Archive by Author | logopoli

Διερευνώντας την έννοια του τόπου

 

 

f1Διερευνώντας  την έννοια του τόπου μέσα από το παράδειγμα της κατασκευής ενός κοινόχρηστου ξυλόφουρνου  στην πλατεία ενός χωριού

Όταν άρχισα να ασχολούμαι με το δίπολο τόπος-χώρος, παρατήρησα πως όσες φορές σκεφτόμουν αυτό το θέμα ερχόταν συνειρμικά στο μυαλό μου ένα πρόσφατο μικρό έργο στην πλατεία ενός χωριού, που ολοκληρώθηκε το προηγούμενο καλοκαίρι (2014). Ήταν ένας κοινόχρηστος ξυλόφουρνος, που κτίστηκε με συλλογική προσπάθεια στην οποία συμμετείχα, έτσι είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω από κοντά αυτό το περίεργο γεγονός.

Δεν είθισται να υπάρχουν κοινόχρηστοι ξυλόφουρνοι στις πλατείες των χωριών, ένα τέτοιο έργο δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις που συνήθως υπάρχουν, ούτε εμφανίζεται ποτέ σαν προεκλογική υπόσχεση. Τα προβλήματα που έχουν τα χωριά φαίνεται να είναι προβλήματα «χώρου» t χρόνος απόσταση από τον γιατρό, x συχνότητα δρομολογίων, n κανάλια στους δέκτες. Όμως οι «του χωριού» αποδέχτηκαν με ιδιαίτερο ενθουσιασμό αυτή την ιδέα και την ολοκλήρωσαν με προσωπική εργασία και οικειοθελείς συνεισφορές παρά τα όσα προβλήματα της εποχής (αν και μάλλον οι συνθήκες της εποχής γέννησαν ένα τέτοιο έργο).

Αυτό που άρχισα να υποψιάζομαι ήταν πώς η ιδέα του κοινόχρηστου φούρνου έκανε μια μετάθεση της βάσης του προβλήματος, αντιμετώπιζε το χωριό ως τόπο και όχι ως χώρο. Θεωρούσε ως δεδομένο την ανάγκη να νοηματοδοτηθεί η γειτονία. Αυτή η υπόθεση μπορούσε να εξηγήσει ή έστω να σχολιάσει τον ενστικτώδη ενθουσιασμό των συμμετεχόντων, αλλά και την αδυναμία όσων δεν συμμετείχαν να βρουν το νόημα μιας τέτοιας πράξης. Επίσης προέκυψαν και άλλα ενδιαφέροντα ερωτήματα, τί εκφράζει αυτό το έργο;  ποιούς αφορά ο τόπος και ποιοί έχουν λόγο και δικαίωμα να τον διαμορφώνουν;

Αυτό το μικρό έργο μοιάζει σαν να ακροβατεί στα όρια του διπόλου τόπος-χώρος. Έτσι μπήκα στην σκέψη να αφηγηθώ την ιστορία του ως μια εργασία διερεύνησης των εννοιών του τόπου και του χώρου. Να διερευνήσω δηλαδή τις έννοιες στην προσπάθεια μου να αφηγηθώ την ιστορία με συνοχή, δομή και νόημα.

Ο φούρνος ξεκίνησε σαν ιδέα, κάθε χρόνο ο σύλλογος του χωριού ολοκλήρωνε και ένα μικρό έργο (μια βρύση, μια μάντρα..) και κάθε χρόνο η μεγάλη συζήτηση ήταν το έργο της επόμενης χρονιάς. Έχοντας μόλις αποφοιτήσει από την αρχιτεκτονική και επηρεασμένος από σύγχρονες προσεγγίσεις πολεοδομικής ανάπτυξης, προσπαθούσα να σκεφτώ  το έργο εκείνο, που θα  αφορούσε τις δυο μεγάλες λανθάνουσες δυναμικές του χωριού. Την ανάγκη να αναπτύξουμε την παραμελημένη αγροτική παραγωγή, καθώς επίσης  να αναζωογονήσουμε την κοινωνική ζωή της επαρχίας.

Ο κοινόχρηστος ξυλόφουρνος μπορούσε να αναδείξει την παραγωγή και να κάνει περήφανους τους παραγωγούς για την δουλειά τους και τα προϊόντα τους αλλά επίσης να λειτουργήσει ως μέσω κοινωνικής όσμωσης. Το έργο αν και μικρό μπορούσε να αναδείξει ένα τρόπο ζωής στην επαρχία που δεν θα μιμείται των αστικό τρόπο ζωής.

το διαμέρισμα

Νομίζω πως ζούμε το τέλος μιας μεγάλης εποχής, την εποχής της αστικοποίησης. Η αστικοποίηση ήταν μια συνειδητή πολιτική στρατηγική που προσπαθούσε να διαχειριστεί την μεταπολεμική κατάσταση της χώρας. Έθετε ως στόχους την οικονομική ανάπτυξη, την εξασφάλιση δουλειάς στο ανειδίκευτο ανθρώπινο δυναμικό, την επούλωση των τραυμάτων του εμφυλίου, το στεγαστικό πρόβλημα.

Είναι πολύ ενδιαφέρον το πώς επιτεύχθηκαν όλοι αυτοί οι στόχοι με μία στρατηγική. Είναι ενδιαφέρον το πώς η ενασχόληση με την μικροιδιοκτησία ήταν καταλυτική για να ξεπεραστούν τα τραύματα του εμφυλίου, μετατρέποντας ιδεολόγους σε νοικοκυραίους. Για να εξηγήσουμε όμως όλη αυτή την ανάπτυξη είναι σημαντικό να κατανοήσουμε τον θεσμό της αντιπαροχής. Το κλειδί αυτής της ανάπτυξης ήταν η υπεραξία που παρήγαγε η αντιπαροχή, γιατί διαμέρισμα δεν σήμαινε απλά σπίτι, σήμαινε την δυνατότητα να είσαι μέρος της μεγαλούπολης, μέλος του κυρίαρχου τρόπου ζωής, εξασφάλιση, εξασφάλιση ακόμα και για τα παιδιά σου, αυτόματα γινόσουν αστός από χωριάτης.  Άρα άξιζε να προσπαθήσεις πολύ για κάτι τέτοιο.

Στην ανάπτυξη της αυτή η στρατηγική πράγματι απέδωσε, στην ολοκλήρωση της όμως δημιούργησε μια φούσκα στην οικοδομή, ένα πυκνό αστικό περιβάλλον, αστική διάχυση και τέλος την ανάγκη να απαγκιστρωθούμε από αυτή την στρατηγική, που είχε χαραχθεί πάνω σε δεδομένα τόσο διαφορετικά από τα σημερινά. Η παραδοχή του αδιεξόδου αυτής της πορείας, η επίσημη δηλαδή έναρξη της κρίσης, σήμαινε την κατάρρευση του εποικοδομήματος, των υπεραξιών, του κυρίαρχου φαντασιακού… Η κρίση ως βίωμα  ήταν κυρίως η ψυχολογική πίεση που δεχόταν το άτομο από την αδυναμία του να φανταστεί ένα πιθανόν μέλλον αλλά και από την έλλειψη ασφάλειας που πλέον δεν την παρείχαν η θέση του και τα τετραγωνικά μέτρα που είχε εξασφαλίσει μέσα στο αστικό συνεχές, άλλωστε οι πιο πολλοί πέθαναν γιατί αυτοκτόνησαν ή αρρώστησαν. Το διαμέρισμα έχασε αυτούς τους πολλαπλούς ρόλους του και πλέον ήταν απλά και μόνο κτισμένος χώρος. Η κρίση πέρα από όλες τις άλλες πτυχές της ήταν και κρίση της αντίληψης μας για τον χώρο και της σχέσης μας με αυτόν.

η πόλη

Η έναρξη της κρίσης λειτούργησε και ως ένα άλλο ορόσημο, για πρώτη φορά στην μεταπολεμική ιστορία διακόπηκε και αντιστράφηκε το εσωτερικό μεταναστευτικό ρεύμα προς την πρωτεύουσα. Ήδη αρκετές περιφερειακές πόλεις και χωριά έχουν γίνει ελκυστικότερα και ανταγωνιστικότερα, αυξάνοντας ή κρατώντας σταθερό τον πληθυσμό τους.

Τα τελευταία χρόνια, μια νέα στροφή προς τον δημόσιο χώρο έχει παρατηρηθεί στον δυτικό κόσμο, το μεγάλο ερώτημα δεν είναι το ποιό σπίτι αλλά το ποιά γειτονιά. Έτσι έχουμε πλέον εξοικειωθεί με έννοιες όπως, place branding, gentrification, place management, guerrilla farming ή με την εξάπλωση της χρήσης του ποδηλάτου. Στην Ελλάδα διόλου τυχαία δεν έχουν μεταφραστεί αυτοί οι όροι, θα ήταν όμως λάθος να ισχυριστούμε πως κάτι τέτοιο συμβαίνει γιατί δεν υπάρχει αντίστοιχη ανάγκη, γιατί εδώ ίσως να υπάρχουν άλλες δυνατότητες, ευκαιρίες και μεθοδολογίες. Άλλωστε ζούμε την κρίση της πολεοδομικής ανάπτυξης  που δεν ενδιαφέρθηκε καθόλου για τον δημόσιο χώρο τόσο της αστικής διάχυσης, όσο και τον πυκνών αστικών γειτονιών.

Ο Δεκέμβρης του ’08 έχει χαρακτηριστεί κραυγή από το μέλλον. Η αγωνία και η ενσυναίσθηση της παρακμής είχε εκφραστεί πολύ ωραία στο μήνυμα των μαθητών «Μη μας ρίχνετε άλλα δακρυγόνα εμείς κλαίμε κι από μόνοι μας».  Είμαι της άποψης πως η σύγκρουση αφορούσε δυο διαφορετικές αξιακές αντιλήψεις. Την ιδιώτευση και την αξία της πόλης, εν τέλει ήταν ο πεζόδρομος αυτός ο μεταβατικός  χώρος εκεί όπου αυτά συγκρούστηκαν. Τα δύο αναπάντητα ερωτήματα από τις δύο πλευρές  ήταν «τί δουλειά είχε το παιδί αυτό εκεί;», «πώς γίνεται να στοχοποιείται η παρουσία νέων στο δημόσιο χώρο;»  Η ερμηνεία μπορεί και να είναι λίγο αυθαίρετη αλλά έπειτα παρατηρούμε μια έξαρση συνεργατικών ή αυτόδιαχειριζόμενων πρωτοβουλιών που συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας. Και υπάρχει ένα ενδιαφέρον ερώτημα για το αν υπάρχει κάποια σχέση ανάμεσα σε τέτοιες πρωτοβουλίες και στις έννοιες του τόπου και της πόλης.

το χωριό

Η πόλη είναι και δικό μου όραμα, όχι όμως η μεγαλούπολη της αστικοποίησης. Δεν αντιλαμβάνομαι την πόλη ως προς την μορφή της, ως προς το πλήθος των κτιρίων της, αλλά ως την δυνατότητα για διάδραση και κοινωνική όσμωση.

Στην διπλωματική(2011) μου είχα δουλέψει πάνω σε ένα μηχανισμό που θα μπορούσε να αντικαταστήσει τον μηχανισμό της αντιπαροχής, αντί να μετατρέπουμε μονοκατοικίες σε πολυκατοικίες θα μετατρέπαμε το αστικό συνεχές σε πόλεις. Παρουσιάζοντάς την κατάλαβα πως κάτι τέτοιο ήταν μάλλον ανέφικτο, για ένα βασικό λόγο, οι κριτές και οι συνάδελφοι μου αντιπαρέβαλλαν το παράδειγμα του ανθρώπου που ζει σε διαμέρισμα χωρίς να ενδιαφέρεται να γνωρίσει τους γείτονες του, απολαμβάνοντας το να είναι άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Η αλλαγή ήταν αδύνατη γιατί απαιτούσε διαφορετική αντίληψη πόλης, απαιτούσε ένα κυρίαρχο φαντασιακό διαμορφωμένο πάνω στην έννοια του τόπου και όχι του χώρου.

Συνέβαινε δηλαδή το εξής οξύμωρο οι άνθρωποι που απαιτούσαν την πόλη, που απαιτούσαν περισσότερη κοινωνική ζωή και όσμωση να είναι οι άνθρωποι του χωριού! Όσοι είχαν επιστρέψει ή είχαν αποφασίσει συνειδητά και ηθελημένα να μείνουν εκεί αναζητούσαν μέσα από την επιλογή τους ένα πιο ανθρώπινο τρόπο ζωής και αρμονική συνύπαρξη με τους γύρω τους. Ακόμα και αν αυτό δεν είναι γενικευμένο στην επαρχία υπήρχε μια μαγιά για να υποστηρίξει την ιδέα του φούρνου.

χώρος και εξουσία

Όταν συμφωνήσαμε να ξεκινήσουμε την κατασκευή ένα από τα πρώτα ερωτήματα που έπρεπε να απαντηθούν ήταν το ποίοι έχουν τον λόγο σε ένα τέτοιο έργο και αν θα ζητήσουμε άδεια από τους υπεύθυνους κρατικούς θεσμούς.

Αυτό το έργο ήταν κάτι διαφορετικό από τα προηγούμενα, συνέβαινε κάτι καινούργιο χωρίς να το συνειδητοποιείς αλλά να το αισθάνεσαι. Ήταν σαν αυτό το έργο να ήταν πέρα από την δικαιοδοσία της διοίκησης και του κράτους, η διοίκηση του κράτους λειτουργεί πάνω στην έννοια του χώρου και για αυτό είτε θα μπορούσε να μας υποχρεώσει να λειτουργούμε και εμείς πάνω σε αυτή την έννοια, είτε να μας αφήσει ένα πλαίσιο ελευθερίας για να φτιάξουμε αυτό που αφορά τον τόπο χωρίς να δημιουργούμε κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα στις δικές τους χωροθετήσεις. Έτσι, περισσότερο ενσυναίσθητα και χωρίς μια τέτοια ανάλυση,  συμφωνήσαμε πως αρκεί να ενημερωθεί ο αντιδήμαρχος και να εξασφαλίσουμε την προφορική του άδεια, επίσης κρίναμε πως δεν χρειάζεται να εκδώσουμε πολεοδομική άδεια, μιας και θα ήταν κοπιαστικό και γελοίο να περιγράψουμε ένα τέτοιο έργο με ορολογία «χώρου».

Τέλος, ενσυναίσθητα συμφωνήσαμε πως δεν χρειάζεται να είναι κανείς πολιτογραφημένος στο χωριό για να έχει λόγο και δικαίωμα χρήσης του φούρνου, ο φούρνος (και ο τόπος) ανήκει σε όσους μπορούν να ταυτιστούν μαζί του, ούτε είναι απαραίτητο  να είναι γραμμένος στον σύλλογο. Άλλωστε υπάρχουν ακόμα και σε ένα τέτοιο μικρό χωριό άνθρωποι που ζουν με αστικό τρόπο ζωής και αδιαφορούν για τέτοιες εκδηλώσεις, όπως και αστοί που ταυτίστηκαν και έτσι έκαναν την κοινότητα του φούρνου ένα σχήμα που συνεχώς μεγάλωνε.

Αυτό επίσης σήμαινε πως τις αποφάσεις για το έργο δεν τις έπαιρνε το 5μελές του συλλόγου αλλά όλοι οι παρευρισκόμενοι, που πλέον ήταν πολλοί και όλοι ήθελαν να πουν την γνώμη τους. Έτσι, ακόμα και η γκρίνια ήταν διαφορετική, δεν άκουγες το «τι βλακείες κάνανε..» αλλά «Εγώ έλεγα να γίνει αλλιώς, αλλά οι άλλοι θέλανε έτσι».

μορφή και εποχή

Το δεύτερο ερώτημα αφορούσε την μορφή του φούρνου, εκεί πρόεκυψαν διχογνωμίες για το αν θα έπρεπε να μοιάζει σύγχρονος ή παραδοσιακός. Ξέραμε ότι θα χρησιμοποιούσαμε για τεχνικούς και πρακτικούς λόγους και σύγχρονα υλικά, επίσης υπήρχαν και λειτουργικές απαιτήσεις που δεν καλύπτονταν από την παραδοσιακή μορφή.

Αυτό το ερώτημα μου θυμίζει συνειρμικά ένα άλλο μεγάλο και επίκαιρο ερώτημα : είναι η επιστροφή στην επαρχία οπισθοχώρηση; μια απέλπιδα λύση στο αδιέξοδο της ανάπτυξης; Μπορεί να είναι αυτή ανάπτυξη και πρόταση ζωής. Το ίδιο ερώτημα υπάρχει και στην ευρωπαϊκή εκδοχή του, η θεωρία της αποανάπτυξης. Πρέπει να είναι το επόμενο βήμα ανάπτυξης της Ευρώπης η μείωση των ρυθμών ανάπτυξης; Χαμηλότεροι ρυθμοί ανάπτυξης μπορεί να σημαίνουν σε αυτή την συγκυρία αύξηση του ποιοτικού και  πολιτισμικού επιπέδου; Αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί ανάπτυξη;

Όπως και να έχει ο πέτρινος φούρνος έμεινε με δύριχτο τσιμεντένιο τελείωμα να περιμένει να καλυφθεί από βυζαντινά κεραμίδια και τα υπόλοιπα ερωτήματα περιμένουν επίσης ακόμα την απάντηση τους.

εμπειρία, μνήμη, τόπος

Η μεγάλη γιορτή του φούρνου ήταν το «κάψιμο» του. Μετά την ολοκλήρωση της κατασκευής ο φούρνος έπρεπε να παραμείνει με συνεχόμενη δυνατή φωτιά για δύο μέρες, έτσι ώστε να μετατραπεί ο πυλός του σε κεραμικό και να αποκτήσει μεγάλη θερμοχωρητική ικανότητα. Ήταν απίστευτο το γλέντι και το φαγοπότι που έγινε με τα αναμμένα κάρβουνα που έβγαιναν συνεχώς από το φούρνο, η κοινωνική όσμωση είχε ξεπεράσει κάθε προσδοκία της θεωρίας! Με ένα μαγικό τρόπο η ιδέα του φούρνου είχε μιλήσει στις καρδιές των ανθρώπων. Σιγά-σιγά όμως άρχισε να γίνεται εμφανές ένα πρόβλημα, ότι δεν ξέραμε πώς να χρησιμοποιήσουμε κάτι τόσο καινοφανές, έπρεπε να ανακαλύψουμε τον τρόπο. Το «κάψιμο» ήταν κάτι που επιβαλλόταν τεχνικά, αλλά ακόμα δεν υπήρχε κάποια άλλη χρήση, η εκδήλωση που επιβαλλόταν, οι περισσότερες μετέπειτα προσπάθειες ήταν ιδιωτικές, από μικρότερες ή μεγαλύτερες παρέες.

Την επόμενη χρονιά αποφασίσαμε να ψήσουμε στο φούρνο το ψωμί που θα χρειαζόμασταν στο πανηγύρι. Τελικά το ψωμί ψήθηκε σε έναν άλλο ιδιωτικό ξυλοφούρνο και ο φούρνος τις πλατείας άναψε μόνο για τα κάρβουνα της ψησταριάς. Ίσως να είναι μια απογοητευτική εξέλιξη αλλά ακόμα και έτσι η όλη εικόνα ήταν πολύ καλύτερη, το πανηγύρι έγινε αληθινότερο σε σχέση με τα «πλαστικά» πανηγύρια που ξέρουμε, από το ψωμί δεν περίσσεψε ούτε φέτα και ο καπνός του φουγάρου έδινε μια τόσο ζεστή ατμόσφαιρα που με έκανε να θυμηθώ τα λόγια του Οδυσσέα –έστω να δώ τον καπνό από τις καμινάδες της Ιθάκης…

Είχε αρχίσει να διαμορφώνεται έτσι μια παράδοση που επέβαλε πως ο φούρνος πρέπει να ανάβει τουλάχιστον στο πανηγύρι και πως δεν γίνεται να ανάβει μόνο για τα κάρβουνα… έτσι η κοινότητα άρχισε να διαμορφώνει μια συλλογική συνείδηση, συλλογική μνήμη ένα συλλογικό πρόγραμμα και όλα αυτά ενέτειναν την αίσθηση πως αυτό το χωριό δεν είναι απλά ένα σημείο του χάρτη, αλλά ένας τόπος. Όμως όλο αυτό είναι εν εξελίξει, τίποτα δεν είναι δεδομένο παρά μόνο η συνεχής προσπάθεια.

Advertisements

Ταξιδεύοντας στη Νέα Υόρκη (Μέρος Α)

Πόσες φορές έχετε αναρωτηθεί σε κάποιο ταξίδι σας «θα μπορούσα να μένω εδώ;»

Μετά από αυτή τη στιγμή ακολουθούν συνήθως μερικά λεπτά σκέψης. Μερικά μαγικά λεπτά.

Βλέπεις τον εαυτό σου σε τρίτο πρόσωπο να δουλεύει σε εκείνο το κτίριο, να παίρνει το τάδε τραμ/μετρό/λεωφορείο για να πηγαίνει σπίτι, να ψωνίζει σε αυτό το μάρκετ, να κάνει εκείνο το μικρό café στέκι του, να τρώει τις Κυριακές brunch σε εκείνο το γωνιακό, και να κάνει τις βόλτες του σε αυτή την παραλιακή/παραποτάμια διαδρομή ή σε εκείνο το καταπράσινο πάρκο.

Ολοκληρώνοντας τη φαντασιακή αυτή σκέψη αποζητάς το συμπέρασμα.

Θα μπορούσες εντέλει να μένεις εδώ;

Πέρα από τις προτιμήσεις του καθένα μας −να είναι κάπου όπου να μην κάνει υπερβολικό κρύο το χειμώνα, να είναι κοντά στην Ελλάδα, να μπορεί να συντηρεί ένα σπίτι μόνος του, να του προσφέρεται εργασία με προοπτική εξέλιξης, να είναι κάπου όπου να έχει ήδη φίλους κλπ− η αίσθηση οικειότητας είναι ένα χαρακτηριστικό που αδιαμφισβήτητα απογειώνει μια πόλη του εξωτερικού στις προτιμήσεις μας. Η ελευθερία στην κίνηση, όταν αισθάνεσαι δηλαδή να κυκλοφορείς στους δρόμους χωρίς ένα συνεχές αίσθημα «τουρίστα», πηγάζει από την οικειότητα που αισθάνεσαι με την αρχιτεκτονική και πολεοδομία της πόλης, το δίκτυο των μέσων μαζικής μεταφοράς της, τη γλώσσα και φυσικά τους ανθρώπους που μένουν εκεί.

Ταξιδεύοντας πρόσφατα στη μοναδική Νέα Υόρκη, η οικειότητα ήταν το πρώτο αίσθημα που μου δημιουργήθηκε. Παράλογο σκέφτηκα. Πρόκειται για μια τόσο διαφορετική πόλη, με πανύψηλα κτίρια, τεράστια οικοδομικά τετράγωνα, διαφορετικά υλικά και στυλ αρχιτεκτονικής, μια πόλη αχανής και απίστευτα πυκνοκατοικημένη.

Αυτή η διαφορά στην κλίμακα της αρχιτεκτονικής περίμενα να μου δημιουργήσει μια συνεχή αίσθηση «θεατή». Τι ήταν λοιπόν αυτό που έκανε την ανατροπή; Η απάντηση προέκυψε δυο τρεις μέρες πριν από την αποχώρησή μας, όταν περπατώντας, συνειδητοποιήσαμε πόσο στενοί ήταν οι δρόμοι (στενοί σε σχέση με την πλειονότητα των κτιρίων, η κορυφογραμμή των οποίων εξισωνόταν περίπου με το επίπεδο των σύννεφων). Δεν είχες να αντιμετωπίσεις λεωφόρους και δαιδαλώδεις σημάνσεις. Όταν λοιπόν κατάφερνες να ξεπεράσεις τη σχεδόν αντανακλαστική τάση σου να γυρνάς εντυπωσιασμένος το κεφάλι σου προς τα πάνω, αλλά απλώς κυκλοφορούσες στους δρόμους, περνούσες τα άσπρα φανάρια, μπαινοέβγαινες στο μετρό, χάζευες τις βιτρίνες, έτρωγες από τη μοσχομυριστή καντίνα μαζί με γιάπηδες και καθόσουν στις πεντακάθαρες πλατείες, αισθανόσουν μέρος αυτού. Η πόλη σε κέρδιζε, σε έκανε δικό της.

Ταξίδι στη Νέα Υόρκη

Ταξίδι στη Νέα Υόρκη(Συνεχίζεται…)

Αθήνα και εκβιομηχάνιση

Ο όρος «εκβιομηχάνιση» δεν σημαίνει απλώς την ύπαρξη ορισμένων βιομηχανιών. Σημαίνει ότι κάτι εκ-βιομηχανίζεται, και αυτό είναι η οικονομία της χώρας. Κατά την διαδικασία της εκβιομηχάνισης, η οργάνωση της παραγωγής τείνει να γίνει βιομηχανική. Δηλαδή, δημιουργείται βαθμιαία ένας πυρήνας εργοστασίων στο κέντρο μιας περιφέρειας παλαιών μικρών βιοτεχνιών οι οποίες προϋπήρχαν και εκσυγχρονίζονται.

Η πορεία της εκβιομηχάνισης της Ελλάδος είναι άμεσα συνδεδεμένη με την πρωτεύουσά της. Το 1833 η Αθήνα γίνεται πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Η αθηναϊκή ανάπτυξη είναι άμεσα συνδεδεμένη με την άνοδο της εθνικής αστικής τάξης. Η χωροθέτηση των βιομηχανικών εγκαταστάσεων στην περιοχή της Αθήνας ακολούθησε τις ήδη υπάρχουσες «διαδρομές» (βλέπε και: “Οι επτά πύλες του τείχους του Χασεκή”) των βιοτεχνικών δραστηριοτήτων που υπήρχαν σε αυτή, ήδη από την εποχή της τουρκοκρατίας (βλέπε και: “Βλέποντας” τις βιοτεχνίες μέσα στα τείχη της δυτικής πλευράς της Αθήνας του 18ου αι.”). Αυτές ήταν χωροθετημένες στην δυτική πλευρά της πόλης. Τα ρυθμιστικά σχέδια που εκπονήθηκαν κατά την διάρκεια του 19ου αι. για την νέα πρωτεύουσα εδραίωσαν μια διαφοροποίηση μεταξύ των ανατολικών και δυτικών συνοικιών, παγιώνοντάς τες σε αναβαθμισμένες και υποβαθμισμένες.
Η τάση αυτή ενισχύθηκε από την ύπαρξη αλλά και από την ενίσχυση οδικών αξόνων καθώς και από την ενίσχυση της συνύπαρξης περιοχών κατοικίας και περιοχών εργασίας. Η συγκέντρωση πληθυσμού στον αστικό χώρο, τόσο από την ύπαιθρο, κατά τις διαδοχικές αυξήσεις του ελλαδικού εδάφους, όσο κυρίως από την μεγάλη είσοδο πληθυσμού που επέφερε η μικρασιατική καταστροφή, γιγάντωσαν την πόλη έως τον ΒΠΠ. Κατά την μεταπολεμική περίοδο, το κύμα φυγής από την ύπαιθρο ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο, μέσω των διωγμών των ηττημένων αριστερών, διογκώνοντας την μορφή της πόλης. Η μετακίνηση συνοδεύεται από μια βιομηχανική συγκέντρωση σε αποκεντρωμένες περιοχές, όπως οι Εθνικοί Οδοί και το Θριάσιο Πεδίο, με αποτέλεσμα οι περιοχές όπως ο Ελαιώνας και η Πειραιώς να συγκεντρώνουν πια τη μικρομεσαία βιομηχανία και μεταποίηση. Η εξέλιξη της μεταπολεμικής Αθήνας στηρίχθηκε, κυρίως, σε ένα συγκεντρωτικό μοντέλο ανάπτυξης, υποβοηθούμενο από όλες εκείνες τις παραμέτρους που δημιούργησαν το φαινόμενο της έντονης αστυφιλίας. Η ανάπτυξη αυτή υπονόμευσε την ορθή διαχείριση του αστικού χώρου. Κάτω από την ολιγωρία ή την ανοχή της Πολιτείας, η πόλη αναπτύχθηκε με ραγδαίους και κατά –το πλείστον– ανεξέλεγκτους ρυθμούς, χωρίς ορθολογική κατανομή και οργάνωση των χρήσεων γης. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό και με την πολιτική γης που ασκήθηκε, οδήγησε αφ’ ενός σε ένταση της δόμησης του κυρίως αστικού χώρου και αφ’ ετέρου στην οικιστική εξάπλωση πέραν των ορίων της «νόμιμης πόλης». Παράλληλα, ελαχιστοποιήθηκε η δυνατότητα έγκαιρης επέμβασης για διασφάλιση γης, απαραίτητης τόσο υπό μορφή ελεύθερων χώρων αναψυχής και πρασίνου, όσο και για την κάλυψη αναγκών κοινωνικού εξοπλισμού και μεταφορικής υποδομής.
Όπως αναφέρει και η Κ. Δεμίρη (1) κύριο λόγο στη χωροθέτηση των βιομηχανιών παίζει το είδος της κινητήριας δύναμης της παραγωγικής διαδικασίας. Στην πρώτη περίοδο (από την απελευθέρωση και την δημιουργία του νέου ελληνικού κράτους έως το 1920) η κινητήριος δύναμη είναι το νερό και μετέπειτα ο ατμός, με άμεση συνέπεια η χωροθέτηση των βιομηχανικών δραστηριοτήτων να γίνεται κοντά σε περιοχές με νερό.
Έως το 1870(2), ο όρος βιομηχανία χρησιμοποιούνταν για να δηλώσει κάθε είδους παραγωγική δραστηριότητα, από την χειροτεχνία και την βιοτεχνία μαζί, ή κάθε επιχειρηματική ή εργασιακή προσπάθεια στην βιοτεχνία, το εμπόριο, τις τράπεζες, την δημόσια διοίκηση. Δεν έχει ενσωματώσει δηλαδή ακόμη τις έννοιες της κεφαλαιακής επένδυσης, της τεχνολογίας και της μισθωτής εργασίας.
Η εκβιομηχάνιση στην Ελλάδα του 19ου αιώνα ακολούθησε απευθείας το πρότυπο της γαλλικής εξέλιξης. Το γαλλικό βιομηχανικό πρότυπο βασίστηκε στην ίδρυση μιας τράπεζας βιομηχανικής πίστεως, της Crédit Mobilier. Κύριος σκοπός της γαλλικής τράπεζας, ήταν να χρηματοδοτεί βιομηχανίες, να διοργανώνει ή να εγγυάται την δημόσια εγγραφή στο μετοχικό κεφάλαιο νέων βιομηχανιών και να συμμετέχει η ίδια στο κεφάλαιό τους. Το 1872 ιδρύεται η Γενική Πιστωτική Τράπεζα, ως πρώτη σημαντική επένδυση ομογενών κεφαλαιούχων στην Ελλάδα (Βαλτατζής και Συγγρός), με κύριο στόχο να αποσπάσουν από την Εθνική Τράπεζα μερίδιο της χρηματοπιστωτικής αγοράς, συμπεριλαμβανομένου του εκδοτικού δικαιώματος. Δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια πώς η Τράπεζα θα στηρίξει την ελληνική βιομηχανία. Στην πράξη διαπιστώθηκε ότι ούτε η βιομηχανία ούτε η γεωργία θα απασχολήσουν τους ομογενείς ιδρυτές. Το μεγαλύτερο μέρος των κεφαλαίων τοποθετείται σε χρεόγραφα, ενώ άλλο θα αφιερωθεί σε δωρεές και ευεργεσίες. Μεγάλο επίσης μέρος πηγαίνει για να καλύψει την αγορά ιδιοκτησιών (γης και κατοικίας), σε δανεισμό, αλλά και για την επανοτροφοδότηση οικείων δραστηριοτήτων σε χώρες του εξωτερικού.
Καθίσταται πλέον σαφές ότι η λεγόμενη εκβιομηχάνιση και κατά συνέπεια η εγκατάσταση βιομηχανικών δραστηριοτήτων στο νέο ελλαδικό κράτος δεν ήταν αποτέλεσμα μιας συγκεκριμένης πολιτικής βούλησης με γνώμονα μια πρώιμη αναπτυξιακή πορεία, αλλά αποτέλεσμα της πρόθεσης πλουτισμού μιας ήδη οικονομικά εύρωστης τάξης.

1. Δεμίρη Κωνσταντίνα: «Η εξέλιξη της αρχιτεκτονικής των βιομηχανικών κτιρίων στην Ελλάδα από τα τέλη του 19ου αιώνα ως σήμερα», Αρχιτεκτονικά Θέματα, τ. 25/1991
2. Ο πολλαπλασιασμός της παραγωγής σταφίδας στα 1830-1870 σε συνδυασμό με την φυλλοξήρα στα γαλλικά αμπέλια εκτοξεύει στα ύψη την τιμή του ελληνικού καρπού. Την ίδια εποχή αναπτύσσεται και η εξορυκτική δραστηριότητα στο Λαύριο. Και οι δύο αυτές περιπτώσεις δημιουργούν τις απαραίτητες οικονομικές αλλαγές για την εισαγωγή της έννοιας της εκβιομηχάνισης της χώρας.

 

Ιστορίες εκτοπισμού από τη «Νέα» Ορλεάνη (μέρος Α)

Φέτος το καλοκαίρι συμπληρώθηκαν δέκα χρόνια από τον καταστροφικό τυφώνα Κατρίνα που σάρωσε τη μοναδική, σε πολιτιστικό πλούτο, αμερικανική πόλη της Νέας Ορλεάνης, στην πολιτεία της Λουιζιάνας. Ποιος δε θυμάται άραγε εκείνες τις αεροφωτογραφίες που έδειχναν σειρές από στέγες σπιτιών να επιπλέουν σε μια ατελείωτη υδάτινη έκταση που είχε κατακλύσει την κοιτίδα της τζαζ; Το κείμενο που ακολουθεί είναι του συγγραφέα Jordan Hirsch, το οποίο μπορείτε να βρείτε στα αγγλικά εδώ. Η μετάφραση και ο σχολιασμός δικά μας. Ευπρόσδεκτα τα σχόλιά σας για περαιτέρω ερμηνείες, παραλείψεις ή και λάθη. Σας ευχόμαστε ένα καλό ταξίδι στη «Νέα» Ορλεάνη.

Μετά τον τυφώνα Κατρίνα (Αύγουστος 2005) οι παρελάσεις της δεύτερης γραμμής έγιναν το σύμβολο της «προσαρμοστικότητας»(1) της Νέας Ορλεάνης. Αλλά η επιβίωση των παρελάσεων καθώς και των γειτονιών αυτών που οι γλεντζέδες αποκαλούσαν σπίτι απέχει πολύ από το να είναι εξασφαλισμένη.

Δυο μήνες μετά τον τυφώνα Κατρίνα, όσο οι επίσημες αρχές τις πόλης συζητούσαν το αν και πώς θα ανοικοδομούσαν τις, σε μεγάλο βαθμό κατεστραμμένες, περιοχές της Νέας Ορλεάνης, η Μichelle Longino και η Tamara Jackson οργάνωσαν μια παρέλαση. Η εκδήλωση, μια τοπική παράδοση που ονομάζεται δεύτερη γραμμή, θα γινόταν μέσα στους ερειπιώνες της πόλης και θα αποτελούνταν από μπάντες χάλκινων και ομάδες ατόμων που απαρτίζουν τα λεγόμενα κλαμπ κοινωνικής βοήθειας και αναψυχής. Η παρέλαση είχε ως διακύβευμα τη διεκδίκηση των ιστορικών μαύρων γειτονιών της πόλης για λογαριασμό των πρώην κατοίκων τους, οι οποίοι εξακολουθούσαν να βρίσκονται διασκορπισμένοι σ’ όλη τη χώρα μετά την πλημμύρα. Η ιδέα ήταν της Longinο, η οποία για τον κόσμο της μαύρης εργατικής τάξης ήταν λευκή και ανήκε στη μεσαία τάξη. Η Jackson, η οποία είναι μαύρη και μεγάλωσε σ’ ένα δρόμο απ’ όπου περνούσε παρέλαση δεύτερης γραμμής, τη βοήθησε να εντοπίσει μέλη δεκάδων κλαμπ που επιθυμούσαν να τραγουδήσουν.

H ιδέα τους όμως δεν αντιμετωπίστηκε με ενθουσιασμό από τις δημοτικές αρχές. Οι αρχές της Νέας Ορλεάνης μπορεί να τρέφουν σεβασμό για τη μαύρη κουλτούρα της πόλης, που από καιρό είχε συμβάλει στην τουριστική απήχησή της, αλλά όπως ήταν εμφανές, μετά την καταιγίδα, παρέμειναν καχύποπτες απέναντι στους ανθρώπους που τη δημιουργούν. H υποδοχή των Neville Brothers (2) από τους τοπικούς άρχοντες, δεν επεκτάθηκε και σε άλλους από την περιοχή των Calliope Projects (3). Ο James Reiss, μέλος της επιτροπής ανοικοδόμησης του Δημάρχου Ray Nagin, ανοιχτά συνηγόρησε υπέρ του να εξαιρεθούν οικογένειες χαμηλών εισοδημάτων από τη νέα πόλη. Είπε δε στο περιοδικό Wall Street: «Αυτοί που θέλουν να δουν αυτήν την πόλη να ξαναχτίζεται θέλουν να δουν να γίνεται αυτό με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο: δημογραφικώς, γεωγραφικώς και πολιτικώς».

Συνάντησα τη Longinο και τη Jackson όταν με προσέγγισαν για να πληρώσω μια μπάντα για την παρέλασή τους, μέσω ενός κονδυλίου ελάφρυνσης μουσικών, το οποίο διαχειριζόμουν. Προσφέρθηκα να βοηθήσω με όποιο τρόπο μπορούσα. Το Γενάρη του 2006, μία βδομάδα πριν από την ημερομηνία της παρέλασης, πήγα με τη Longino, τη Jackson και άλλους σε μια συνάντηση με τον διοικητή John Bryson, του αστυνομικού τμήματος του Έκτου Διαμερίσματος της Νέας Ορλεάνης. Η πλημμύρα είχε συρρικνώσει τη διαθέσιμη έκταση για το εμπόριο ναρκωτικών στο Central City (κεντρική περιοχή της Ν. Ορλεάνης) και υπήρχε η διαρροή ότι ένας γκάνγκστερ, που θα τον ονομάσω Mike, σκόπευε να βγάλει από τη μέση έναν αντίπαλό του, στην παρέλαση της δεύτερης γραμμής. Τα μέλη του κλαμπ παρέμειναν απτόητα. Ζούσαν έτσι και αλλιώς με το ρίσκο των πυροβολισμών στις γειτονιές τους σε καθημερινή βάση και πριν από την πλημμύρα και δεν ήθελαν να παραδώσουν τους δρόμους τους τώρα. Ο διοικητής Bryson είχε, όμως, άλλες προτεραιότητες και αρνήθηκε να εγκρίνει την άδεια για την παρέλαση.

Η Jackson και η Byron Vallery, ένα άλλο μέλος του κλαμπ, βρήκαν τον Mike και την οικογένειά του στο Central City και κανόνισαν μια συνάντηση. Όταν η Jackson του είπε για την παρέλαση της δεύτερης γραμμής, δεν χρειάστηκε να του εξηγήσει το πόσο σημαντικό ήταν. Ο Mike συμφώνησε να αποχωρήσει ενώ η παρέλαση θα ήταν στο δρόμο, αν και δεν είχε σχεδιάσει να κάνει κάτι, έτσι και αλλιώς. Προσθέτοντας, ωστόσο, ότι αν δεχόταν επίθεση θα έκανε αυτό που έπρεπε να κάνει. Η Vallery μετέφερε τα νέα στον Διοικητή Bryson, ο οποίος όμως έμεινε αμετακίνητος στην απόφασή του.

Στο μεταξύ, οι εκτοπισμένοι της δεύτερης γραμμής, αρκετοί από τους οποίους δεν είχαν οι ίδιοι μεταφορικό μέσο, νοίκιαζαν αμάξια και ναύλωναν λεωφορεία για να πάνε στην παρέλαση. Η Vallery έκανε μια απεγνωσμένη έκκληση στον πρόεδρο του δημοτικού συμβουλίου Oliver Thomas, o οποίος είχε στενούς δεσμούς με τα κλαμπ. Ο Thomas πίστευε ότι αυτή η δεύτερη γραμμή μπορεί να ήταν και η τελευταία που η πόλη θα έκανε δεκτή και ότι η ίδια η παράδοση βρισκόταν σε κίνδυνο. «Γι’ αυτό για μένα έπρεπε να γίνει» μου είπε αργότερα. Έπεισε την διοίκηση του Nagin ότι μια παρέλαση θα ήταν περισσότερο διαχειρίσιμη από ένα πλήθος ανθρώπων που θα ερχόντουσαν από την εξορία μόνο και μόνο για να μάθουν ότι είχε ακυρωθεί. Βοήθησε να εξασφαλιστεί μια άδεια για μια διαδρομή περιορισμένη στo Πρώτο Δημοτικό Διαμέρισμα της πόλης, με μια κυκλική πορεία γύρω από το Treme, που θεωρείται από ορισμένους ως η πιο παλιά γειτονιά μαύρων στη χώρα και ένα κομμάτι από τo Έβδομo Διαμέρισμα (Seventh Ward), τον τόπο γέννησης του Roll Morton (4) και του Sidney Bechet (5).

Δύο μέρες αργότερα, γύρω στα 300 μέλη κλαμπ και τρεις μπάντες χάλκινων γέμισαν τη Λεωφόρο St. Claude μπροστά από το μουσείο Backstreet Cultural Museum. Τα μέλη του κλαμπ φόρεσαν μαύρα πουκάμισα που έγραφαν κατά μήκος του στήθους «Ανανεώστε την Ορλεάνη». Ο παπάς Jerome LeDoux βγήκε έξω από την καθολική εκκλησία St. Augustine για να τους δώσει την ευλογία του. Χιλιάδες άνθρωποι που περιέβαλλαν τα κλαμπ ξεχύνονταν στους διπλανούς δρόμους. Από την μπροστινή βεράντα του μουσείου Backstreet, η Jackson ανακοίνωσε ότι η κοινότητα της δεύτερης γραμμής επέστρεφε σπίτι. Αν τα μέλη του κλαμπ είχαν οικονομική κατοικία και βασικές υπηρεσίες θα μπορούσαν και πάλι να αναστήσουν την πόλη. Και τότε, τα ντραμς χτύπησαν, τα πνευστά ξεκίνησαν να παίζουν και η παρέλαση απέδειξε τον ισχυρισμό της Jackson. Οι άδειοι δρόμοι γέμισαν με ανθρώπους τον έναν δίπλα στον άλλον, που συνέρεαν γύρω από σωρούς μουχλιασμένων γυψοσανίδων στα πεζοδρόμια και τις σκεπαστές αυλές άδειων σπιτιών με τρύπες στις οροφές τους. Οι χορευτές περιδινούνταν, πετάγονταν και πηδούσαν πάνω στις σκεπές των πλημμυρισμένων αυτοκινήτων. Ο Thomas χόρευε μαζί τους. Εκείνη τη μέρα, θυμάται,«εξορκίσαμε τον Κατρίνα». Θεωρήθηκε από πολλούς ως η μεγαλύτερη δεύτερη γραμμή που έγινε ποτέ. Η παρέλαση κορυφώθηκε στη στροφή για τη λεωφόρο Claiborne και ένιωσα σαν η ορμή αυτών των χιλιάδων ανθρώπων να ξαναφτιάχνει την πόλη. Η Jackson θυμάται την στροφή στη λεωφόρο Claiborne σαν «τη σημαντικότερη στιγμή της ζωής μου».

Μετά από τέσσερις ώρες με τη “Rebirth Brass Band” δυο τετράγωνα πριν το τέλος της διαδρομής, δύο πυροβολισμοί έκαναν το πλήθος να πέσει κατάχαμα στους γύρω δρόμους. Η Jackson είδε έναν άντρα ξαπλωμένο ανάσκελα μέσα σε μια λίμνη από αίματα, χτυπημένο δύο φορές κοντά στο νεφρό του και μία στον κορμό του. Του έβγαλε τότε τη ζώνη και του την έδεσε σαν αιμοστατική ταινία γύρω από τη μέση του. Δύο αστυφύλακες έκαναν άκρη μέσα από το πλήθος με παρατεταμένα τα όπλα δείχνοντας την Jackson. Της φωνάξανε να κάνει στην άκρη και αυτή τους αντιγύρισε ότι δεν θα έκανε. Έκανε τη νοσηλευτική τον καιρό εκείνο και γνώριζε ότι το μόνο κέντρο επειγόντων που λειτουργούσε βρισκόταν πάνω από 7 μίλια μακριά. Εξήγησε δε στους αστυφύλακες ότι έπρεπε να κρατήσει την πίεση στις πληγές του ανθρώπου, διαφορετικά θα έχανε αίμα. Έμεινε με τον αιμορραγούντα άντρα μέχρι να φτάσει η άμεση βοήθεια. Ο άντρας θα επιβιώσει, όπως επιβίωσαν μια γυναίκα που χτυπήθηκε στο πόδι και ένας νεαρός άντρας στο χέρι.

Ο διοικητής Bryson, η Vallery και η Jackson γνώριζαν ότι ο Mike δεν είχε να κάνει με τους πυροβολισμούς. Αλλά οι φόβοι του Bryson για βίαια γεγονότα είχαν επιβεβαιωθεί, προκαλώντας έτσι μερικούς τοπικούς άρχοντες −και άλλους από την Washington− να επιχειρηματολογήσουν κατά της ανοικοδόμησης των φτωχότερων γειτονιών της Νέας Ορλεάνης. Για ολόκληρες γενεές τα τμήματα αυτά της πόλης, καθώς και οι μεγάλες οικογένειες και τα εκτεταμένα κοινωνικά δίκτυα που τα αποκαλούσαν σπίτια τους, ήταν η πηγή των αναγνωρισμένων μαύρων παραδόσεων της πόλης. Μετά την καταιγίδα και τη βίαιη κατάληξη της μεγάλης παρέλασης, η κοινότητα της δεύτερης γραμμής βρισκόταν σε κίνδυνο καθώς και τα σπίτια τους. Οι άνθρωποι που προσδιόρισαν τη Νέα Ορλεάνη για τον υπόλοιπο κόσμο ίσως να μην έχουν θέση στην −μετά τον Κατρίνα− πόλη.

Τα σύγχρονα κλαμπ κοινωνικής βοήθειας και αναψυχής ήρθαν σαν εξέλιξη των φιλανθρωπικών συλλόγων στα τέλη του 19ου αιώνα. Οι μαύροι της Νέας Ορλεάνης που είχαν εξαιρεθεί από τις κυρίαρχες ασφαλιστικές εταιρίες, πλήρωναν συνδρομές για να καλύψουν κοινές τους ανάγκες συμπεριλαμβανομένων των κηδειών. Τα κλαμπ τότε που προσλάμβαναν μπάντες χάλκινων για ειδικές εκδηλώσεις, μετατρέπονταν στους πρώτους ευεργέτες της Τζαζ. Και οι περήφανοι ρυθμοί της μπάντας διαχέονταν σ’ όλο τον μουσικό κανόνα της Νέας Ορλεάνης. Ο Louis Armstrong αναφέρθηκε στις παρελάσεις σαν επιρροή. Το ίδιο και ο Lil Wayne (διάσημος σύγχρονος ράπερ).

eeeeeessss, New Orleans/The land of beautiful queens/The prettiest skies you’ve ever seen/ They’ll tell you: Yakkity, yakkity Yakkity, yakkity yak/In New Orleans/(My home town, ya know)/ The land of the red beans/ Don’t forget those ham and greens/Down in New Orleans/

Ο όρος δεύτερη γραμμή αναφέρεται στους ανθρώπους που ακολουθούσαν την επιχορηγούμενη οργάνωση (που ήταν η κύρια γραμμή) και την μπάντα των χάλκινων στους δρόμους. Τα κλαμπ οργάνωναν ετήσιες παρελάσεις, σταματώντας στα σπίτια των τιμώμενων προσώπων και στα συνοικιακά μπαρ όπου τα μέλη τους συναντιόνταν όλο το χρόνο. Οι δεύτερες γραμμές ήταν επίσης μέρος των νεκρώσιμων ακολουθιών όπου παραδοσιακά μια μπάντα χάλκινων θα έπαιζε πένθιμη μουσική στο δρόμο προς το νεκροταφείο και εορταστικά τραγούδια από τη στιγμή που το σώμα θα «απελευθερωνόταν».

Μετά τον Jim Crow (6), όταν τα μέλη των κλαμπ μπορούσαν πια να κάνουν ασφάλειες, οι δεύτερες γραμμές συνέχισαν σαν μορφή αντίστασης στον de facto διαχωρισμό της πόλης. Για τους μαύρους κατοίκους  της Νέας Ορλεάνης, που δεν τους επιτρεπόταν η πρόσβαση στην κατοικία και τις δημοτικές υπηρεσίες σε συγκεκριμένα τμήματα της πόλης, οι δεύτερες γραμμές λειτουργούσαν για να επιβάλλουν την κυριαρχία τους στο δημόσιο χώρο. Στις παρελάσεις, η εργατική τάξη των μαύρων ήταν βασιλιάδες και βασίλισσες, και η μεγαλοσύνη των μελών του κλαμπ, μεταμφιεσμένων με ταιριαστά καπέλα derbies και κουστούμια να ανεμίζουν, βεντάλιες από φτερά στρουθοκαμήλων, επέτρεπε σ’ όλη τη γειτονιά να καμαρώσει την αλλαγή. Διαφορετικά κλαμπ διατηρούσαν διαφορετικά επίπεδα κοινωνικής βοήθειας. Μερικά συνέχιζαν να προστατεύουν άρρωστα μέλη ενώ άλλα βοηθούσαν τους γονείς να αγοράσουν σχολικά ρούχα για τα παιδιά τους.

Οι “της δεύτερης γραμμής” ήταν σχεδόν αποκλειστικά μαύροι, με μια χούφτα από μη-μαύρους ακαδημαϊκούς, φωτογράφους και λάτρεις των χάλκινων για συνοδεία. Εκατοντάδες άνθρωποι μπορούσαν να ξεσηκώνουν το Central City όλο το απόγευμα ενώ οι κάτοικοι δυο τετράγωνα παρακάτω, στη λεωφόρο St. Charles, θα μπορούσαν να μην τους έχουν καν ακούσει. Ωστόσο, η αφοσίωση της Νέας Ορλεάνης στις τοπικές παραδόσεις, ακόμα και σ’ αυτές που αποκρύβονταν από τον διαχωρισμό, έκαναν τους απ’ έξω να έχουν την επίγνωση του ρόλου των κλαμπ ως το σήμα κατατεθέν της διαφορετικότητας της πόλης.

Στις δεκαετίες του ’80 και ’90, καθώς η οικονομία της Νέας Ορλεάνης κατέληξε να βασίζεται ολοένα και περισσότερο στον τουρισμό, οι δεύτερες γραμμές έγιναν μέρος του city branding. Το να περπατάς καμαρωτά υπό τους ήχους μιας μπάντας χάλκινων άρμοζε στην εικόνα της Νέας Ορλεάνης σαν εξωτική και χαλαρή, ένα μέρος όπου η γιορτή θα μπορούσε να στηθεί οποιαδήποτε στιγμή (αν και το αυθόρμητο των παρελάσεων των κλαμπ είχε ήδη περισταλεί όταν η δημοτική αρχή ξεκίνησε να τους ζητάει ειδική άδεια). Η μουσική της δεύτερης γραμμής, που γινόταν εν κινήσει, μπορούσε να αφήνει πίσω το κοινωνικό της πλαίσιο. Οι μπάντες των χάλκινων προσλαμβάνονταν για να ηγηθούν πομπών μεταξύ των περιπτέρων στο συνεδριακό κέντρο και να περιπλανηθούν ανάμεσα στους κουλοχέρηδες του καζίνο Harrah. Ιδιωτικές εκδηλώσεις και φεστιβάλ έγιναν σημαντικές πηγές εσόδων για τους μουσικούς των χάλκινων ορχηστρών, αλλά τα κλαμπ συνήθως δεν προσλαμβάνονταν για να χορέψουν μαζί τους. Η τουριστική βιομηχανία χρειαζόταν την ιδέα μιας κουλτούρας βασισμένη στον τόπο και την ιδέα της αυθεντικότητας αλλά όχι τα μέλη των κλαμπ καθαυτά ή τις γειτονιές όπου παρελαύνανε.

Η επισφάλεια των γειτονιών αυτών αναδείχτηκε, ως συνέπεια της βίας στη μεγάλη παρέλαση. Ένας κάτοικος της πόλης έγραψε σε ένα γράμμα στον συντάκτη του Τimes-Picayune: «Πιστεύω ότι οι πυροβολισμοί που έπεσαν στην πορεία και στη δεύτερη γραμμή την περασμένη Κυριακή σχετίζονταν άμεσα με την επανακατοίκηση της γειτονιάς Treme (7) και το δημόσιo συγκρότημα των Κοινωνικών Κατοικιών Iberville (8).»

H απάντηση:«Μπουλντόζες στην Treme και την Iberville.»

Η ιδέα ότι η Νέα Ορλεάνη μπορεί να «βάλει μπουλντόζα» στα προβλήματά της είχε τη δική της θέση στην επιτροπή ανοικοδόμησης του Δημάρχου Nagin. Πριν την παρέλαση, είχε προτείνει ένα μορατόριουμ στις οικοδομικές άδειες για τις περιοχές που είχαν πληγεί βαριά από τις πλημμύρες, ρίχνοντας έτσι το βάρος στους εκτοπισμένους κατοίκους να αποδείξουν ότι οι κοινότητές τους ήταν βιώσιμες. Αν αποτύγχαναν, η πόλη θα έπρεπε να μικρύνει το αποτύπωμά της, ενοποιώντας τις προσπάθειες ανοικοδόμησης σε ανώτερα επίπεδα. Από τη στιγμή που η φυλετική τάξη της Νέας Ορλεάνης είχε ανέκαθεν ξαποστείλει τους μαύρους κατοίκους στις πιο επιρρεπείς για πλημμύρες περιοχές, αυτό σήμαινε ότι θα χαρακτήριζαν αρκετές μαύρες γειτονιές −το σπίτι πολλών μελών των κλαμπ− σαν περιοχές πρασίνου. Η δημόσια κατακραυγή ήταν άμεση και έντονη. Ο πρώην δήμαρχος Marc Morial το είχε αποκαλέσει «ένα τεράστιο σχέδιο κόκκινων γραμμών τυλιγμένο γύρω από μια γιγαντιαία υφαρπαγή γης».

1. Resilience: Όρος που χρησιμοποιείται αρκετά τον τελευταίο καιρό στην πολεοδομία και αναφέρεται στο πόσο προσαρμοστικές και ανθεκτικές είναι οι πόλεις σε οποιοδήποτε είδους αλλαγή. Resilience σύμφωνα με το λεξικό σημαίνει: προσαρμοστικότητα-ελαστικότητα-ευκαμψία.

2. Οι Neville Brothers είναι μυθικό μουσικό Soul/Rnb γκρουπ από τη Νέα Ορλεάνη αποτελούμενο από τα τέσσερα αδέρφια Art, Charles, Aaron και Cyril Neville. Το γκρουπ από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 είναι άμεσα συνδεδεμένο με τη μουσική ιστορία της πόλης. Μετά όμως τον τυφώνα Κατρίνα δύο από τα αδέρφια αναγκάστηκαν να φύγουν από την πόλη και έτσι για τρία χρόνια −μέχρι το 2008− σταμάτησαν τις εμφανίσεις τους. Οι Neville Brothers προέρχονται από τη γειτονιά B.W. Cooper Apartments που είναι γνωστή για τα προγράμματα κοινωνικής κατοικίας που έμειναν γνωστά και ως Calliope Projects και που είχαν εφαρμοστεί για την αντιμετώπιση του στεγαστικού προβλήματος της περιοχής.

3. Τα B.W. Cooper Apartments είναι μια ιστορική γειτονιά της Νέας Ορλεάνης γνωστή και ως Calliope Projects. Τα Calliope Projects ολοκληρώθηκαν το 1941 σαν μέρος μιας μεγαλύτερης δράσης σε εθνικό επίπεδο για την αντιμετώπιση του προβλήματος των αστέγων που είχαν αυξηθεί μετά την Μεγάλη Ύφεση. Βρίσκονται στο κέντρο της πόλης −Central City− και είναι το τρίτο μεγαλύτερο έργο κοινωνικής κατοικίας που έγινε στην πολιτεία της Λουιζιάνας. Παρά πάντως το γεγονός ότι μετά τη μεγάλη πλημμύρα του 2005, εκατοντάδες κατοικίες δεν υπέστησαν ζημίες − οι 1243 κατοικίες από τις 1546 κατεδαφίστηκαν. Μόνο γύρω στις 300 παρέμειναν στη θέση τους. Στην απογραφή του 2000 είχε βρεθεί ότι γύρω στα 3 άτομα διέμεναν σε κάθε κατοικία, ένας αριθμός που σύμφωνα με τους υπολογισμούς δεν είχε αλλάξει μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια και πριν τον τυφώνα Κατρίνα. Η απόφαση για την κατεδάφιση, που πάρθηκε με σκοπό να κτισθούν στη θέση τους γειτονιές μεικτών εισοδημάτων, είχε ως αποτέλεσμα τον εκτοπισμό πολλών οικογενειών χαμηλών εισοδημάτων. Η γειτονιά πριν από τις πλημμύρες ήταν γνωστή για τα σοβαρά προβλήματα εγκληματικότητας και το εμπόριο ναρκωτικών που λυμαινόταν τους δρόμους της. πηγή

4. O Jelly Roll Morto γέννημα θρέμμα της Νέας Ορλεάνης θεωρείται ως ένας από τους πρώτους γίγαντες της τζαζ. Ο ίδιος ισχυριζόταν ότι ήταν αυτός (sic) που εφηύρε τη μουσική τζαζ το 1902.

5. O Count Basie, τζαζ πιανίστας και συνθέτης ο ίδιος, σύνδεσε το όνομά του κατά κύριο λόγο με το Swing και την μπάντα του.

6. Oι νόμοι του Jim Crow τέθηκαν σε ισχύ μετά την περιόδο της ανοικοδόμησης (1877) και αφορούσαν τη νομιμοποίηση του φυλετικού διαχωρισμού στις νότιες πολιτείες της Αμερικής. Είναι αυτοί οι νόμοι που επέβαλαν τον φυλετικό διαχωρισμό μεταξύ μαύρων και λευκών στους δημόσιους χώρους, στους χώρους κατοικίας, στα μέσα μαζικής μεταφοράς, στα σχολεία, στους τρόπους χρηματοδότησης από τις τράπεζες. Εξακολούθησαν να ισχύουν μέχρι και το 1965.

7. Η Treme ή Tremé είναι μία από τις ιστορικότερες κεντρικές συνοικίες της Νέας Ορλεάνης. Το όνομά της προδίδει τo γαλλικό της παρελθόν. Υπήρξε τόπος μέγιστης φυλετικής μίξης (μεταξύ κυρίως ευρωπαίων και αφροαμερικάνων) όπου οι φυλετικές διακρίσεις υποχωρούσαν. Θεωρείται επίσης η «πηγή» της μοντέρνας ιστορίας των χάλκινων.

8. Οι κοινωνικές κατοικίες Iberville στην άκρη της Γαλλικής Συνοικίας και της Τreme (1940) αρχικά χτίστηκαν με σκοπό να στεγάσουν τους μαύρους υπηρέτες των λευκών οικογενειών της πόλης. Σήμερα, το Iberville είναι το μοναδικό συγκρότημα κοινωνικής κατοικίας που έχει παραμείνει στο αρχικό του μέγεθος καθώς και το συγκρότημα που από τις αρχικές 858 κατοικίες έχουν διατηρηθεί ως τέτοιες οι 821. Δυστυχώς σήμερα μόνο οι μισές σχεδόν κατοικούνται καθώς οι υπόλοιπες μετά τον τυφώνα Κατρίνα παραμένουν κενές.

%d bloggers like this: