Archive | Άλκηστη Ελένη Βικτωράτου RSS for this section

Πολεοδομία της Λιτότητας made in USA και η Πόλη Νυχτοφύλακας

Πριν από μερικούς μήνες έτυχε ν’ ασχοληθώ κάπως πιο διεξοδικά μ’ ένα κείμενο του οικονομικού γεωγράφου Jamie Peck για τις πολιτικές λιτότητας στις αμερικανικές πόλεις. Για πολλούς λόγους μου φαίνεται επίκαιρο — αν και, και τότε επίκαιρο μου φαινόταν. Ο τίτλος του, Austerity Urbanism (2012), με πιθανή απόδοση στα ελληνικά ως Πολεοδομία της Λιτότητας.

Στο κείμενό του κατ’ αρχάς αναλύει την ανανεωμένη φάση της λιτότητας μέσα στο γενικότερο πλαίσιο του νεοφιλελευθερισμού, την οποία τοποθετεί χρονικά μετά την κρίση του 2008. Στη συνέχεια, και μέσα από παραδείγματα  συγκεκριμενοποιεί τις δυναμικές της Πολεοδομίας της λιτότητας, τις ισχνές μορφές διακυβέρνησης των πόλεων και τις χωρικές και κοινωνικές τους επιπτώσεις. Επίσης, βλέπει το φαινόμενο της Πολεοδομίας της λιτότητας απ’ την πολιτική του σκοπιά — το ονομάζει άλλωστε και πολιτικό σχέδιο (political project). Τέλος, αναρωτιέται αν η περίοδος αυτή της λιτότητας αντιπροσωπεύει μια φάση ή είναι μια πλευρά των συνεχιζόμενων νεοφιλελεύθερων μετασχηματισμών της Αμερικανικής πόλης. Το κείμενο παρουσιάζει πολλά και αποκαλυπτικά στοιχεία που ξεκίνησα να γράφω αναλυτικά, αλλά στην πορεία σκέφτηκα ότι μάλλον θα είχε περισσότερο νόημα να δώσω μια μικρή σύνοψη ενός δύο παραδειγμάτων, σαν απεριτίφ που σερβίρεται για ν’ ανοίξει η όρεξη.

USA

Στο μέρος της εργασίας που περιγράφει πώς εφαρμόζονται οι ακραίες πολιτικές λιτότητας και η επίθεση στο κράτος πρόνοιας στις αμερικανικές πόλεις, δίνει διάφορα παραδείγματα πόλεων που χρεοκόπησαν ή βρίσκονται στο χείλος της χρεοκοπίας: Μιλάει φυσικά για το Detroit, το Stockton της California, που ονομάστηκε σ’ ενα κείμενο του Εconomist η Ελλάδα της Καλιφόρνιας,  αλλά και για το Harrisbourg (πρωτεύουσα της Pennsylvania), το Rhode Island, την Alabama κ.λπ. Ολόκληρες πολιτείες και πόλεις αφέθηκαν από την κεντρική κυβέρνηση στο έλεος των τραπεζών κατά την κρίση του 2008. Και οι πόλεις αυτές το 2012 ήταν πολλές, πάρα πολλές και διάσπαρτες στις περισσότερες πολιτείες της Αμερικής — κάνει λόγο για πάνω από 300 πόλεις που σε εκείνη τη φάση παλεύαν με τη χρεοκοπία. Από την άλλη, εξηγεί ότι η λιτότητα στην Αμερική δεν συνοδεύει μόνο τις χρεοκοπημένες πόλεις, καθώς το εκρηκτικό της κοκτέιλ μπορεί να εφαρμοστεί κάλλιστα και σε ακμάζουσες πόλεις, όπως για παράδειγμα στο Chicago, αλλά παρουσιάζει και μεγάλη επιμονή στις περιπτώσεις πόλεων με μεγάλα σωματεία και ισχυρό κράτος πρόνοιας. Λιτότητα λοιπόν παντός καιρού, λιτότητα μέχρι τελικής πτώσεως, γιατί… έτσι τους αξίζει, και παρά το γεγονός ότι εκεί ήταν ξεκάθαρο ότι η κρίση δεν οφειλόταν στο κακό Κράτος αλλά στις τράπεζες. 

Μόνο στην πολιτεία του Michigan (που σε έκταση είναι μεγαλύτερο από την Ελλάδα) η λίστα των χρεοκοπημένων πόλεων είναι μακρά (Detroit, Benton Harbor, Pontiac, Flint κ.τ.λ.), παρά το γεγονός ότι το Detroit ήταν η περισσότερο προβεβλημένη περίπτωση. Έτσι, σταχυολογώντας για την υπόθεση του Detroit, ενδιαφέρον αρχικά προκαλεί το πώς ταγκάρονταν οι αποφάσεις περί λιτότητας. Για παράδειγμα, όπως μας λέει ο J.Peck, «Tο επιλεκτικό σβήσιμο του δημοτικού φωτισμού και η μόνιμη απομάκρυνση 1.300 φωτιστικών, αφήνοντας μόνο μερικά σε κάποια στρατηγικά σημεία, χαρακτηρίστηκε από έναν δημοτικό σύμβουλο του Detroit ως υπεύθυνη μείωση».

Και σε άλλα  σημεία όμως, μαθαίνουμε ότι, όταν το Detroit μπήκε σε επιτήρηση και οι πολίτες ήθελαν να αποφύγουν την Public ACTA 4, μια αμφιλεγόμενη σειρά από μέτρα που ουσιαστικά παραχωρούσε όλες τις εξουσίες της πολιτείας σ’ έναν διαχειριστή κρίσης, «οι προσπάθειες που έκαναν για να αποφύγουν την επέμβαση ήταν εντυπωσιακές». «Ολόκληρες γειτονιές είχαν συνειδητά οριστεί ως περιοχές αποεπένδυσης, ενώ άλλες λάμβαναν δημοτικές υπηρεσίες ανά τρεις». Έτσι, «στην πραγματικότητα για να αποφύγουν την de facto χρεοκοπία και την από άνωθεν ACTA 4, επέβαλλαν στους εαυτούς τους εκ προοιμίου ακραία μέτρα λιτότητας που και ίδια η ACTA  θα επέβαλλε αν εφαρμοζόταν — λογιστικό έλεγχο, περικοπές, συναινετικές υποχωρήσεις από τα εργατικά σωματεία κ.λπ.» Και παρ’ όλες «τις εγγυήσεις και τις ρητορικές προστασίας των ζωτικών τομέων του δημοσίου, ο νέος προϋπολογισμός μείωσε τους μισθούς των πυροσβεστών και της αστυνομίας αλλά και τα δρομολόγια των λεωφορείων». Στo σημείο αυτό θα έπρεπε να εξηγήσουμε ότι στο Detroit εκτός από τους φτωχότερους αφροαμερικανούς και ισπανόφωνους που κατοικούν στις κεντρικές γειτονιές της πόλης, υπάρχουν και οι περισσότερο ευκατάστατες κοινωνικές ομάδες, οι οποίες χωρικά εντοπίζονται στα προάστια. Σε μια πόλη με τρομακτική ανεργία και απουσία δημόσιων συγκοινωνιών (για τον απλό λόγο ότι η παρουσία των μεγάλων αυτοκινητοβιομηχανιών δεν άφησε περιθώρια για ανάπτυξη υποτυπώδους δικτύου μέσων μαζικής μεταφοράς) οι επιπρόσθετες περικοπές στα μέσα μεταφοράς οδηγούν αυτομάτως στον αποκλεισμό των χαμηλότερων εισοδηματικών τάξεων από τη διεκδίκηση θέσεων εργασίας στα πλούσια προάστια. Και για κλείσιμο, η  διαπίστωση ότι: «Όλες αυτές οι πολιτικές δυστυχώς έγιναν αποδεκτές σχεδόν με αρρωστημένη παραίτηση παρά με αντίσταση με νόημα». Παρ’ όλα αυτά, όπως όλοι γνωρίζουμε, το Detroit χρεοκόπησε.

Colorado Springs, η Πόλη Νυχτοφύλακας

Η περίπτωση όμως του Colorado Springs είναι αυτή όπου η πολιτική της λιτότητας αντανακλούσε την επιθυμία των ανθρώπων. Οι πολίτες του Colorado Springs αποδείχτηκαν οι καλύτεροι μαθητές της λιτότητας. Έτσι μαθαίνουμε πως «Οι σχετικά εύποροι, αλλά ιδεολογικά κατά της φορολόγησης, κάτοικοι του Colorado Springs αποφάσισαν να προχωρήσουν σε μείωση της τάσης του ηλεκτρικού αντί για το ολοκληρωτικό μπλάκ άουτ» ή στη διαμόρφωση εθελοντικών συνασπισμών από κατοίκους έτσι ώστε να πληρώσουν τις επανασυνδέσεις του ηλεκτρικού — σε επίπεδο κάθε δρόμου ξεχωριστά.

Γιατί όμως αυτός ο ομαδικός παροξυσμός λιτότητας; Όπως μας εξηγεί, η Colorado Springs έχει μείνει γνωστή στην Αμερική σαν η πρωτεύουσα της Xριστιανικής Δεξιάς. Ο χαρακτήρας αυτής της ξεχωριστής μετα-βιομηχανικής πόλης ξεκίνησε να διαμορφώνεται το 1980. «Η Colorado Springs προσπαθώντας να διαφοροποιήσει την οικονομική της βάση που σχεδόν αποκλειστικά στηριζόταν στις στρατιωτικές εγκαταστάσεις κατά την περίοδο του ψυχρού πολέμου, στόχευσε στους τομείς υψηλής τεχνολογίας και έντασης γνώσης». Παράλληλα όμως, εισήγαγε και ένα πακέτο φορολογικών ελαφρύνσεων σχεδιασμένων να προσελκύσουν θρησκευτικές οργανώσεις. Έτσι, χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της μεταφοράς του κολοσσού Focus on the Family από το Los Angeles στο Colorado (1.200 υπάλληλοι) το 1991 αλλά και η ψήφιση του νομοσχεδίου του TABOR που λειτούργησε «σαν πρελούδιο για μια συνταγματική τροπολογία που οδήγησε την Πολιτεία του Colorado να υιοθετήσει πολιτική μόνιμου περιορισμού στην αύξηση της φορολογίας της ιδιοκτησίας. (…) Μόδα έγινε επίσης η συνεχής μείωση των δημόσιων υπηρεσιών». Oι συμπαθούντες την πολιτική αυτή έλεγαν ότι «οι περικοπές πήγαιναν πολύ καλύτερα ακόμα και από μια δημοσιονομική συντηρητική ατζέντα». Οι φόροι της ιδιοκτησίας είχαν πέσει κατά 41% —απ’ τους χαμηλότερους στις ΗΠΑ— και οι πόλεις της πολιτείας του Colorado ουσιαστικά χρηματοδοτούνταν από τη διάχυση, προς τα κάτω, του φόρου κατανάλωσης. «Όταν δε, κατά την τελευταία ύφεση, η κατανάλωση συρρικνώθηκε: έκλεισαν τα πάρκα και τα δημόσια λουτρά καθώς επίσης σταμάτησε και η περιποίηση των δρόμων, το κούρεμα του γρασιδιού κ.λπ. Ενώ στην do-it-yourself πόλη, τα ¾ των υπαλλήλων της πόλης δουλεύουν στον τομέα της ασφάλειας, διαμορφώνοντας με αυτόν τον τρόπο αυτό που λέγεται το Κράτος Νυχτοφύλακας. (A NIGHT WATCHMAN STATE)»

 

 

 

 

 

 

 

 

Advertisements

Από το Μαρούσι στο CanMasDeu και τον Επίκουρο

Ψάχνοντας, πριν από μερικές μέρες, να βρω τον δεύτερο δημοτικό κήπο Αμαρουσίου, που βρίσκεται στο κτήμα Καρέλλα (και σε άμεση επαφή με το κτήμα Συγγρού), πέρασα απέξω από μια μονοκατοικία μ’ έναν πολύ εκτεταμένο κήπο να την περιτριγυρίζει. Εντυπωσιάστηκα από τις καλλιέργειες που είχαν απλώσει οι ιδιοκτήτες σε κάθε γωνιά του· σαν να σε προσκαλούσε ν’ απλώσεις χέρι να πάρεις, περίπου. Στην Άνδρο παλιά έλεγαν «Κτήμα όσο μπορείς και σπίτι όσο χωρείς». Αλλάξαν όμως οι καιροί, ε; Σε κάποια στιγμή δε, πέρασε από το μυαλό μου ότι μπορεί να ήταν και αυτός ο χώρος που είχε παραχωρηθεί από τον Δήμο στους κατοίκους για καλλιέργειες, και γι’ αυτό είχαν κρύψει με μεταλλικά πετάσματα, στερεωμένα καλά στα κάγκελα, τη θέα προς τον κήπο. Αλλά τελικά ο χώρος που είχε παραχωρηθεί για να καλλιεργηθεί από δημοτές του Αμαρουσίου που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες ήταν λίγο πιο κάτω. Δυστυχώς παρατημένος και σε κατάσταση αναμονής, με τις πλαστικές ριγέ κόκκινες κορδέλες να ανεμίζουν σαν ουρές χαρταετών δεμένες πάνω στα μεταλλικά ραβδιά που οριοθετούσαν τις μικρότερες κατατμήσεις της γης. Ελπίζω πάντως, να ξεπεραστούν τα προβλήματα και να προχωρήσει κι αυτός, γιατί σε σχέση με τον πρώτο δημοτικό κήπο Αμαρουσίου βρίσκεται πραγματικά σε περισσότερο προνομιακή θέση.

1ος Δημοτικός Κήπος Αμαρουσίου

Μετά, ολόκληρη περιπέτεια για να βρω τον αυτοδιαχειριζόμενο Αγρό του Πάρκου Τρίτση. Ένας που ρώτησα μου ‘πε: «Ε, αγρός λέγεται άρα μες τους αγρούς θα είναι, τράβα αυτό το δρομάκι και θα τον βρεις». Και αφού περιπλανήθηκα για κάμποση ώρα στα μονοπατάκια ανάμεσα στις φυστικιές, τις ροδιές και τις ελιές βρήκα το φούρνο, το περιβόλι και το κοντέινερ-κονάκι. Δυστυχώς ήταν κλειστός, αλλά τουλάχιστον τώρα ξέρω πού θα τον βρω όταν ξαναπάω.

Θα πει κανείς, μα όλα αυτά είναι ψήγματα αστικών καλλιεργειών μέσα στη δική μας απέραντη τσιμεντούπολη. Ψύλλοι στ’ άχυρα. Αλλά κοίτα που το μικρό κάνει τη διαφορά. Είδατε τελευταίως το πάρκο Ναυαρίνου με τον μικρό του εκπαιδευτικό κήπο στην καρδιά του; Είδατε τι ζωή έχει τραβήξει στα πέριξ του; (Και λέω στα πέριξ γιατί υπάρχουν και αυτοί που διστάζουν ακόμα και να διασχίσουν τη μεγάλη διαγώνιό του που ενώνει ωραία τις δύο άκρες του, και έτσι να περάσουν μπροστά από τον λαχανόκηπό του.) Μεγάλη διαφορά. Κάποιοι λένε μάλιστα, ότι έχουν ανέβει και οι αξίες γης τριγύρω. Μεγάλη διαφορά.

image3_1_05_2013

Από μια γιορτή του Πάρκου Ναυαρίνου δυο Μάηδες πίσω

Είτε πάντως αυτοδιαχειριζόμενα, είτε δημοτικά οργανωμένα, είτε στους κήπους των νοσοκομείων ή των σχολείων, τα μικρά αυτά κτήματα αστικών καλλιεργειών, εκτός από τα τρόφιμα που παράγουν και τον εκπαιδευτικό τους ρόλο, διαμορφώνουν νέα τοπία στην πόλη μας. Και μπορεί να έκαναν την εμφάνισή τους με την κρίση και να μην έχουν τα 13 χρόνια που έχει πίσω του το CanMasDeu στα περίχωρα της Βαρκελώνης, με συνελεύσεις 150 ατόμων και μεγάλη απήχηση στην ευρύτερη γειτονιά, με μεγάλης κλίμακας παραγωγή και με φόντο ένα υπέροχο παλιό εγκαταλελειμένο λεπροκομείο, αλλά σηματοδοτούν μια στροφή.

Sentados_a_la_mesa_en_Can_Masdeu

Γεύμα στο CanMasDeu: Αυτοδιαχειριζόμενος αγρός στα περίχωρα της Βαρκελώνης.

Στην ίδια όμως περίπου στροφή ιδρύθηκε κάποτε και ο Κήπος του Επίκουρου.

Ο κήπος του Επίκουρου θα μπορούσε να θεωρηθεί ένα από τα πρώτα δείγματα αστικής καλλιέργειας στον ελλαδικό χώρο και γενικότερα. Επρόκειτο για έναν κήπο που βρισκόταν ανάμεσα στο Δίπυλο του Κεραμεικού και την Ακαδημία του Πλάτωνα, στα περίχωρα της τότε Αθήνας και εκτός των βόρειων τειχών της. Σήμερα είναι αυτός ο χώρος που περικλείεται από την οδό Πειραιώς, την Ιερά Οδό, τη Λ. Κωνσταντινουπόλεως και τη Λ. Αθηνών. Στη δε οδό Κεραμεικού έχει βρεθεί το δάπεδο μιας κατοικίας που θεωρείται ότι ανήκε στην ομώνυμη σχολή του.

Ο Επίκουρος γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Σάμο καθώς ο πατέρας του ήταν Αθηναίος άποικος που είχε πάει στο νησί. Ωστόσο, το δεύτερο μισό του 4ου αιώνα, και μετά από πολλές περιπέτειες, κατέληξε στην Αθήνα όπου και αγόρασε έναν κήπο με σκοπό να ιδρύσει τη φιλοσοφική του σχολή.

Τον 4ο αιώνα π.Χ. όμως, η πόλη των Αθηνών βρίσκεται αντιμέτωπη με μια βαθιά οικονομική και πολιτική κρίση. Συγκεκριμένα ο καθηγητής κλασικής αρχαιολογίας Μ. Τιβέριος γράφει: «Γνωστή, π.χ., είναι η οικονομική κρίση που έπληξε τους Αθηναίους για μεγάλο μέρος του 4ου αι. π.Χ. Οι αρχές της ανάγονται στο τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου (403 π.Χ.), που βρήκε την Αθήνα ηττημένη και εξαθλιωμένη. Αξίζει να επισημανθεί ότι κάποια γνωρίσματα της κρίσης αυτής είναι πολύ οικεία και στις μέρες μας. Και τότε οι πλούσιοι έγιναν λιγότεροι και πλουσιότεροι και οι φτωχοί περισσότεροι και φτωχότεροι. Και τότε ο πληθυσμός, κατά ένα μεγάλο μέρος, είχε εγκαταλείψει την ύπαιθρο και είχε αναζητήσει τα μέσα επιβίωσής του στην πόλη».

Μέσα σ’ αυτό λοιπόν το ιστορικό πλαίσιο, ιδρύεται ο Κήπος του Επίκουρου. Τι ήταν όμως ο κήπος αυτός; Ουσιαστικά, ήταν ο τόπος μιας μικρής κοινωνίας, όπου οι επικούρειοι ή «οι από κήπου» είχαν διαμορφώσει εκείνους τους όρους που επέτρεπαν ν’ αναπτυχθούν βαθιές σχέσεις φιλίας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ τους. Στον κήπο εκείνο δεν υπήρχαν διαχωρισμοί μεταξύ γυναικών και ανδρών, δούλων και αθηναίων πολιτών. Μια ατμόσφαιρα φιλίας, ψυχαγωγίας και τέρψης ή, με σημερινούς όρους, μια ατμόσφαιρα αλληλεγγύης και αναψυχής, μαζί με τη δυνατότητα πρόσβασης σε καλή διατροφή, δημιουργούσε στενούς δεσμούς μεταξύ των μελών του Κήπου για πολλά χρόνια, ακόμα και μετά τον θάνατο του Επίκουρου.

Όπως συνέβαινε τότε, έτσι και στις μέρες μας, οι άνθρωποι διαμορφώνουν μια μικρή κοινωνία γύρω από τους αστικούς αγρούς, για λόγους αυτοσυντήρησης, αλλά και για να συζητήσουν για την κρίση της πόλης και να αναζητήσουν από κοινού λύσεις, έτσι ώστε το «τοπίο» ν’ αλλάξει επί της ουσίας.

P1040511

 

 

Τώρα που γίνονται όλα πιο πράσινα… (Μέρος Β)

Συνεχίζοντας το προηγούμενο κείμενο για τη φύση, και την ιδεολογία της φύσης που έχει στηθεί στο πέρασμα του χρόνου, αντιλαμβανόμαστε ότι αρκετοί από εμάς έχουμε συνηθίσει να δεχόμαστε κάθε λογής κοινότοπες σκέψεις και αντιλήψεις γύρω απ’αυτήν.

Αναρωτιόμαστε λοιπόν, τι θα μας έκανε να μην αντιμετωπίζουμε τη φύση σαν την παιδική χαρά της πόλης; Όπως για παράδειγμα μετατρέπονται τα βουνά του λεκανοπεδίου της Αττικής την Πρωτομαγιά; Χωρίς καθόλου να θέλω να πω ότι κακώς πηγαίνουμε στην Πάρνηθα, στην Πεντέλη και στον Υμηττό την Πρωτομαγιά. Αντίθετα, στόχος είναι η έκφραση της ανάγκης προς μια διερεύνηση διαφορετικών τρόπων να αντιληφθούμε την ύπαρξή μας στη φύση αλλα και την απελευθέρωση της σκέψης μας από έναν τρόπο αντιμετώπισής της μέσω στόχων τύπου: 10% παγκόσμια μειώση των εκπομπών του διοξειδίου του άνθρακα μέχρι το 2080.

Ο Neil Smith στο Uneven Development, όσο μας εξηγεί αναλυτικά το πώς εξελίσσεται η ιδεολογία της φύσης στο πέρασμα των αιώνων από τον ρομαντισμό και την επιστημονική σκέψη, άλλο τόσο μας εξηγεί το πώς αποσιωπάται ο ρόλος της κοινωνίας στην εν λόγω ιδεολογία αλλά και πώς τελικά παράγεται η φύση. Και μεταφράζοντας-παραφράζοντας από μνήμης: Ο Νεύτωνας μας εξηγεί τους φυσικούς νόμους της πτώσης της Φράουλας της Μανωλάδας αλλά δε μας μιλάει καθόλου για το πώς παράχθηκε η φράουλα αυτή, ποιοι εργάστηκαν για την παραγωγή της, πόσες ώρες και κάτω από ποιες συνθήκες. Και επειδή ήδη κάποιοι μπορεί να σκέφτηκαν ότι οι φυσικές επιστήμες θα πρέπει να ασχολούνται με τη φύση ενώ οι κοινωνικές με την κοινωνία, ο Neil Smith σπεύδει να μας υπενθυμίσει ότι οι φυσιοκράτες του 18ου αιώνα θεωρούσαν τη φύση ως την πρωταρχική πηγή αξίας. Στο σταυροδρόμι λοιπόν αυτό, μεταξύ φύσης και κοινωνίας, αναδύεται ένα ολόκληρο ρεύμα σκέψης που ονομάζεται κοινωνική οικολογία. Και το ερώτημα που τίθεται είναι αν πρόκειται για το ίδιο μονοπάτι γύρω από το οποίο μπορούμε να κινηθούμε για να διαμορφώσουμε ένα φυσικότερο μέλλον. Θα μπορούσαν άραγε, οι αυτοοργανωμένοι αστικοί αγροί ή οι κοινωνικοί αγροί τύπου Αβάνας να αποτελούν μια μερική απάντηση του παραπάνω ερωτήματος; Αλλά ας ελπίσουμε ότι το μέλλον μπορεί να κρύβει και άλλες, μεγαλύτερες εκπλήξεις πέρα από τους πιθανούς τρόπους που μπορεί να έχουμε μέχρι τώρα σκεφτεί.

Και τώρα που λέμε για εκπλήξεις, σε λίγο πιο προσωπικό στυλ τα Post Data.

Προσπαθώντας να βρω μια ροή και να καθίσω να γράψω έψαχνα μια μουσική συντροφιά. Τι πιο συνηθισμένο, ε; Έτσι λοιπόν, για άλλη μια φορά, κατέληξα στις έτοιμες playlist του spotify και ειδικότερα σ’ αυτές που έχουν την ετικέτα deep focus. Η αλήθεια είναι ότι έχω καταφύγει αρκετές φορές σ’ αυτές με ευεργετικά αποτελέσματα. Ωστόσο, αυτήν τη φορά, ανακάλυψα μια καινούρια, που δεν την είχα ξανακούσει, με το όνομα Nature Noise. Η εν λόγω playlist σου εξασφαλίζει για 19 ώρες και 17 λεπτά ακούσματα από ζούγκλες με γρύλους, βατράχια, κελαϊδίσματα πουλιών, μικρά θηλαστικά αλλά και ακούσματα από ανέμους, θαλάσσια κύματα και πολλά άλλα συναφή μακρινά-κοντινά και πάντα φυσικά. Πριν όμως καλά καλά απορροφηθώ στην εργασία μου, η σκέψη μου αυτόματα πήδησε σ’ ένα πολύ περίεργο θέαμα που είχα αντικρίσει πριν από λίγα χρόνια σε μια επίσκεψή μου στο μουσείο επιστημών της Βαρκελώνης. Σε μια τεράστια αίθουσα είχαν μεταφέρει ένα κομμάτι τροπικού δάσους. Ήταν επί της ουσίας, η πρώτη γυάλα φύσης που έβλεπα. Τώρα βέβαια μπορώ να εξηγήσω την έκπληξη εκείνη μιας και καταλαβαίνω πια ότι εκείνο το δάσος ήταν η εξέλιξη των κλουβιών ζώων στους ζωολογικούς κήπους και των ενυδρείων. Το πρώτο κομμάτι της playlist κάλλιστα θα μπορούσε να είχε ηχογραφηθεί εκεί μέσα.

Τώρα που όλα γίνονται πιο πράσινα…(Μέρος Α)

Το Πάσχα οι περισσότεροι μάλλον από μας καταλήξαμε στο χωριό μας. Αυτοί δε που είχαν και κάποια άνεση οικονομική μπορεί να πήγαν και κάπου αλλού, ίσως σ’ ένα νησί ή σε κάποιο βουνό, μακριά από την πόλη. Κάπου πάντως, γύρω ή κοντά στο χωριό σας, δεν μπορεί, κάπου θα πήρε το μάτι σας και τη Φύση. Άσε που αρκετοί από μας πήγαν άλλωστε γι’ αυτή, για να τη δουν λίγο και να γίνουν ένα μαζί της. Δεν σε ξεκουράζει άλλωστε μια βόλτα στο ξέφωτο ενός δάσους ή το χάζι μπροστά σ’ ένα θαλασσινό τοπίο; Οι πιο τυχεροί βέβαια, αυτοί δηλαδή που ζουν στο χωριό τους, μπορεί και να τη βλέπουν καθημερινά − αυτοί πια, γίνονται ένα με την εξημερωμένη και άκακη φύση. Οι υπόλοιποι την ποτίζουμε στις γλάστρες των μπαλκονιών μας, την προσπερνάμε στους δρόμους, την αγοράζουμε στη λαϊκή της γειτονιάς −1,50 ευρώ το ματσάκι οι ανεμώνες− τη βλέπουμε να τρυπώνει ανάμεσα στα κτήρια, τη χαζεύουμε στα πάρκα ή την ατενίζουμε καρέ καρέ περπατώντας σε στιβαρούς λιμενοβραχίονες, εξημερωμένη και άκακη πάλι, κάτι σαν… κατοικίδιο.

Schuiten Francois

Εδώ και πολύ καιρό πάντως, και αυτό είναι, λένε, κοινή γνώση για τους γεωγράφους, η φύση δεν έχει καμία σχέση με αυτό που ήταν κάποτε, κι αυτό άρχισε την αναθεματισμένη εκείνη στιγμή που ο άνθρωπος κατάλαβε τι μπορεί να κάνει με τα χέρια του, εκτός από το να βγάλει τα ίδια του τα μάτια. Από τη στιγμή δηλαδή που ξεκινάει η ανθρώπινη ιστορία. Αλλά αναρωτηθήκατε τι μπορεί να ήταν κάποτε η φύση; ‘Η τι είναι σήμερα;

Ως φοιτητές της αρχιτεκτονικής, δεν μπορεί, κάποια στιγμή εκεί που σχεδιάζατε μια πλατεία ή κάποιο κτήριο εκτός ή εντός πόλης θα απορρίψατε κινήσεις που χαλάνε το τοπίο ή που απαιτούν θηριώδεις εκσκαφές. Άλλες, πάλι, φορές δεν θα το κάνατε, γιατί ξέρατε ότι η τεχνολογία μπορεί να δώσει πολλές ευφυείς λύσεις σε τέτοια λεπτά προβλήματα, άσε που όλ’ αυτά που χτίζαμε ήταν απλές ασκήσεις επί χάρτου, θεωρητικές κατασκευές, διάττοντες αστέρες ενός το πολύ δύο εξαμήνων. Η εκπαίδευση όμως συνεχίζει να έχει έναν κάποιο ρόλο κι αυτό που μας έμαθε ή άφησε να εννοηθεί ήταν ότι η φύση είναι κάτι το εξωτερικό, μια −επιτρέψτε μου τον νεολογισμό− εξωτερικότητα που δεν μας περιλαμβάνει, το χαλί πάνω στο οποίο θα ακουμπήσουμε την μικρο- ή μακρο-κατασκευή μας. Η διαφορά μας απ’ αυτή −καθώς, μην ξεχνιόμαστε, κι εμείς οι ίδιοι είμαστε μέρος της− έγκειται στο ότι αυτή παράγεται μόνη της − χωρίς την επέμβασή μας! Φευ! Ό,τι άλλο ίσον τεχνητό.

Schuiten Francois

Ως πολίτες σίγουρα, μετά από τόση διαφήμιση πια, σκεφτήκατε ότι ήρθε ο καιρός να ανακυκλώνετε κι εσείς, ανεξάρτητα αν τα σκουπίδια καταλήγουν στις κλασικές χωματερές − σαν την ελάχιστη συμβολική πράξη για το φυσικό περιβάλλον που ζούμε ή δεν ζούμε. Σας πέρασε φυσικά απ’ το μυαλό είτε να διεκδικήσετε πράσινο για την πόλη σας είτε να σταθείτε δίπλα σ’ αυτούς που όντως το έκαναν, ή ακόμα να διαμαρτυρηθείτε για τις μεγάλες πυρκαγιές του 2009.

Ως κάτοικοι της πόλης, οργανώνετε τακτικές αποδράσεις για να συναντηθείτε μαζί της. Κι εδώ όμως, η φύση για σας είναι μια εξωτερικότητα. Ένα δωμάτιο με θέα, ένα εισιτήριο για μια βόλτα με το βαρκάκι που κάνει το γύρο του νησιού, μια ωραία σκηνούλα με δίχτυ στην οροφή για να κοιτάς τη νύχτα με τα χέρια διπλωμένα πίσω από το κεφάλι. Μια εξωτερικότητα που για να μπούμε μέσα της και να γίνουμε ένα μαζί της πρέπει πρώτα να την αγοράσουμε. Δυστυχώς ναι. Με αυτά όμως μείναμε και με αυτά πορευόμαστε; Κάποιοι βέβαια την αγοράζουν μέσω του ωραίου τους εξοχικού ή χτίζοντας τα σπίτια τους στις παρυφές των πόλεων. Άλλοι πάλι με εισιτήριο 1,40 για το πιο κοντινό τους πάρκο, που παίζει και να απομονώνει τους ήχους των αυτοκινήτων. Σε κάθε περίπτωση, όλοι αγοράζουμε φύση.

Schuiten Francois

Κάποιοι λένε λοιπόν πως πάνω σ’ αυτήν την ιδεολογία της φύσης −που κυλάει σαν μια κρύα μπίλια σ’ ένα αυλάκι με δύο τέρματα μεταξύ εξωτερικότητας και καθολικότητας− χτίστηκε όλη η εκμετάλλευσή της. Έτσι που όλα τα φυσικά να παράγονται και όλα τ’ απόβλητα της παραγωγής τους να γίνονται φυσικά. Δεν έχετε άλλωστε πειστεί ότι ο ανταγωνισμός, το κέρδος, η ιδιωτική περιουσία, οι πόλεμοι, η βία, ο σεξισμός και ο ρατσισμός είναι σύμφυτα με την ανθρώπινη φύση; Το να τα πολεμάς είναι σαν να πολεμάς την ανθρώπινη φύση. Κι έτσι, ενώ η φύση εξανθρωπίζεται ο άνθρωπος «φυσικοποιείται» κατά τα λόγια του γεωγράφου Alfred Schmidt, της σχολής της Φρανκφούρτης.

Κι εγώ κάποτε αναρωτιόμουν… Πού τελειώνει άραγε η φύση και πού αρχίζει η πόλη;

Συνεχίζεται…

Post Data: Οι εικόνες είναι από τον κομίστα και αρχιτέκτονα François Schuiten και είναι συνδεδεμένες στις πηγές τους.

 

%d bloggers like this: