεδομένες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες τον διώκει, ενώ το βεβιασμένο, ασύμβατο, άκαιρο και πολυέξοδο εξευγενισμό τον αγκάλιαζει.

empros_em_face

Γιώργος: Βρίσκω πολύ ενδιαφέρον να μιλήσουμε για το gentrification, όχι όμως τόσο για τα συμπτώματά του, όσο για ένα βασικό ερώτημα που έχει τεθεί και στο οποίο το gentrification είναι μια πρώτη, πολύ πρόχειρη απάντηση. Το ερώτημα που έχει τεθεί είναι -η πόλη- η απαίτηση δηλαδή των σύγχρονων ανθρώπων να ζήσουν σε μια “καλή περιοχή” ακόμα και αν θα πρέπει να αλλάξουν γειτονιά, πόλη ή χώρα. Στο δυτικό κόσμο, βλέπε βόρεια Αμερική, η ανάγκη της “καλής περιοχής” είναι πιο έντονη και ένα μεγάλο άγχος για τους νέους ανθρώπους. Αλλά και στην Ελλάδα δεν μας ενδιαφέρει πλέον τόσο Το Διαμέρισμα όσο το Πού θα μείνουμε, Σε ποιά περιοχή.

Σ’ αυτήν την από τα κάτω προσπάθεια στο Εμπρός, έχουμε μια δεύτερη απάντηση στο ίδιο ερώτημα όπου εκτός από την τέχνη εισάγονται και οι κοινωνικές σχέσεις και τα δίκτυα που αυτές διαμορφώνουν. Και ευτυχώς το Εμπρός είναι μία από τις πολλές “από τα κάτω προσπάθειες”.

Στις από “κάτω προσπάθειες” το κίνητρο δεν είναι η εκμετάλλευση της υπεραξίας του χώρου αλλά η ανάδειξη μιας χαμένης αξίας που έρχεται να προστεθεί στο υποβαθμισμένο κτιριακό απόθεμα για να το μετατρέψει σε πόλη. Το δυστύχημα είναι οτι το επίσημο κράτος και όχι μόνο…δεν μπορεί να διακρίνει το αδιέξοδο από το νόημα. “Οι ανθρώπινες σχέσεις δημιουργούν την κοινότητα και η κοινότητα μπορεί να δημιουργήσει όλα τα υπόλοιπα”.

(ΚΤΗΡΙΑ + ΤΕΧΝΗ)+(ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ) = ΠΟΛΗ

Α.: Από την άλλη, πλησιάζοντας στo παλιό χρηματιστήριο της οδού Σοφοκλέους με σκοπό να επισκεφτώ την 4η ελληνική μπιενάλε “Αgora” και βλέποντας τις μεγάλες κόκκινες σημαίες να προβάλλουν από την όψη του κτηρίου σε σειρά, είναι αδύνατο να μην σκεφτώ ότι πάω σε μια κατάληψη που θα πληρώσω εισιτήριο! Οι τρύπες στους τοίχους και στην οροφή του κτηρίου, η απόλυτη παράδοση του στην καλλιτεχνική δράση, το κτήριο, φυσικά, αυτό καθ’ αυτό με τον τόσο έντονο συμβολισμό του δεν αφήνουν πολλά περιθώρια. Οι επίσημες άλλωστε “προκηρύξεις” της μπιενάλε καλούν να μην την επισκεφτούμε αλλά να την συν+διαμορφώσουμε. Η παρακάτω πολύ ωραία φράση του ευφυούς συγγραφέα (ή των ευφυών συγγραφέων; ποιός ξέρει;) συνοψίζει ακριβώς το πνεύμα των ημερών: η έκθεση, γράφει, σχεδιάστηκε σαν “κοινωνικό γεγονός”. Το ερώτημα λοιπόν, έχει τεθεί προ πολλού και επιμόνως ζητά την απάντησή του παρά το γεγονός ότι κάποιοι ίσως να μην αντιλαμβάνονται πολύ βασικές αλλαγές στον τρόπο που μελλοντικά θα αλληλεπιδρούν οι κάτοικοι τόσο μεταξύ τους όσο και με την ίδια τους την πόλη. Η επαφή του “από πάνω” και του “από κάτω” φαίνεται να είναι ένα ακόμα απαραίτητο στοιχείο της πόλης. Πώς ανθίζουν ξανά στην πόλη οι ανθρώπινες σχέσεις, τί ρόλο παίζει η επίσημη πόλη σ’ αυτές τις διαδικασίες; Πώς θα σχεδιάζουμε άραγε την “κοινωνική πόλη”; Και ποιός ή ποιοί θα το κάνουν αυτό;

+ΠΟΛΙΤΙΚΗ

agora_original

Γ.: Πολύ ωραίο που εξελίσσεις την εξίσωση και μιλάς για πολιτική, αλλά καταλαβαίνω ότι για πολλούς η λέξη αυτή μπορεί να ακούγεται κενή, δίχως νόημα. Η “ανοργάνωτη” σύγχρονη Ελλάδα αναπτύχθηκε βάσει σχεδιασμένων πολιτικών, δημιουργώντας έτσι μια ακραία ανισοκατανομή του πληθυσμού στο χώρο (αστικοποίηση). Το gentrification προσπαθεί να δημιουργήσει υπεραξία στην ίδια βάση γεννώντας επιπλέον χωρικές εντάσεις και κερδοσκοπικά παιχνίδια στην υπερτιμημένη Αθήνα. Δεν ξέρω πως θα πετύχουν όταν για τα επόμενα χρόνια η πόλη θα χάνει συνεχώς πληθυσμό.

Αντίστοιχα, τα παραδείγματα “από τα κάτω” που εκτυλίσσονται σε περιοχές χωρίς υπεραξία είναι πιο επιτυχημένα ή για την ακρίβεια είναι πιο εύκολο για τα άτομα που συμμετέχουν σ’ αυτά να κάνουν πολιτική. Δεν θα πω κατι πολύ μακρινό, θα αναφερθώ στο συνεργατικό καφενείο δίπλα στο αρχαιολογικό πάρκο της Ακαδημίας Πλάτωνος. Η προσπάθεια αυτή είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα, συγκρινόμενη με τη χωρική ένταση του αυτοδιαχειριζόμενου πάρκου Ναυαρίνου η οποία προκύπτει σίγουρα απ’ τη θέση του, σ’ ένα τόσο κεντροβαρικό σημείο μες στην πόλη.

image3_de_European_Village

Α.: Ας κλείσουμε στο σημείο αυτό την τριλογία μας περι gentrification ανοίγοντας ταυτόχρονα τη συζήτηση για τις “από κάτω” δράσεις και τη σχέση τους τόσο με το κέντρο όσο με την περιφέρεια. Καλό είναι πάντως που ξεφεύγει η κουβέντα από το gentrification καθώς έχει αρχίσει να μου φαίνεται κάπως ντεμοντέ.

1η και 2η φωτογραφία: María Gallardo

Ο συνομήλικος της πόλεως μας γέρος

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Εβδομήντα και χρόνων, λίγο μεγαλύτερος από τη νέα αυτή πόλη. Και λέω νέα, γιατί μπορεί οι λόφοι της να περπατιούνται αδιαλείπτως από την προϊστορία της, όμως η νέα Αθήνα που κάλυψε τον πυθμένα αυτού του λεκανοπεδίου, μικρή μάλλον σχέση έχει με την παλιά Αθήνα των λόφων και της αγοράς.

Μικρός ήταν κι αυτός όταν πρωτοέφυγε απ’ το χωριό, τον άγονο εκείνο τόπο, σίγουρος πως τραβάει προς τα εμπρός. Ξεκίνησε ως πλανόδιος, ως βοηθός, ως εργάτης αλλά έφτασε να γίνει και εργολάβος και δημόσιος υπάλληλος. Αγόρασε έτσι και διαμέρισμα, έφυγε απ’ την αυλή και τη φτώχια της, έκανε και δύο παιδιά, μια κόρη κι ένα γιό, και βολευόντουσαν έτσι οι τέσσερις τους στο αυτοκίνητο όταν πήγαιναν διακοπές, για να γλιτώνουν από την αποπνικτική ζεστή πόλη.

Δεν βολευόντουσαν όμως, πλέον, στο διαμέρισμα και στο ανυπόφορο πια κέντρο, όπου όλα είχαν γίνει πολυκατοικίες. Και έφυγαν, πιο έξω, σε μέρος που να μην είναι κολλητά τα σπίτια, να μην ακούγονται οι δίπλα. Είχανε μεγαλώσει πλέον και τα παιδιά και έπρεπε να τους αγοράσουν σπίτι, μα ήδη είχε γίνει η ζωή εκεί μη ανεκτή, ο φόβος, οι αποστάσεις που πλέον τους κούραζαν,  οι διαρρήκτες που έμπαιναν στο σπίτι χωρίς να τους πάρουν χαμπάρι οι γείτονες…

Μα δεν βρέθηκε λύση σ’ αυτό το αδιέξοδο, δεν πρόλαβε νά ‘ρθει. Λίγο τα της ηλικίας, λίγο τα απρόσμενα, λίγο η αδιαφορία των ανθρώπων. Και βρέθηκε πλέον με κουτσουρεμένη σύνταξη, με δόσεις να τρέχουν, και χαράτσια σε ό,τι μοναχά βρέθηκε να του προσφέρει λίγη φιλοξενία. Σε κείνο το ερείπιο που εξεκίνησε. Έμαθε να ξανανάβει τη φωτιά, να μαζεύει τα ξύλα, να κυνηγά τις στάλες.

Ο συνομήλικος της πόλεως μας γέρος,  αναρωτώμενος –θα βγάλω και το φετινό χειμώνα;-

%d bloggers like this: