Archive | Αθήνα RSS for this section

Επεμβάσεις στην πόλη της Αθήνας μετά τη μικρασιατική καταστροφή

Κατά την περίοδο της έλευσης των προσφύγων της μικρασιατικής καταστροφής, είχε ήδη εδραιωθεί η διαφοροποίηση μεταξύ των ανατολικών και δυτικών συνοικιών στην Αθήνα, σε αναβαθμισμένες και υποβαθμισμένες.

Τα βασικά κριτήρια επιλογής των περιοχών εγκατάστασης των προσφύγων στην Αθήνα και τον Πειραιά, ήταν η ύπαρξη ελεύθερων απαλλοτριώσιμων χώρων και η μη συνύπαρξη με τις καλές περιοχές κατοίκησης. Η εγκατάσταση γίνεται εκτός της τότε περιμέτρου της πόλης σε απόσταση ενός ή 4 χιλιομέτρων. Αυτός ο απομονωτισμός τούς επιβλήθηκε για καθαρά εκλογικούς λόγους, αλλά και για να μη διαταραχθεί η κοινωνική ησυχία του ισάριθμου γηγενούς πληθυσμού. Τούτη την πολιτική το κράτος θα την πληρώσει ακριβά 20 χρόνια μετά, με τον εμφύλιο, μιας και αυτοί οι οικισμοί, χάρις στην εσωστρέφεια που τους επέβαλαν, έχοντας προστατεύσει τον πολιτισμό και τις παραδόσεις των κατοίκων τους, θα αποτελέσουν τις εστίες του αντάρτικου. Έτσι οι συνοικισμοί δημιουργούνται κυρίως στις δυτικές περιοχές και κοντά σε ήδη υπάρχουσες βιομηχανικές εγκαταστάσεις. Στην περίπτωση που δεν υπήρχε βιομηχανία, αυτή εγκαθίσταται στη συνέχεια σε γειτνίαση με τους προσφυγικούς συνοικισμούς.

Ο διπλασιασμός του πληθυσμού της πρωτεύουσας συνένωσε παλιά χωριά της ενδοχώρας με την κυρίως πόλη των Αθηνών. Είχε ήδη προηγηθεί η αποδιοργάνωση της υπαίθρου, το μεταναστευτικό κύμα προς την Αμερική, και έντονη αστικοποίηση.

egkatastash twn prosfugwn sthn athina

Οι πολεοδομικές μεταλλαγές προκάλεσαν κυβερνητικές επεμβάσεις, οι οποίες ξεφεύγουν πλέον από το επίσημο κέντρο της πόλης και από τη «μνημειακή εικόνα του», και την προσπάθεια καθιέρωσης μιας «ευρωπαϊκής πρωτεύουσας». Τα προβλήματα επικεντρώνονται στην επέκταση της πόλης, στη στέγαση, στην κυκλοφορία, στις χρήσεις εδάφους, στη βιομηχανία. Το επίσημο κράτος έκανε παρέμβαση σε δύο τομείς: τον τομέα του σχεδίου πόλης και τον τομέα της δόμησης. Η μορφή των επεμβάσεων στις υποδομές της πόλης, στην ύδρευση, στον ηλεκτροφωτισμό, στις τηλεπικοινωνίες και τις συγκοινωνίες, ήταν η παράδοσή τους με αποικιοκρατικούς όρους είτε σε μεγάλες ξένες εταιρείες είτε στο εγχώριο ιδιωτικό κεφάλαιο: η ύδρευση στην αμερικανική εταιρεία Ulen & Co., η οποία κατασκεύασε το φράγμα του Μαραθώνα και το νέο δίκτυο διανομής (που κατά πολύ βασίστηκε στην χάραξη του Αδριάνειου Υδραγωγείου), η τηλεπικοινωνία στη Siemens – Halske, ενώ η ενέργεια και οι μεταφορές στην αγγλική The Power & Traction Finance Cο. Ltd. Οι μεταφορές αφορούσαν το δίκτυο του τραμ και τον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο Αθηνών-Πειραιώς. Τα δρομολόγια των λεωφορείων εκτελούνταν από ιδιώτες, κατ’ εξοχήν από την ενδοχώρα προς την κυρίως πόλη.

Στον τομέα του σχεδίου πόλης εκδίδεται ο πολεοδομικός νόμος της 23ης Ιουλίου 1923 και στη συνέχεια εκπονούνται σχέδια για την Αθήνα, με πρώτο της επιτροπής Καλλιγά (1924) ενώ στον τομέα της δόμησης εισάγεται ο ν. 3741/1929 «περί οριζοντίου ιδιοκτησίας», και νέος οικοδομικός κανονισμός. Με τον νόμο περί οριζοντίου επιτρέπεται η κατάτμηση του χώρου μιας κατοικίας, οδηγώντας έτσι στην πολυκατοικία, ενώ ο νέος ΓΟΚ με τους ιδιαίτερα υψηλούς συντελεστές εκμετάλλευσης, αυξάνει το ύψος των κτιρίων και κατά συνέπεια τη φυσιογνωμία της πόλης.

Αποτέλεσμα της πρώτης ρύθμισης είναι η αθηναϊκή μεσοπολεμική κατοικία, η οποία ταξινομείται τόσο διαστρωματικά όσο και γεωγραφικά. Τα μονώροφα κτήρια των δυτικών και νότιων συνοικιών, αποτελούν τη λαϊκή κατοικία μαζί με τα σπίτια των προσφυγικών οικισμών. Τα σπίτια της ευρύτερης μεσαίας τάξης, η αστική κατοικία, είναι τα μονώροφα, διώροφα και τριώροφα σπίτια των βόρειων και ανατολικών περιφερειακών συνοικιών και των κεντρικών περιοχών. Ο γεωγραφικός διαχωρισμός καλά κρατεί.

 

Πηγές

Σαρηγιάννης Γ. Αθήνα 1830-2000. Εξέλιξη – Πολεοδομία – Μεταφορές (Συμμετρία, 2000).

Ρούσση Βασιλική: Τα σπίτια του μεσοπολέμου στην Αττική. Αστική, προαστιακή, εξοχική κατοικία. Διδακτορική διατριβή, ΕΜΠ, 2011.

Πολεοδομία και δημόσια τάξη. Αθήνα, ανοχύρωτη πόλη. Έκδοση της λέσχης κατασκόπων του 21ου αι., Ιούνιος 2002.

Advertisements

Η Ταυτότητα και η Αξία

Τα Αναφιώτικα, το μικρό νησί στην καρδιά της Αθήνας, η γραφική συνοικία, τα όμορφα αυθαίρετα που αντιστέκονται στην επέλαση των αρχαιολογικών ανασκαφών.

20151206_153724~2

Πλέον δεν υπάρχει αυτός ο φόβος, καταξιωμένα πλέον για την αρχιτεκτονική αξία τους, καταξιωμένα και σαν αξιοθέατο, όμως δεν ξέρω αν αυτή η νίκη ήταν και ήττα ταυτόχρονα. Περπατώντας στα σοκάκια τους ή κοιτώντας φωτογραφίες είναι τόσο εμφανής η απουσία των κατοίκων από τον δημόσιο χώρο .. Εκεί που κάποτε γυναίκες έπλεναν ρούχα στις αυλές και τα παιδιά τα πλέναν στις σκάφες, εκεί που άκουγες φωνές από γαλατάδες, γανωτήδες, πλανόδιους, μπεκρήδες τώρα επικρατεί μια ευγενικιά σιωπή και οι γάτες, οι πραγματικοί άρχοντες αυτού του έρημου τοπίου. Δεν ξέρω αν φταίει που μας τελείωσαν οι γαλατάδες και οι σκάφες ή αν είναι αυτή η καταξίωση που τα οδήγησε σε αυτή την παρακμή. Και σκέψου πως οι σημερινοί του κάτοικοι μάλλον τα διαλέξαν για αυτές τους τις ποιότητες.

Περπατώ στα στενά για να μιλήσω για τους πρόσφυγες. Οι Αναφιώτες και όλοι οι άλλοι που ήρθαν να χτίσουν την πρωτεύουσα Αθήνα, το περιθώριο-όριο της πόλης, η ενσωμάτωση, ο εμπλουτισμός του αρχείου της πόλης, η ιστορία, η γραφικότητα.

20151206_153714~2

Θέλω να πω πως δεν ενστερνίζομαι την άποψη -της μη ανησυχίας για το τι επιπτώσεις θα φέρει αυτό το μεταναστευτικό κύμα. Υπάρχει μια ρητορική περί αλλοίωσης της ταυτότητας -τουλάχιστων να ανεχθούμε χριστιανούς πρόσφυγες.

Όμως οι εθνικές ή οι τοπικές ταυτότητες ποτέ δεν είναι σταθερές όπως μας λένε και τα Αναφιώτικα.  Αυτό που κινδυνεύουμε να χάσουμε είναι οι πολιτισμικές αξίες που διαμόρφωσε η Ευρώπη, μια παράδοση ανθρωπισμού, την δυνατότητα του να ενσωματώνει μέσα της δημιουργικά το ξένο και να εμπλουτίζεται. Υπάρχει πλέον δυνατότητα ενσωμάτωσης; Υπάρχουν πλέον πολίτες δύο κατηγοριών; Πόσο Ευρωπαίοι αισθάνονται οι μετανάστες της δεύτερης γενιάς; Τι κορυφαίο υπηρετούν μένοντας στην Ευρώπη;

Έτσι η Ευρώπη δοκιμάζεται σε ένα δεύτερο ή τρίτο κύμα κρίσης και δοκιμάζεται πλέον η Πολιτισμική της Ανωτερότητα, ό,τι πιο ανταγωνιστικό μπορεί να επιδείξει. Και για άλλη μια φορά τα πραγματικά επιτεύγματα συμβαίνουν μακριά από τα επίκεντρα, μακριά από τις πρωτοβουλίες του Κράτους και των Θεσμών.

Αθήνα και εκβιομηχάνιση

Ο όρος «εκβιομηχάνιση» δεν σημαίνει απλώς την ύπαρξη ορισμένων βιομηχανιών. Σημαίνει ότι κάτι εκ-βιομηχανίζεται, και αυτό είναι η οικονομία της χώρας. Κατά την διαδικασία της εκβιομηχάνισης, η οργάνωση της παραγωγής τείνει να γίνει βιομηχανική. Δηλαδή, δημιουργείται βαθμιαία ένας πυρήνας εργοστασίων στο κέντρο μιας περιφέρειας παλαιών μικρών βιοτεχνιών οι οποίες προϋπήρχαν και εκσυγχρονίζονται.

Η πορεία της εκβιομηχάνισης της Ελλάδος είναι άμεσα συνδεδεμένη με την πρωτεύουσά της. Το 1833 η Αθήνα γίνεται πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Η αθηναϊκή ανάπτυξη είναι άμεσα συνδεδεμένη με την άνοδο της εθνικής αστικής τάξης. Η χωροθέτηση των βιομηχανικών εγκαταστάσεων στην περιοχή της Αθήνας ακολούθησε τις ήδη υπάρχουσες «διαδρομές» (βλέπε και: “Οι επτά πύλες του τείχους του Χασεκή”) των βιοτεχνικών δραστηριοτήτων που υπήρχαν σε αυτή, ήδη από την εποχή της τουρκοκρατίας (βλέπε και: “Βλέποντας” τις βιοτεχνίες μέσα στα τείχη της δυτικής πλευράς της Αθήνας του 18ου αι.”). Αυτές ήταν χωροθετημένες στην δυτική πλευρά της πόλης. Τα ρυθμιστικά σχέδια που εκπονήθηκαν κατά την διάρκεια του 19ου αι. για την νέα πρωτεύουσα εδραίωσαν μια διαφοροποίηση μεταξύ των ανατολικών και δυτικών συνοικιών, παγιώνοντάς τες σε αναβαθμισμένες και υποβαθμισμένες.
Η τάση αυτή ενισχύθηκε από την ύπαρξη αλλά και από την ενίσχυση οδικών αξόνων καθώς και από την ενίσχυση της συνύπαρξης περιοχών κατοικίας και περιοχών εργασίας. Η συγκέντρωση πληθυσμού στον αστικό χώρο, τόσο από την ύπαιθρο, κατά τις διαδοχικές αυξήσεις του ελλαδικού εδάφους, όσο κυρίως από την μεγάλη είσοδο πληθυσμού που επέφερε η μικρασιατική καταστροφή, γιγάντωσαν την πόλη έως τον ΒΠΠ. Κατά την μεταπολεμική περίοδο, το κύμα φυγής από την ύπαιθρο ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο, μέσω των διωγμών των ηττημένων αριστερών, διογκώνοντας την μορφή της πόλης. Η μετακίνηση συνοδεύεται από μια βιομηχανική συγκέντρωση σε αποκεντρωμένες περιοχές, όπως οι Εθνικοί Οδοί και το Θριάσιο Πεδίο, με αποτέλεσμα οι περιοχές όπως ο Ελαιώνας και η Πειραιώς να συγκεντρώνουν πια τη μικρομεσαία βιομηχανία και μεταποίηση. Η εξέλιξη της μεταπολεμικής Αθήνας στηρίχθηκε, κυρίως, σε ένα συγκεντρωτικό μοντέλο ανάπτυξης, υποβοηθούμενο από όλες εκείνες τις παραμέτρους που δημιούργησαν το φαινόμενο της έντονης αστυφιλίας. Η ανάπτυξη αυτή υπονόμευσε την ορθή διαχείριση του αστικού χώρου. Κάτω από την ολιγωρία ή την ανοχή της Πολιτείας, η πόλη αναπτύχθηκε με ραγδαίους και κατά –το πλείστον– ανεξέλεγκτους ρυθμούς, χωρίς ορθολογική κατανομή και οργάνωση των χρήσεων γης. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό και με την πολιτική γης που ασκήθηκε, οδήγησε αφ’ ενός σε ένταση της δόμησης του κυρίως αστικού χώρου και αφ’ ετέρου στην οικιστική εξάπλωση πέραν των ορίων της «νόμιμης πόλης». Παράλληλα, ελαχιστοποιήθηκε η δυνατότητα έγκαιρης επέμβασης για διασφάλιση γης, απαραίτητης τόσο υπό μορφή ελεύθερων χώρων αναψυχής και πρασίνου, όσο και για την κάλυψη αναγκών κοινωνικού εξοπλισμού και μεταφορικής υποδομής.
Όπως αναφέρει και η Κ. Δεμίρη (1) κύριο λόγο στη χωροθέτηση των βιομηχανιών παίζει το είδος της κινητήριας δύναμης της παραγωγικής διαδικασίας. Στην πρώτη περίοδο (από την απελευθέρωση και την δημιουργία του νέου ελληνικού κράτους έως το 1920) η κινητήριος δύναμη είναι το νερό και μετέπειτα ο ατμός, με άμεση συνέπεια η χωροθέτηση των βιομηχανικών δραστηριοτήτων να γίνεται κοντά σε περιοχές με νερό.
Έως το 1870(2), ο όρος βιομηχανία χρησιμοποιούνταν για να δηλώσει κάθε είδους παραγωγική δραστηριότητα, από την χειροτεχνία και την βιοτεχνία μαζί, ή κάθε επιχειρηματική ή εργασιακή προσπάθεια στην βιοτεχνία, το εμπόριο, τις τράπεζες, την δημόσια διοίκηση. Δεν έχει ενσωματώσει δηλαδή ακόμη τις έννοιες της κεφαλαιακής επένδυσης, της τεχνολογίας και της μισθωτής εργασίας.
Η εκβιομηχάνιση στην Ελλάδα του 19ου αιώνα ακολούθησε απευθείας το πρότυπο της γαλλικής εξέλιξης. Το γαλλικό βιομηχανικό πρότυπο βασίστηκε στην ίδρυση μιας τράπεζας βιομηχανικής πίστεως, της Crédit Mobilier. Κύριος σκοπός της γαλλικής τράπεζας, ήταν να χρηματοδοτεί βιομηχανίες, να διοργανώνει ή να εγγυάται την δημόσια εγγραφή στο μετοχικό κεφάλαιο νέων βιομηχανιών και να συμμετέχει η ίδια στο κεφάλαιό τους. Το 1872 ιδρύεται η Γενική Πιστωτική Τράπεζα, ως πρώτη σημαντική επένδυση ομογενών κεφαλαιούχων στην Ελλάδα (Βαλτατζής και Συγγρός), με κύριο στόχο να αποσπάσουν από την Εθνική Τράπεζα μερίδιο της χρηματοπιστωτικής αγοράς, συμπεριλαμβανομένου του εκδοτικού δικαιώματος. Δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια πώς η Τράπεζα θα στηρίξει την ελληνική βιομηχανία. Στην πράξη διαπιστώθηκε ότι ούτε η βιομηχανία ούτε η γεωργία θα απασχολήσουν τους ομογενείς ιδρυτές. Το μεγαλύτερο μέρος των κεφαλαίων τοποθετείται σε χρεόγραφα, ενώ άλλο θα αφιερωθεί σε δωρεές και ευεργεσίες. Μεγάλο επίσης μέρος πηγαίνει για να καλύψει την αγορά ιδιοκτησιών (γης και κατοικίας), σε δανεισμό, αλλά και για την επανοτροφοδότηση οικείων δραστηριοτήτων σε χώρες του εξωτερικού.
Καθίσταται πλέον σαφές ότι η λεγόμενη εκβιομηχάνιση και κατά συνέπεια η εγκατάσταση βιομηχανικών δραστηριοτήτων στο νέο ελλαδικό κράτος δεν ήταν αποτέλεσμα μιας συγκεκριμένης πολιτικής βούλησης με γνώμονα μια πρώιμη αναπτυξιακή πορεία, αλλά αποτέλεσμα της πρόθεσης πλουτισμού μιας ήδη οικονομικά εύρωστης τάξης.

1. Δεμίρη Κωνσταντίνα: «Η εξέλιξη της αρχιτεκτονικής των βιομηχανικών κτιρίων στην Ελλάδα από τα τέλη του 19ου αιώνα ως σήμερα», Αρχιτεκτονικά Θέματα, τ. 25/1991
2. Ο πολλαπλασιασμός της παραγωγής σταφίδας στα 1830-1870 σε συνδυασμό με την φυλλοξήρα στα γαλλικά αμπέλια εκτοξεύει στα ύψη την τιμή του ελληνικού καρπού. Την ίδια εποχή αναπτύσσεται και η εξορυκτική δραστηριότητα στο Λαύριο. Και οι δύο αυτές περιπτώσεις δημιουργούν τις απαραίτητες οικονομικές αλλαγές για την εισαγωγή της έννοιας της εκβιομηχάνισης της χώρας.

 

Ένα μικρό έργο για τον δήμαρχο, ένα μεγάλο έργο για την πόλη β΄

Χρεμωνίδου

Η Χρεμωνίδου

Έχω άλλη μια ιδέα πάνω στον ίδιο τίτλο, μόνο που αυτή τη φορά θέλω να πω και κάτι για τον τίτλο. Γιατί αυτά τα έργα δεν είναι μόνο value for money, είναι έργα που μπορούν να σηματοδοτήσουν μια νέα εποχή ή να κλείσουν στο χρονοντούλαπο μια περασμένη. Το λέω αυτό γιατί όταν είχα πρωτοσυναντήσει το πρόβλημα που θα σας παρουσιάσω, σε μια περίοδο ευημερίας και όχι σε αυτή τη σημερινή μιζέριας της κρίσης, μου φαινόταν αδύνατον να βρει τη λύση του! Και να που τώρα είμαστε σε μια εποχή που έχω την αισιοδοξία να μιλήσω γι’ αυτό.

Η Χρεμωνίδου είναι πλέον ένας σημαντικός εμπορικός δρόμος του Παγκρατίου. Όμως αρχικά ήταν ένας μικρός δρόμος στα όρια της περιοχής, που έμελλε να γίνει σημαντικός γιατί βρίσκεται στο ίχνος ενός παλιού ρέματος, και αυτό σημαίνει πως πέρα από τα νερά της βροχής συλλέγει και όλη την κίνηση του Βύρωνα με κατεύθυνση προς το κέντρο. Για παρατηρήστε πώς συγκεντρώνονται όλοι οι δρόμοι της Ανάληψης πάνω του – εδώ στον παλιό αυτό χάρτη η Χρεμωνίδου βρίσκεται κάτω από το Τ του Παγκρατίου.

xartis30

Έτσι, με την ανάδειξη της σημασίας της οδού, πάρθηκε η απόφαση να αποκτήσει στοά, για να αυξηθεί το πλάτος του τυπικού μικρού δρόμου που είχε (9-10μ). Όμως στη γωνία Χρεμωνίδου και Φιλολάου κάτι συνέβαινε με το γωνιακό κτίριο, και ποτέ δεν γκρεμίστηκε για να χτιστεί μια καινούργια πολυκατοικία με στοά… Αν έλεγες κάτι γι’ αυτό πριν από το ’10 μάλλον θα άκουγες πως τα πράγματα αυτορρυθμίζονται και πως το πρόβλημα θα λυθεί από μόνο του…  Μάλλον αυτό που γινόταν είναι ότι οι όροφοι σε μια τέτοια διασταύρωση δεν θα μπορούσαν να πουληθούν εύκολα ούτε ως κατοικίες ούτε ως γραφεία, τα λεφτά ήταν στο ισόγειο, σε ένα μαγαζί με μεγαλύτερη βιτρίνα και περισσότερα τετραγωνικά.

Στη διασταύρωση λοιπόν Χρεμωνίδου και Φιλολάου συνωστίζονται όσοι κοιτάνε τη βιτρίνα, τα πράσινα κολονάκια, η πινακίδα και το φανάρι, τα νερά της βροχής από το ρέμα που ανθίσταται και πλημμυρίζει τη ράμπα του πεζοδρομίου όταν βρέχει, τα αυτοκίνητα που στρίβουν, τα κόκκινα κολονάκια του ΟΑΣΑ και τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα… έτσι μένουν 40 εκ. πεζοδρόμιο για τους πεζούς που περνούν!

Μήπως ήρθε η ώρα να αυτορρυθμιστούμε, μήπως ήρθε η ώρα να διώξουμε το ένα παρκαρισμένο και να αποκτήσουμε ένα αξιοπρεπές πεζοδρόμιο απ’ όπου θα μπορούν να περάσουν δύο άνθρωποι; Δεν αξίζει κάθε κέντρο γειτονιάς το δικό του μικρό-μεγάλο έργο;

 

 

 

%d bloggers like this: