Διερευνώντας την έννοια του τόπου

 

 

f1Διερευνώντας  την έννοια του τόπου μέσα από το παράδειγμα της κατασκευής ενός κοινόχρηστου ξυλόφουρνου  στην πλατεία ενός χωριού

Όταν άρχισα να ασχολούμαι με το δίπολο τόπος-χώρος, παρατήρησα πως όσες φορές σκεφτόμουν αυτό το θέμα ερχόταν συνειρμικά στο μυαλό μου ένα πρόσφατο μικρό έργο στην πλατεία ενός χωριού, που ολοκληρώθηκε το προηγούμενο καλοκαίρι (2014). Ήταν ένας κοινόχρηστος ξυλόφουρνος, που κτίστηκε με συλλογική προσπάθεια στην οποία συμμετείχα, έτσι είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω από κοντά αυτό το περίεργο γεγονός.

Δεν είθισται να υπάρχουν κοινόχρηστοι ξυλόφουρνοι στις πλατείες των χωριών, ένα τέτοιο έργο δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις που συνήθως υπάρχουν, ούτε εμφανίζεται ποτέ σαν προεκλογική υπόσχεση. Τα προβλήματα που έχουν τα χωριά φαίνεται να είναι προβλήματα «χώρου» t χρόνος απόσταση από τον γιατρό, x συχνότητα δρομολογίων, n κανάλια στους δέκτες. Όμως οι «του χωριού» αποδέχτηκαν με ιδιαίτερο ενθουσιασμό αυτή την ιδέα και την ολοκλήρωσαν με προσωπική εργασία και οικειοθελείς συνεισφορές παρά τα όσα προβλήματα της εποχής (αν και μάλλον οι συνθήκες της εποχής γέννησαν ένα τέτοιο έργο).

Αυτό που άρχισα να υποψιάζομαι ήταν πώς η ιδέα του κοινόχρηστου φούρνου έκανε μια μετάθεση της βάσης του προβλήματος, αντιμετώπιζε το χωριό ως τόπο και όχι ως χώρο. Θεωρούσε ως δεδομένο την ανάγκη να νοηματοδοτηθεί η γειτονία. Αυτή η υπόθεση μπορούσε να εξηγήσει ή έστω να σχολιάσει τον ενστικτώδη ενθουσιασμό των συμμετεχόντων, αλλά και την αδυναμία όσων δεν συμμετείχαν να βρουν το νόημα μιας τέτοιας πράξης. Επίσης προέκυψαν και άλλα ενδιαφέροντα ερωτήματα, τί εκφράζει αυτό το έργο;  ποιούς αφορά ο τόπος και ποιοί έχουν λόγο και δικαίωμα να τον διαμορφώνουν;

Αυτό το μικρό έργο μοιάζει σαν να ακροβατεί στα όρια του διπόλου τόπος-χώρος. Έτσι μπήκα στην σκέψη να αφηγηθώ την ιστορία του ως μια εργασία διερεύνησης των εννοιών του τόπου και του χώρου. Να διερευνήσω δηλαδή τις έννοιες στην προσπάθεια μου να αφηγηθώ την ιστορία με συνοχή, δομή και νόημα.

Ο φούρνος ξεκίνησε σαν ιδέα, κάθε χρόνο ο σύλλογος του χωριού ολοκλήρωνε και ένα μικρό έργο (μια βρύση, μια μάντρα..) και κάθε χρόνο η μεγάλη συζήτηση ήταν το έργο της επόμενης χρονιάς. Έχοντας μόλις αποφοιτήσει από την αρχιτεκτονική και επηρεασμένος από σύγχρονες προσεγγίσεις πολεοδομικής ανάπτυξης, προσπαθούσα να σκεφτώ  το έργο εκείνο, που θα  αφορούσε τις δυο μεγάλες λανθάνουσες δυναμικές του χωριού. Την ανάγκη να αναπτύξουμε την παραμελημένη αγροτική παραγωγή, καθώς επίσης  να αναζωογονήσουμε την κοινωνική ζωή της επαρχίας.

Ο κοινόχρηστος ξυλόφουρνος μπορούσε να αναδείξει την παραγωγή και να κάνει περήφανους τους παραγωγούς για την δουλειά τους και τα προϊόντα τους αλλά επίσης να λειτουργήσει ως μέσω κοινωνικής όσμωσης. Το έργο αν και μικρό μπορούσε να αναδείξει ένα τρόπο ζωής στην επαρχία που δεν θα μιμείται των αστικό τρόπο ζωής.

το διαμέρισμα

Νομίζω πως ζούμε το τέλος μιας μεγάλης εποχής, την εποχής της αστικοποίησης. Η αστικοποίηση ήταν μια συνειδητή πολιτική στρατηγική που προσπαθούσε να διαχειριστεί την μεταπολεμική κατάσταση της χώρας. Έθετε ως στόχους την οικονομική ανάπτυξη, την εξασφάλιση δουλειάς στο ανειδίκευτο ανθρώπινο δυναμικό, την επούλωση των τραυμάτων του εμφυλίου, το στεγαστικό πρόβλημα.

Είναι πολύ ενδιαφέρον το πώς επιτεύχθηκαν όλοι αυτοί οι στόχοι με μία στρατηγική. Είναι ενδιαφέρον το πώς η ενασχόληση με την μικροιδιοκτησία ήταν καταλυτική για να ξεπεραστούν τα τραύματα του εμφυλίου, μετατρέποντας ιδεολόγους σε νοικοκυραίους. Για να εξηγήσουμε όμως όλη αυτή την ανάπτυξη είναι σημαντικό να κατανοήσουμε τον θεσμό της αντιπαροχής. Το κλειδί αυτής της ανάπτυξης ήταν η υπεραξία που παρήγαγε η αντιπαροχή, γιατί διαμέρισμα δεν σήμαινε απλά σπίτι, σήμαινε την δυνατότητα να είσαι μέρος της μεγαλούπολης, μέλος του κυρίαρχου τρόπου ζωής, εξασφάλιση, εξασφάλιση ακόμα και για τα παιδιά σου, αυτόματα γινόσουν αστός από χωριάτης.  Άρα άξιζε να προσπαθήσεις πολύ για κάτι τέτοιο.

Στην ανάπτυξη της αυτή η στρατηγική πράγματι απέδωσε, στην ολοκλήρωση της όμως δημιούργησε μια φούσκα στην οικοδομή, ένα πυκνό αστικό περιβάλλον, αστική διάχυση και τέλος την ανάγκη να απαγκιστρωθούμε από αυτή την στρατηγική, που είχε χαραχθεί πάνω σε δεδομένα τόσο διαφορετικά από τα σημερινά. Η παραδοχή του αδιεξόδου αυτής της πορείας, η επίσημη δηλαδή έναρξη της κρίσης, σήμαινε την κατάρρευση του εποικοδομήματος, των υπεραξιών, του κυρίαρχου φαντασιακού… Η κρίση ως βίωμα  ήταν κυρίως η ψυχολογική πίεση που δεχόταν το άτομο από την αδυναμία του να φανταστεί ένα πιθανόν μέλλον αλλά και από την έλλειψη ασφάλειας που πλέον δεν την παρείχαν η θέση του και τα τετραγωνικά μέτρα που είχε εξασφαλίσει μέσα στο αστικό συνεχές, άλλωστε οι πιο πολλοί πέθαναν γιατί αυτοκτόνησαν ή αρρώστησαν. Το διαμέρισμα έχασε αυτούς τους πολλαπλούς ρόλους του και πλέον ήταν απλά και μόνο κτισμένος χώρος. Η κρίση πέρα από όλες τις άλλες πτυχές της ήταν και κρίση της αντίληψης μας για τον χώρο και της σχέσης μας με αυτόν.

η πόλη

Η έναρξη της κρίσης λειτούργησε και ως ένα άλλο ορόσημο, για πρώτη φορά στην μεταπολεμική ιστορία διακόπηκε και αντιστράφηκε το εσωτερικό μεταναστευτικό ρεύμα προς την πρωτεύουσα. Ήδη αρκετές περιφερειακές πόλεις και χωριά έχουν γίνει ελκυστικότερα και ανταγωνιστικότερα, αυξάνοντας ή κρατώντας σταθερό τον πληθυσμό τους.

Τα τελευταία χρόνια, μια νέα στροφή προς τον δημόσιο χώρο έχει παρατηρηθεί στον δυτικό κόσμο, το μεγάλο ερώτημα δεν είναι το ποιό σπίτι αλλά το ποιά γειτονιά. Έτσι έχουμε πλέον εξοικειωθεί με έννοιες όπως, place branding, gentrification, place management, guerrilla farming ή με την εξάπλωση της χρήσης του ποδηλάτου. Στην Ελλάδα διόλου τυχαία δεν έχουν μεταφραστεί αυτοί οι όροι, θα ήταν όμως λάθος να ισχυριστούμε πως κάτι τέτοιο συμβαίνει γιατί δεν υπάρχει αντίστοιχη ανάγκη, γιατί εδώ ίσως να υπάρχουν άλλες δυνατότητες, ευκαιρίες και μεθοδολογίες. Άλλωστε ζούμε την κρίση της πολεοδομικής ανάπτυξης  που δεν ενδιαφέρθηκε καθόλου για τον δημόσιο χώρο τόσο της αστικής διάχυσης, όσο και τον πυκνών αστικών γειτονιών.

Ο Δεκέμβρης του ’08 έχει χαρακτηριστεί κραυγή από το μέλλον. Η αγωνία και η ενσυναίσθηση της παρακμής είχε εκφραστεί πολύ ωραία στο μήνυμα των μαθητών «Μη μας ρίχνετε άλλα δακρυγόνα εμείς κλαίμε κι από μόνοι μας».  Είμαι της άποψης πως η σύγκρουση αφορούσε δυο διαφορετικές αξιακές αντιλήψεις. Την ιδιώτευση και την αξία της πόλης, εν τέλει ήταν ο πεζόδρομος αυτός ο μεταβατικός  χώρος εκεί όπου αυτά συγκρούστηκαν. Τα δύο αναπάντητα ερωτήματα από τις δύο πλευρές  ήταν «τί δουλειά είχε το παιδί αυτό εκεί;», «πώς γίνεται να στοχοποιείται η παρουσία νέων στο δημόσιο χώρο;»  Η ερμηνεία μπορεί και να είναι λίγο αυθαίρετη αλλά έπειτα παρατηρούμε μια έξαρση συνεργατικών ή αυτόδιαχειριζόμενων πρωτοβουλιών που συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας. Και υπάρχει ένα ενδιαφέρον ερώτημα για το αν υπάρχει κάποια σχέση ανάμεσα σε τέτοιες πρωτοβουλίες και στις έννοιες του τόπου και της πόλης.

το χωριό

Η πόλη είναι και δικό μου όραμα, όχι όμως η μεγαλούπολη της αστικοποίησης. Δεν αντιλαμβάνομαι την πόλη ως προς την μορφή της, ως προς το πλήθος των κτιρίων της, αλλά ως την δυνατότητα για διάδραση και κοινωνική όσμωση.

Στην διπλωματική(2011) μου είχα δουλέψει πάνω σε ένα μηχανισμό που θα μπορούσε να αντικαταστήσει τον μηχανισμό της αντιπαροχής, αντί να μετατρέπουμε μονοκατοικίες σε πολυκατοικίες θα μετατρέπαμε το αστικό συνεχές σε πόλεις. Παρουσιάζοντάς την κατάλαβα πως κάτι τέτοιο ήταν μάλλον ανέφικτο, για ένα βασικό λόγο, οι κριτές και οι συνάδελφοι μου αντιπαρέβαλλαν το παράδειγμα του ανθρώπου που ζει σε διαμέρισμα χωρίς να ενδιαφέρεται να γνωρίσει τους γείτονες του, απολαμβάνοντας το να είναι άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Η αλλαγή ήταν αδύνατη γιατί απαιτούσε διαφορετική αντίληψη πόλης, απαιτούσε ένα κυρίαρχο φαντασιακό διαμορφωμένο πάνω στην έννοια του τόπου και όχι του χώρου.

Συνέβαινε δηλαδή το εξής οξύμωρο οι άνθρωποι που απαιτούσαν την πόλη, που απαιτούσαν περισσότερη κοινωνική ζωή και όσμωση να είναι οι άνθρωποι του χωριού! Όσοι είχαν επιστρέψει ή είχαν αποφασίσει συνειδητά και ηθελημένα να μείνουν εκεί αναζητούσαν μέσα από την επιλογή τους ένα πιο ανθρώπινο τρόπο ζωής και αρμονική συνύπαρξη με τους γύρω τους. Ακόμα και αν αυτό δεν είναι γενικευμένο στην επαρχία υπήρχε μια μαγιά για να υποστηρίξει την ιδέα του φούρνου.

χώρος και εξουσία

Όταν συμφωνήσαμε να ξεκινήσουμε την κατασκευή ένα από τα πρώτα ερωτήματα που έπρεπε να απαντηθούν ήταν το ποίοι έχουν τον λόγο σε ένα τέτοιο έργο και αν θα ζητήσουμε άδεια από τους υπεύθυνους κρατικούς θεσμούς.

Αυτό το έργο ήταν κάτι διαφορετικό από τα προηγούμενα, συνέβαινε κάτι καινούργιο χωρίς να το συνειδητοποιείς αλλά να το αισθάνεσαι. Ήταν σαν αυτό το έργο να ήταν πέρα από την δικαιοδοσία της διοίκησης και του κράτους, η διοίκηση του κράτους λειτουργεί πάνω στην έννοια του χώρου και για αυτό είτε θα μπορούσε να μας υποχρεώσει να λειτουργούμε και εμείς πάνω σε αυτή την έννοια, είτε να μας αφήσει ένα πλαίσιο ελευθερίας για να φτιάξουμε αυτό που αφορά τον τόπο χωρίς να δημιουργούμε κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα στις δικές τους χωροθετήσεις. Έτσι, περισσότερο ενσυναίσθητα και χωρίς μια τέτοια ανάλυση,  συμφωνήσαμε πως αρκεί να ενημερωθεί ο αντιδήμαρχος και να εξασφαλίσουμε την προφορική του άδεια, επίσης κρίναμε πως δεν χρειάζεται να εκδώσουμε πολεοδομική άδεια, μιας και θα ήταν κοπιαστικό και γελοίο να περιγράψουμε ένα τέτοιο έργο με ορολογία «χώρου».

Τέλος, ενσυναίσθητα συμφωνήσαμε πως δεν χρειάζεται να είναι κανείς πολιτογραφημένος στο χωριό για να έχει λόγο και δικαίωμα χρήσης του φούρνου, ο φούρνος (και ο τόπος) ανήκει σε όσους μπορούν να ταυτιστούν μαζί του, ούτε είναι απαραίτητο  να είναι γραμμένος στον σύλλογο. Άλλωστε υπάρχουν ακόμα και σε ένα τέτοιο μικρό χωριό άνθρωποι που ζουν με αστικό τρόπο ζωής και αδιαφορούν για τέτοιες εκδηλώσεις, όπως και αστοί που ταυτίστηκαν και έτσι έκαναν την κοινότητα του φούρνου ένα σχήμα που συνεχώς μεγάλωνε.

Αυτό επίσης σήμαινε πως τις αποφάσεις για το έργο δεν τις έπαιρνε το 5μελές του συλλόγου αλλά όλοι οι παρευρισκόμενοι, που πλέον ήταν πολλοί και όλοι ήθελαν να πουν την γνώμη τους. Έτσι, ακόμα και η γκρίνια ήταν διαφορετική, δεν άκουγες το «τι βλακείες κάνανε..» αλλά «Εγώ έλεγα να γίνει αλλιώς, αλλά οι άλλοι θέλανε έτσι».

μορφή και εποχή

Το δεύτερο ερώτημα αφορούσε την μορφή του φούρνου, εκεί πρόεκυψαν διχογνωμίες για το αν θα έπρεπε να μοιάζει σύγχρονος ή παραδοσιακός. Ξέραμε ότι θα χρησιμοποιούσαμε για τεχνικούς και πρακτικούς λόγους και σύγχρονα υλικά, επίσης υπήρχαν και λειτουργικές απαιτήσεις που δεν καλύπτονταν από την παραδοσιακή μορφή.

Αυτό το ερώτημα μου θυμίζει συνειρμικά ένα άλλο μεγάλο και επίκαιρο ερώτημα : είναι η επιστροφή στην επαρχία οπισθοχώρηση; μια απέλπιδα λύση στο αδιέξοδο της ανάπτυξης; Μπορεί να είναι αυτή ανάπτυξη και πρόταση ζωής. Το ίδιο ερώτημα υπάρχει και στην ευρωπαϊκή εκδοχή του, η θεωρία της αποανάπτυξης. Πρέπει να είναι το επόμενο βήμα ανάπτυξης της Ευρώπης η μείωση των ρυθμών ανάπτυξης; Χαμηλότεροι ρυθμοί ανάπτυξης μπορεί να σημαίνουν σε αυτή την συγκυρία αύξηση του ποιοτικού και  πολιτισμικού επιπέδου; Αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί ανάπτυξη;

Όπως και να έχει ο πέτρινος φούρνος έμεινε με δύριχτο τσιμεντένιο τελείωμα να περιμένει να καλυφθεί από βυζαντινά κεραμίδια και τα υπόλοιπα ερωτήματα περιμένουν επίσης ακόμα την απάντηση τους.

εμπειρία, μνήμη, τόπος

Η μεγάλη γιορτή του φούρνου ήταν το «κάψιμο» του. Μετά την ολοκλήρωση της κατασκευής ο φούρνος έπρεπε να παραμείνει με συνεχόμενη δυνατή φωτιά για δύο μέρες, έτσι ώστε να μετατραπεί ο πυλός του σε κεραμικό και να αποκτήσει μεγάλη θερμοχωρητική ικανότητα. Ήταν απίστευτο το γλέντι και το φαγοπότι που έγινε με τα αναμμένα κάρβουνα που έβγαιναν συνεχώς από το φούρνο, η κοινωνική όσμωση είχε ξεπεράσει κάθε προσδοκία της θεωρίας! Με ένα μαγικό τρόπο η ιδέα του φούρνου είχε μιλήσει στις καρδιές των ανθρώπων. Σιγά-σιγά όμως άρχισε να γίνεται εμφανές ένα πρόβλημα, ότι δεν ξέραμε πώς να χρησιμοποιήσουμε κάτι τόσο καινοφανές, έπρεπε να ανακαλύψουμε τον τρόπο. Το «κάψιμο» ήταν κάτι που επιβαλλόταν τεχνικά, αλλά ακόμα δεν υπήρχε κάποια άλλη χρήση, η εκδήλωση που επιβαλλόταν, οι περισσότερες μετέπειτα προσπάθειες ήταν ιδιωτικές, από μικρότερες ή μεγαλύτερες παρέες.

Την επόμενη χρονιά αποφασίσαμε να ψήσουμε στο φούρνο το ψωμί που θα χρειαζόμασταν στο πανηγύρι. Τελικά το ψωμί ψήθηκε σε έναν άλλο ιδιωτικό ξυλοφούρνο και ο φούρνος τις πλατείας άναψε μόνο για τα κάρβουνα της ψησταριάς. Ίσως να είναι μια απογοητευτική εξέλιξη αλλά ακόμα και έτσι η όλη εικόνα ήταν πολύ καλύτερη, το πανηγύρι έγινε αληθινότερο σε σχέση με τα «πλαστικά» πανηγύρια που ξέρουμε, από το ψωμί δεν περίσσεψε ούτε φέτα και ο καπνός του φουγάρου έδινε μια τόσο ζεστή ατμόσφαιρα που με έκανε να θυμηθώ τα λόγια του Οδυσσέα –έστω να δώ τον καπνό από τις καμινάδες της Ιθάκης…

Είχε αρχίσει να διαμορφώνεται έτσι μια παράδοση που επέβαλε πως ο φούρνος πρέπει να ανάβει τουλάχιστον στο πανηγύρι και πως δεν γίνεται να ανάβει μόνο για τα κάρβουνα… έτσι η κοινότητα άρχισε να διαμορφώνει μια συλλογική συνείδηση, συλλογική μνήμη ένα συλλογικό πρόγραμμα και όλα αυτά ενέτειναν την αίσθηση πως αυτό το χωριό δεν είναι απλά ένα σημείο του χάρτη, αλλά ένας τόπος. Όμως όλο αυτό είναι εν εξελίξει, τίποτα δεν είναι δεδομένο παρά μόνο η συνεχής προσπάθεια.

Advertisements

Tags: ,

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: