Archive | November 2015

Τρεις κήποι…

Στην Αθήνα, εκτός από τα μνημεία της, υπάρχουν και μη υλοποιηθέντα κατάλοιπά της, όπως για παράδειγμα οι κήποι. Στη Χάρτα της Φλωρεντίας υπογραμμίζεται η μεγάλη σημασία του κήπου και προσδιορίζεται η έννοια του ιστορικού κήπου ως αρχιτεκτονικού δημιουργήματος και γίνεται ο χαρακτηρισμός του ως μνημείου (άρθρο 1). Σημαντική είναι η μελέτη των μη υλοποιημένων, γιατί μετατοπίζει τη συζήτηση από το πεδίο της αισθητικής και τη μετατρέπει σε εργαλείο για την κατανόηση της ιστορικής εξέλιξης του οικιστικού ιστού, της κοινωνικής διάρθρωσης και των λειτουργιών της πόλης.

Σύμφωνα με το πρώτο σχέδιο της πόλεως των Αθηνών, η κορυφή του ιστορικού τριγώνου, η σημερινή πλατεία Ομονοίας, αποτελούσε την αρχική θέση των ανακτόρων. Τα ανάκτορα είχαν τοποθετηθεί εκτός της περιοχής των τειχών της οθωμανικής Αθήνας (“Οι επτά πύλες του τείχους του Χασεκή”).

Ο πρώτος κήπος είναι το μεγάλο ορθογώνιο που ορίζεται από τις οδούς Αιόλου, Ευριπίδου, Σωκράτους και τη νοητή συνέχεια της Ζήνωνος.

κήπος 1

Κήπος μπροστά από τα ανάκτορα.

Ο δεύτερος κήπος είναι ένα μεγάλο Π με τις οδούς Χαλκοκονδύλη, Μενάνδρου, Αγίου Κωνσταντίνου, Βερανζέρου και Πατησίων να τον ορίζουν νοητά.

κήπος 2

Κήπος πίσω από τα ανάκτορα. Το “κενό” το καλύπτει η σημερινή πλατεία Λαυρίου.

Ο τρίτος κήπος είναι το κτήμα του Φαναριώτη ηγεμόνα της Μολδοβλαχίας Μιχαήλ Βόδα, ο οποίος «ηγόρασεν ένα πελώριον κτήμα μεταξύ των οδών Αχαρνών και Λιοσίων, από της οδού Σούρμελη μέχρι της οδού Σμύρνης, και έκτισεν εκεί την έπαυλίν του, την οποίαν εγνωρίσαμεν οι μεταγενέστεροι παρά την οδό Αλκιβιάδου, στεγάζουσαν το Άσυλον της Αγ. Αικατερίνης»[1].

κήπος 3

Το κτήμα του Μιχαήλ Βόδα.

Η Λιοσίων, ένας παλιός, αγροτικός δρόμος, διατρέχει και τους τρεις αυτούς κήπους. Η αφετηρία της, κατά την τελευταία περιτείχιση της πόλης από το τείχος του Χασεκή (1775), ήταν η Μενιδιάτικη πόρτα ή Αγίων Αποστόλων, στο ύψος της συμβολής της σημερινής πλατείας Δημαρχείου με την οδό Στρέιτ. Όπως αναφέρει και ο Κ. Μπίρης[2] «… (η Μενιδιάτικη πόρτα) … απετέλει την αφετηρίαν του δρόμου Χασιάς-Θηβών διά της οδού Λιοσίων, με μίαν διακλάδωση παρά την Βάθην προς το Μενίδι και προς το Μπογιάτι, διά της οδού Αχαρνών, και άλλην προς τα Σεπόλια διά της ομωνύμου οδού της σημερινής πόλεως». Με την ολοκλήρωση του σχεδιασμού των ανακτόρων, η Αθήνα αποκτά και βασιλικό κηπουρό, ο οποίος τίθεται στην υπηρεσία του Δήμου, και οι πρώτες δεντροφυτεύσεις των Αθηνών ήταν οι λεωφόροι Πανεπιστημίου, Κηφισίας, Αμαλίας, η παλαιά οδός Φαλήρου, η Πατησίων, η Αχαρνών και η Λιοσίων[3].

κήποι

Οι τρεις κήποι, με την Λιοσίων να τους διασχίζει.

Οι παλιοί δρόμοι παραμένουν, και ενσωματώνονται στον ιστό, κατά τις αλλαγές που πραγματοποιούνται στην πόλη των Αθηνών τον 19ο αιώνα: ο νεοκλασικισμός και η συμμετρία του σχεδίου των Κλεάνθη – Scahubert «αποκαθιστούν» τη μορφή της Τουρκοκρατούμενης Αθήνας, που βλέπουμε στον χάρτη του Coubault (αρχή του 19ου αιώνα, στον χάρτη του Coubault διακρίνονται καθαρά οι καλλιεργημένες εκτάσεις εκτός των τειχών).

Οι μη υλοποιημένοι κήποι και το εκτός του τείχους τοπίο του 19ου αιώνα υπάρχουν πια μόνο στην εισβολή της φύσης μέσα στο αστικό τοπίο, στην ιδιωτικοποίηση των στοών ή στα μπαλκόνια των πολυκατοικιών…

 

«Μπορεί κανείς να δει μια μορφή μέσα από ένα διαφορετικό περίγραμμα κάθε φορά. Να απεικονίσει τη μορφή μέσα από το δικό του πρίσμα και να δει μια καινούργια όψη της, που συμπληρώνει τον χαρακτήρα της.» (Στεφάνου «Περιγραφή της εικόνας της πόλης», σελ. 92)

 

[1] (Μπίρης, Αι Αθήναι, Από του 19ου εις τον 20όν αιώνα, 1966), σελ.22

[2] (Μπίρης, Αι Αθήναι, Από του 19ου εις τον 20όν αιώνα, 1966), σελ. 11

[3] (Μπίρης, Αι Αθήναι. Από τον 19ο εις τον 20ό αιώνα, 1966), σελ. 67

Ιστορίες εκτοπισμού από τη «Νέα» Ορλεάνη (μέρος Β)

New_Orleans_1841_1880_map

Για εβδομάδες ο τότε δήμαρχος απέφευγε να πάρει θέση για το θέμα. Έχοντας όμως μπροστά του την επανεκλογή του την Άνοιξη, ο Nagin θα έπρεπε να θέσει επί τάπητος τις φυλετικές επιπλοκές του σχεδίου των ανοικοδομήσεων, εάν ήθελε να κερδίσει μαύρους ψηφοφόρους. Και το έκανε, το πρωινό μετά τη μεγάλη παρέλαση για τον εορτασμό της μνήμης του Martin Luther King, με έναν ασυνάρτητο λόγο. Αφού είχε εκθειάσει την κουλτούρα της Νέας Ορλεάνης και είχε κατακρίνει τους πυροβολισμούς στη δεύτερη γραμμή, είπε «Αυτή η πόλη θα είναι σοκολατένια στο τέλος … είναι θέλημα θεού.»

Ο λόγος για τη «Σοκολατένια Πόλη» αναμεταδόθηκε σ’ όλη τη χώρα και επικρίθηκε από τους αναλυτές ως διχαστικός και προσβλητικός. Παρ’ όλα αυτά, επιτυχώς έδωσε το μήνυμα στους μαύρους ψηφοφόρους ότι κανείς δεν θα τους έπαιρνε την περιουσία τους και ότι όλοι θα είχαν το δικαίωμα να επιστρέψουν. Στην προεκλογική του καμπάνια ο Nagin περιστράφηκε γύρω από μια αγορακεντρική στρατηγική ανάκτησης των περιουσιών, επιτρέποντας στους κατοίκους να κτίσουν οπουδήποτε, αν και με δική τους ευθύνη και χωρίς εγγυήσεις για υποδομές. H υπόσχεσή του να μη γίνει τίποτα ήταν προτιμότερη από μια επιτροπή από παράγοντες ανάπτυξης που θα ξανασχεδίαζαν το χάρτη της πόλης σε μια αίθουσα συνεδριάσεων. Και παρ’ όλο που οι μαύροι πολίτες δεν εμφανίστηκαν στις κάλπες για τον Nagin στις εκλογές του 2002, στην επανεκλογή του το 2006 τον υπερψήφισαν. Από δωμάτια σε μοτέλ και τροχόσπιτα, οι εκδιωγμένοι κάτοικοι της Νέας Ορλεάνης έκαναν σχέδια για να επιστρέψουν στο σπίτι τους.

Το σχέδιο του Nagin ωστόσο δεν αντιμετώπισε το ζήτημα του δικαιώματος επιστροφής των εκτοπισμένων κατοίκων. Η πρόσκληση για επιστροφή, ελλείψει δημόσιας υποστήριξης, άφησε το μεγαλύτερο μέρος της κοινότητας της δεύτερης γραμμής κολλημένο, χωρίς τα μέσα που χρειάζονταν για να ξαναχτίσουν τα σπίτια τους. Και όταν τελικά η βοήθεια από την κεντρική κυβέρνηση ξεκίνησε να έρχεται το 2007, ο όγκος του διαθέσιμου κεφαλαίου, που έφτασε να είναι πάνω από 8 εκ. δολάρια, πήγε σ’ ένα πρόγραμμα που ονομάστηκε Road Home, και κάλυψε τις επισκευές των κατεστραμμένων σπιτιών. Ήταν ένας γραφειοκρατικός χαμός, όπου, όπως αργότερα αποκαλύφθηκε από ένα ομοσπονδιακό δικαστήριο, είχαν γίνει διακρίσεις κατά των ιδιοκτητών στις γειτονιές των μαύρων, βασίζοντας τις αποζημιώσεις σε τιμές προ Κατρίνα εποχής και όχι στο κόστος των ανακαινίσεων.

index

Η Τζάκσον, όπως και τα περισσότερα μέλη της μπάντας των χάλκινων, νοίκιαζε πριν από την πλημμύρα, και έτσι δεν δικαιούνταν ούτε καν μια ανεπαρκή επιχορήγηση από το πρόγραμμα Road Home. Αυτή και η μητέρα της υπέμειναν την καταιγίδα διπλωμένες με ένα δίκανο στην αγκαλιά, μέχρι την επόμενη μέρα που έφυγαν όταν το νερό στο δρόμο άρχισε να ανεβαίνει. Δεν γνώριζαν πόσο ψηλά θα έφτανε το νερό και τι μπορούσε να τους συμβεί, έτσι έχωσαν τις ταυτότητές τους στα σουτιέν τους, για την περίπτωση που θα έπρεπε να αναγνωρίσουν τα σώματά τους. Μετά από μερικές εφιαλτικές νύχτες έξω από το κέντρο συνεδριάσεων της πόλης, απομακρύνθηκαν με λεωφορείο και πέρασαν πέντε καταφύγια άλλων πολιτειών και δύο ακατάλληλα προς κατοίκηση συγκροτήματα κατοικιών στη Λουιζιάνα. Όταν επέστρεψε πάλι πίσω, μέχρι και η τοξική μούχλα μύριζε ωραία, και αυτό γιατί ήταν το σπίτι της. Το μέρος δεν είχε ούτε τρεχούμενο νερό, ούτε ηλεκτρικό και έτσι πήρε ένα φορητό ψυγείο και ένα γκάζι προπανίου για να μαγειρεύει έξω.

new orleans under water

Ενώ το μέλλον των γειτονιών τους παρέμενε θολό, τα κλαμπ είδαν μια ξεκάθαρη απειλή για τις παρελάσεις τους από την αστυνομία της Νέας Ορλεάνης. Ο Warren Riley τοποθετήθηκε από τον Νagin επιθεωρητής της Αστυνομίας μετά την πλημμύρα και ανέλαβε ένα αποδεκατισμένο αστυνομικό τμήμα, με ελλείψεις στο προσωπικό, στις εγκαταστάσεις, στα οχήματα και σε οτιδήποτε άλλο. Του ανατέθηκε η αστυνόμευση μιας πόλης που σχεδόν εξαφανιζόταν τη νύχτα όταν το σκοτάδι τύλιγε ολόκληρες γειτονιές χωρίς υποδομές. Η απειλή βίας στις παρελάσεις φαινόταν σαν ένα πρόβλημα με σχετικά εύκολη λύση: Την απαγόρευση των παρελάσεων. Ο υπαστυνόμος Joseph Valiente και ο Αστυφύλακας Ross Bourgeois ο οποίος διαχειριζόταν τις άδειες για τις δεύτερες γραμμές, επιχειρηματολόγησαν υπέρ των παρελάσεων. Ο Valiente με τα χρόνια είχε αναπτύξει σχέσεις με μέλη των κλαμπ, και αυτός μαζί με τον Bourgeois εκτιμούσαν ότι οι δεύτερες γραμμές θα βοηθούσαν την επαν-εδραίωση των μαύρων κοινοτήτων αλλά και θα τις βοηθούσαν να συνέλθουν από το τραύμα της πλημμύρας. Ο Valiente μου είπε πρόσφατα ότι οι δεύτερες γραμμές «υπηρετούν μια πολύτιμη λειτουργία», «είναι σχεδόν σαν κάτι το θρησκευτικό». Οι αστυνομικοί, όπως και τα μέλη των κλαμπ, γνώριζαν ότι οι παρελάσεις δεν δημιουργούσαν διαμάχες. Ο Bourgeois είπε ότι «αυτή είναι μια λανθασμένη σχέση αιτίας-αποτέλεσματος. Αντιμαχόμενοι εγκληματίες μπορεί και να συναντιόντουσαν σε μια δεύτερη γραμμή, αλλά οι πυροβολισμοί ήταν ένα άσχημο κομμάτι της ζωής σ’ αυτά τα μέρη της πόλης, ανεξαρτήτως των παρελάσεων.

Ο Riley συνέχισε να επιτρέπει τις δεύτερες γραμμές αλλά με μια δραματικά μεγαλύτερη παρουσία της αστυνομίας, που έπρεπε να πληρώνεται από τα κλαμπ. Η αστυνομία της Νέας Ορλεάνης το εξέλαβε σαν παραχώρηση. Τα κλαμπ είδαν την αύξηση του τέλους για προστασία από 1.200 δολ. σε 4.445 σαν επίθεση. Στην προ Κατρίνα εποχή τα κλαμπ για να καλύψουν τις παραλέσεις, καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου, διοργάνωναν χορούς, λοταρίες και γεύματα. Οι αυξήσεις επιπέδου χιλιάδων για τη δεύτερη γραμμή σε καιρούς που τα μέλη των κλαμπ ζορίζονταν με την μετακίνηση και την ανασυγκρότησή τους έθεταν τα περισσότερα απ’ αυτά εκτός δρόμου.

Το Φεβρουάριο του 2006, η Jackson και η Longino, ως επικεφαλής μιας ομάδας που αντιπροσώπευε περίπου τα μισά από τα κλαμπ της πόλης, συναντήθηκαν με μέλη άλλων κοινοτήτων και τον επιθεωρητή Riley στην αίθουσα εκδηλώσεων ενός ξενοδοχείου στην οδό Bourbon, που λειτουργούσε σαν αρχηγείο της αστυνομίας εξαιτίας της πλημμύρας. Ακολούθησαν ολόκληρες εβδομάδες έντονων συζητήσεων, μέχρι ώσπου, μια Κυριακή του Μάρτη, ένας 19χρονος εν ονόματι Christopher Smith πυροβολήθηκε και σκοτώθηκε σε μια διαδρομή δεύτερης γραμμής στo Central City, λίγα τετράγωνα πιο πάνω από την παρέλαση. Ο Riley τελείωσε τις διαπραγματεύσεις και έθεσε την τιμή για τις δεύτερες γραμμές στα 3.760 δολάρια − αλλά κι έτσι, ήταν περισσότερο από τρεις φορές πάνω σε σχέση με την προ-τυφώνα συνδρομή.

Σαν πρόχειρη λύση, οι μη κερδοσκοπικές οργανώσεις, συμπεριλαμβάνοντας αυτή που ο ίδιος διευθύνω, βοήθησαν τα κλαμπ να καλύψουν τα έξοδά τους. Στους δρόμους ωστόσο, οι σχέσεις μεταξύ της αστυνομίας και των συμμετεχόντων των δεύτερων γραμμών εντάθηκαν. Στο τέλος μιας παρέλασης όπου και ο ίδιος πήγα, η περιπολία με διαπεραστικές σειρήνες σκόρπισε αμέσως το πλήθος αλλά και απαίτησε από το κλαμπ να πληρώσει επιπλέον φύλαξη για δύο ώρες μετά το πέρας της παρέλασης. Η Longino έφτασε μέχρι το Αμερικανικό σωματείο των ατομικών ελευθεριών (American Civil Liberties Union) το οποίο μήνυσε την πόλη για φορολόγηση του δικαιώματος της έκφρασης των κλαμπ (πρώτο άρθρο του Συντάγματος) με φουσκωμένα τέλη για υπηρεσίες προστασίας.

Και μετά από ένα ρεπορτάζ των Times-Picayune που αποκάλυπτε ότι η Αστυνομία είχε ζητήσει από ένα κλαμπ συνδρομή προστασίας έναντι 7.560 δολαρίων, ενώ τόνιζε ότι νόμος της πόλης έθετε πλαφόν για τα έξοδα προστασίας τα 750 δολάρια για πολύ μεγαλύτερες παρελάσεις Mardi Gras (1) , η κοινή γνώμη συνασπίστηκε πίσω από τα κλαμπ. Έτσι, το 2007, η δημοτική αρχή εγκαταστάθηκε έξω από τα δικαστήρια και οι παρελάσεις συνέχισαν με αστυνόμευση αξίας 1.985 δολαρίων.

carnival-2011-mardi-gras-new-orleans-la-usa-rex-king-of-carnival

Τα μέλη του κλαμπ είχαν λιγότερες επιτυχίες στο μέτωπο της κατοικίας. Ενώ οι ιδιοκτήτες καυγάδιζαν με τους ασφαλιστικούς εκτιμητές και το πρόγραμμα Road Home, οι ενοικιαστές βρήκαν το διαθέσιμο απόθεμα των προς ενοικίαση ιδιοκτησιών κατεστραμμένο και τα ενοίκια εκτοξευμένα. Το Υπουργείο Στέγασης και Αστικής Ανάπτυξης (2) ανακοίνωσε ότι περίπου το 71% των ιδιοκτησιών προς ενοικίαση της πόλης είχε υποστεί ζημιές. Όπως ο Karl F.Seidman γράφει στο Coming Home to New Orleans, οι μικροιδιοκτήτες (των οποίων ενοικιαστές ήταν συνήθως οι της κοινότητας της δεύτερης γραμμής) δεν μπορούσαν να αξιοποιήσουν τα −μετά τον Κατρίνα− φορολογικά κίνητρα ή να εξασφαλίσουν προκαταβολικά τα μέσα που θα τους επιστρέφονταν από το σχετικά ταπεινό πρόγραμμα ενοικίασης μικρής ιδιοκτησίας (Small Rental Property Program).

Iberville

Στα τέλη του 2007 αρχές του 2008, το δημοτικό συμβούλιο ψήφισε να επιτραπεί στην, υπό εκκαθάριση από την ΗUD (2), Αρχή Στέγασης της Νέας Ορλεάνης -HANO-(3), να κατεδαφίσει τα τέσσερα μεγαλύτερα δημόσια συγκροτήματα κατοικιών που βρίσκονταν στο Central City, την Treme και το Seventh Ward, όπου οι περισσότερες δεύτερες γραμμές λάμβαναν χώρα. Αντικαταστάθηκαν από νέα συγκροτήματα χαμηλότερης πυκνότητας και μεικτών εισοδημάτων. Περισσότερες από 3.000 κατειλημμένες κατοικίες κατεδαφίστηκαν στις αρχές του 2014. Η Αρχή Στέγασης της Νέας Ορλεάνης ανακοίνωσε ότι 706 επιχορηγούμενες κατοικίες είχαν ανεγερθεί στη θέση τους. Η HANO έδωσε επίσης κουπόνια στους εκτοπισμένους κατοίκους από τις εν λόγω περιοχές και σε χιλιάδες εκτοπισμένους από άλλες, για χρήση στην ιδιωτική αγορά, κάτι το οποίο πρόσθεσε και άλλη ένταση στη μικρή διαθεσιμότητα ενοικιαζόμενων ιδιοκτησιών.

Iberville

Ο Ronald Lewis, πρόεδρος του κλαμπ κοινωνικής βοήθειας και αναψυχής Big Nine είδε τις κατεδαφίσεις σαν μια υποχώρηση των μελών των κλαμπ που ακόμα δεν μπορούσαν να μετακομίσουν πίσω στην πόλη. Η δημοτική αρχή ήθελε να «φέρουμε πίσω την κουλτούρα μας» αλλά ταυτόχρονα δεν προσπαθούσαν να μας το κάνουν οικονομικώς εφικτό. Το 2011 η Δημοτική Αρχή καθάρισε 27 συγκροτήματα −κατά κύριο λόγο− κατοικιών κοντά στην Treme για να ανοίξει το δρόμο για ένα αμφιλεγόμενο ιατρικό συγκρότημα, σπρώχνοντας έτσι περισσότερο εκτός κέντρου την οικονομική κατοικία. Το 2013, όταν τα συγκροτήματα Iberville στην άκρη της Treme κατεδαφίστηκαν, εκπληρωνόταν η συνταγή γράμματος προς την τοπική εφημερίδα Times-Picayune: Οι δρόμοι που τα μέλη των κλαμπ είχαν κάνει δικοί τους μεταλλάσσονταν πάλι, αλλά αυτή τη φορά χωρίς αυτά.

1. Παρελάσεις Mardi Gras: Παρελάσεις που γίνονται τη Τσικνοπέμπτη του καρναβαλιού της Νέας Ορλεάνης.

2. HUD_U.S Department of Housing and Urban Development:Υπουργείο Στέγασης και Αστικής Ανάπτυξης

3. HANO_Housing Authority of New Orleans: Αρχή Στέγασης της Νέας Ορλεάνης

Επιπλέον Πηγές:
Νew Οrleans Public Housing
New Orleans seeks hud grant for housing plan

Διερευνώντας την έννοια του τόπου

 

 

f1Διερευνώντας  την έννοια του τόπου μέσα από το παράδειγμα της κατασκευής ενός κοινόχρηστου ξυλόφουρνου  στην πλατεία ενός χωριού

Όταν άρχισα να ασχολούμαι με το δίπολο τόπος-χώρος, παρατήρησα πως όσες φορές σκεφτόμουν αυτό το θέμα ερχόταν συνειρμικά στο μυαλό μου ένα πρόσφατο μικρό έργο στην πλατεία ενός χωριού, που ολοκληρώθηκε το προηγούμενο καλοκαίρι (2014). Ήταν ένας κοινόχρηστος ξυλόφουρνος, που κτίστηκε με συλλογική προσπάθεια στην οποία συμμετείχα, έτσι είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω από κοντά αυτό το περίεργο γεγονός.

Δεν είθισται να υπάρχουν κοινόχρηστοι ξυλόφουρνοι στις πλατείες των χωριών, ένα τέτοιο έργο δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις που συνήθως υπάρχουν, ούτε εμφανίζεται ποτέ σαν προεκλογική υπόσχεση. Τα προβλήματα που έχουν τα χωριά φαίνεται να είναι προβλήματα «χώρου» t χρόνος απόσταση από τον γιατρό, x συχνότητα δρομολογίων, n κανάλια στους δέκτες. Όμως οι «του χωριού» αποδέχτηκαν με ιδιαίτερο ενθουσιασμό αυτή την ιδέα και την ολοκλήρωσαν με προσωπική εργασία και οικειοθελείς συνεισφορές παρά τα όσα προβλήματα της εποχής (αν και μάλλον οι συνθήκες της εποχής γέννησαν ένα τέτοιο έργο).

Αυτό που άρχισα να υποψιάζομαι ήταν πώς η ιδέα του κοινόχρηστου φούρνου έκανε μια μετάθεση της βάσης του προβλήματος, αντιμετώπιζε το χωριό ως τόπο και όχι ως χώρο. Θεωρούσε ως δεδομένο την ανάγκη να νοηματοδοτηθεί η γειτονία. Αυτή η υπόθεση μπορούσε να εξηγήσει ή έστω να σχολιάσει τον ενστικτώδη ενθουσιασμό των συμμετεχόντων, αλλά και την αδυναμία όσων δεν συμμετείχαν να βρουν το νόημα μιας τέτοιας πράξης. Επίσης προέκυψαν και άλλα ενδιαφέροντα ερωτήματα, τί εκφράζει αυτό το έργο;  ποιούς αφορά ο τόπος και ποιοί έχουν λόγο και δικαίωμα να τον διαμορφώνουν;

Αυτό το μικρό έργο μοιάζει σαν να ακροβατεί στα όρια του διπόλου τόπος-χώρος. Έτσι μπήκα στην σκέψη να αφηγηθώ την ιστορία του ως μια εργασία διερεύνησης των εννοιών του τόπου και του χώρου. Να διερευνήσω δηλαδή τις έννοιες στην προσπάθεια μου να αφηγηθώ την ιστορία με συνοχή, δομή και νόημα.

Ο φούρνος ξεκίνησε σαν ιδέα, κάθε χρόνο ο σύλλογος του χωριού ολοκλήρωνε και ένα μικρό έργο (μια βρύση, μια μάντρα..) και κάθε χρόνο η μεγάλη συζήτηση ήταν το έργο της επόμενης χρονιάς. Έχοντας μόλις αποφοιτήσει από την αρχιτεκτονική και επηρεασμένος από σύγχρονες προσεγγίσεις πολεοδομικής ανάπτυξης, προσπαθούσα να σκεφτώ  το έργο εκείνο, που θα  αφορούσε τις δυο μεγάλες λανθάνουσες δυναμικές του χωριού. Την ανάγκη να αναπτύξουμε την παραμελημένη αγροτική παραγωγή, καθώς επίσης  να αναζωογονήσουμε την κοινωνική ζωή της επαρχίας.

Ο κοινόχρηστος ξυλόφουρνος μπορούσε να αναδείξει την παραγωγή και να κάνει περήφανους τους παραγωγούς για την δουλειά τους και τα προϊόντα τους αλλά επίσης να λειτουργήσει ως μέσω κοινωνικής όσμωσης. Το έργο αν και μικρό μπορούσε να αναδείξει ένα τρόπο ζωής στην επαρχία που δεν θα μιμείται των αστικό τρόπο ζωής.

το διαμέρισμα

Νομίζω πως ζούμε το τέλος μιας μεγάλης εποχής, την εποχής της αστικοποίησης. Η αστικοποίηση ήταν μια συνειδητή πολιτική στρατηγική που προσπαθούσε να διαχειριστεί την μεταπολεμική κατάσταση της χώρας. Έθετε ως στόχους την οικονομική ανάπτυξη, την εξασφάλιση δουλειάς στο ανειδίκευτο ανθρώπινο δυναμικό, την επούλωση των τραυμάτων του εμφυλίου, το στεγαστικό πρόβλημα.

Είναι πολύ ενδιαφέρον το πώς επιτεύχθηκαν όλοι αυτοί οι στόχοι με μία στρατηγική. Είναι ενδιαφέρον το πώς η ενασχόληση με την μικροιδιοκτησία ήταν καταλυτική για να ξεπεραστούν τα τραύματα του εμφυλίου, μετατρέποντας ιδεολόγους σε νοικοκυραίους. Για να εξηγήσουμε όμως όλη αυτή την ανάπτυξη είναι σημαντικό να κατανοήσουμε τον θεσμό της αντιπαροχής. Το κλειδί αυτής της ανάπτυξης ήταν η υπεραξία που παρήγαγε η αντιπαροχή, γιατί διαμέρισμα δεν σήμαινε απλά σπίτι, σήμαινε την δυνατότητα να είσαι μέρος της μεγαλούπολης, μέλος του κυρίαρχου τρόπου ζωής, εξασφάλιση, εξασφάλιση ακόμα και για τα παιδιά σου, αυτόματα γινόσουν αστός από χωριάτης.  Άρα άξιζε να προσπαθήσεις πολύ για κάτι τέτοιο.

Στην ανάπτυξη της αυτή η στρατηγική πράγματι απέδωσε, στην ολοκλήρωση της όμως δημιούργησε μια φούσκα στην οικοδομή, ένα πυκνό αστικό περιβάλλον, αστική διάχυση και τέλος την ανάγκη να απαγκιστρωθούμε από αυτή την στρατηγική, που είχε χαραχθεί πάνω σε δεδομένα τόσο διαφορετικά από τα σημερινά. Η παραδοχή του αδιεξόδου αυτής της πορείας, η επίσημη δηλαδή έναρξη της κρίσης, σήμαινε την κατάρρευση του εποικοδομήματος, των υπεραξιών, του κυρίαρχου φαντασιακού… Η κρίση ως βίωμα  ήταν κυρίως η ψυχολογική πίεση που δεχόταν το άτομο από την αδυναμία του να φανταστεί ένα πιθανόν μέλλον αλλά και από την έλλειψη ασφάλειας που πλέον δεν την παρείχαν η θέση του και τα τετραγωνικά μέτρα που είχε εξασφαλίσει μέσα στο αστικό συνεχές, άλλωστε οι πιο πολλοί πέθαναν γιατί αυτοκτόνησαν ή αρρώστησαν. Το διαμέρισμα έχασε αυτούς τους πολλαπλούς ρόλους του και πλέον ήταν απλά και μόνο κτισμένος χώρος. Η κρίση πέρα από όλες τις άλλες πτυχές της ήταν και κρίση της αντίληψης μας για τον χώρο και της σχέσης μας με αυτόν.

η πόλη

Η έναρξη της κρίσης λειτούργησε και ως ένα άλλο ορόσημο, για πρώτη φορά στην μεταπολεμική ιστορία διακόπηκε και αντιστράφηκε το εσωτερικό μεταναστευτικό ρεύμα προς την πρωτεύουσα. Ήδη αρκετές περιφερειακές πόλεις και χωριά έχουν γίνει ελκυστικότερα και ανταγωνιστικότερα, αυξάνοντας ή κρατώντας σταθερό τον πληθυσμό τους.

Τα τελευταία χρόνια, μια νέα στροφή προς τον δημόσιο χώρο έχει παρατηρηθεί στον δυτικό κόσμο, το μεγάλο ερώτημα δεν είναι το ποιό σπίτι αλλά το ποιά γειτονιά. Έτσι έχουμε πλέον εξοικειωθεί με έννοιες όπως, place branding, gentrification, place management, guerrilla farming ή με την εξάπλωση της χρήσης του ποδηλάτου. Στην Ελλάδα διόλου τυχαία δεν έχουν μεταφραστεί αυτοί οι όροι, θα ήταν όμως λάθος να ισχυριστούμε πως κάτι τέτοιο συμβαίνει γιατί δεν υπάρχει αντίστοιχη ανάγκη, γιατί εδώ ίσως να υπάρχουν άλλες δυνατότητες, ευκαιρίες και μεθοδολογίες. Άλλωστε ζούμε την κρίση της πολεοδομικής ανάπτυξης  που δεν ενδιαφέρθηκε καθόλου για τον δημόσιο χώρο τόσο της αστικής διάχυσης, όσο και τον πυκνών αστικών γειτονιών.

Ο Δεκέμβρης του ’08 έχει χαρακτηριστεί κραυγή από το μέλλον. Η αγωνία και η ενσυναίσθηση της παρακμής είχε εκφραστεί πολύ ωραία στο μήνυμα των μαθητών «Μη μας ρίχνετε άλλα δακρυγόνα εμείς κλαίμε κι από μόνοι μας».  Είμαι της άποψης πως η σύγκρουση αφορούσε δυο διαφορετικές αξιακές αντιλήψεις. Την ιδιώτευση και την αξία της πόλης, εν τέλει ήταν ο πεζόδρομος αυτός ο μεταβατικός  χώρος εκεί όπου αυτά συγκρούστηκαν. Τα δύο αναπάντητα ερωτήματα από τις δύο πλευρές  ήταν «τί δουλειά είχε το παιδί αυτό εκεί;», «πώς γίνεται να στοχοποιείται η παρουσία νέων στο δημόσιο χώρο;»  Η ερμηνεία μπορεί και να είναι λίγο αυθαίρετη αλλά έπειτα παρατηρούμε μια έξαρση συνεργατικών ή αυτόδιαχειριζόμενων πρωτοβουλιών που συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας. Και υπάρχει ένα ενδιαφέρον ερώτημα για το αν υπάρχει κάποια σχέση ανάμεσα σε τέτοιες πρωτοβουλίες και στις έννοιες του τόπου και της πόλης.

το χωριό

Η πόλη είναι και δικό μου όραμα, όχι όμως η μεγαλούπολη της αστικοποίησης. Δεν αντιλαμβάνομαι την πόλη ως προς την μορφή της, ως προς το πλήθος των κτιρίων της, αλλά ως την δυνατότητα για διάδραση και κοινωνική όσμωση.

Στην διπλωματική(2011) μου είχα δουλέψει πάνω σε ένα μηχανισμό που θα μπορούσε να αντικαταστήσει τον μηχανισμό της αντιπαροχής, αντί να μετατρέπουμε μονοκατοικίες σε πολυκατοικίες θα μετατρέπαμε το αστικό συνεχές σε πόλεις. Παρουσιάζοντάς την κατάλαβα πως κάτι τέτοιο ήταν μάλλον ανέφικτο, για ένα βασικό λόγο, οι κριτές και οι συνάδελφοι μου αντιπαρέβαλλαν το παράδειγμα του ανθρώπου που ζει σε διαμέρισμα χωρίς να ενδιαφέρεται να γνωρίσει τους γείτονες του, απολαμβάνοντας το να είναι άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Η αλλαγή ήταν αδύνατη γιατί απαιτούσε διαφορετική αντίληψη πόλης, απαιτούσε ένα κυρίαρχο φαντασιακό διαμορφωμένο πάνω στην έννοια του τόπου και όχι του χώρου.

Συνέβαινε δηλαδή το εξής οξύμωρο οι άνθρωποι που απαιτούσαν την πόλη, που απαιτούσαν περισσότερη κοινωνική ζωή και όσμωση να είναι οι άνθρωποι του χωριού! Όσοι είχαν επιστρέψει ή είχαν αποφασίσει συνειδητά και ηθελημένα να μείνουν εκεί αναζητούσαν μέσα από την επιλογή τους ένα πιο ανθρώπινο τρόπο ζωής και αρμονική συνύπαρξη με τους γύρω τους. Ακόμα και αν αυτό δεν είναι γενικευμένο στην επαρχία υπήρχε μια μαγιά για να υποστηρίξει την ιδέα του φούρνου.

χώρος και εξουσία

Όταν συμφωνήσαμε να ξεκινήσουμε την κατασκευή ένα από τα πρώτα ερωτήματα που έπρεπε να απαντηθούν ήταν το ποίοι έχουν τον λόγο σε ένα τέτοιο έργο και αν θα ζητήσουμε άδεια από τους υπεύθυνους κρατικούς θεσμούς.

Αυτό το έργο ήταν κάτι διαφορετικό από τα προηγούμενα, συνέβαινε κάτι καινούργιο χωρίς να το συνειδητοποιείς αλλά να το αισθάνεσαι. Ήταν σαν αυτό το έργο να ήταν πέρα από την δικαιοδοσία της διοίκησης και του κράτους, η διοίκηση του κράτους λειτουργεί πάνω στην έννοια του χώρου και για αυτό είτε θα μπορούσε να μας υποχρεώσει να λειτουργούμε και εμείς πάνω σε αυτή την έννοια, είτε να μας αφήσει ένα πλαίσιο ελευθερίας για να φτιάξουμε αυτό που αφορά τον τόπο χωρίς να δημιουργούμε κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα στις δικές τους χωροθετήσεις. Έτσι, περισσότερο ενσυναίσθητα και χωρίς μια τέτοια ανάλυση,  συμφωνήσαμε πως αρκεί να ενημερωθεί ο αντιδήμαρχος και να εξασφαλίσουμε την προφορική του άδεια, επίσης κρίναμε πως δεν χρειάζεται να εκδώσουμε πολεοδομική άδεια, μιας και θα ήταν κοπιαστικό και γελοίο να περιγράψουμε ένα τέτοιο έργο με ορολογία «χώρου».

Τέλος, ενσυναίσθητα συμφωνήσαμε πως δεν χρειάζεται να είναι κανείς πολιτογραφημένος στο χωριό για να έχει λόγο και δικαίωμα χρήσης του φούρνου, ο φούρνος (και ο τόπος) ανήκει σε όσους μπορούν να ταυτιστούν μαζί του, ούτε είναι απαραίτητο  να είναι γραμμένος στον σύλλογο. Άλλωστε υπάρχουν ακόμα και σε ένα τέτοιο μικρό χωριό άνθρωποι που ζουν με αστικό τρόπο ζωής και αδιαφορούν για τέτοιες εκδηλώσεις, όπως και αστοί που ταυτίστηκαν και έτσι έκαναν την κοινότητα του φούρνου ένα σχήμα που συνεχώς μεγάλωνε.

Αυτό επίσης σήμαινε πως τις αποφάσεις για το έργο δεν τις έπαιρνε το 5μελές του συλλόγου αλλά όλοι οι παρευρισκόμενοι, που πλέον ήταν πολλοί και όλοι ήθελαν να πουν την γνώμη τους. Έτσι, ακόμα και η γκρίνια ήταν διαφορετική, δεν άκουγες το «τι βλακείες κάνανε..» αλλά «Εγώ έλεγα να γίνει αλλιώς, αλλά οι άλλοι θέλανε έτσι».

μορφή και εποχή

Το δεύτερο ερώτημα αφορούσε την μορφή του φούρνου, εκεί πρόεκυψαν διχογνωμίες για το αν θα έπρεπε να μοιάζει σύγχρονος ή παραδοσιακός. Ξέραμε ότι θα χρησιμοποιούσαμε για τεχνικούς και πρακτικούς λόγους και σύγχρονα υλικά, επίσης υπήρχαν και λειτουργικές απαιτήσεις που δεν καλύπτονταν από την παραδοσιακή μορφή.

Αυτό το ερώτημα μου θυμίζει συνειρμικά ένα άλλο μεγάλο και επίκαιρο ερώτημα : είναι η επιστροφή στην επαρχία οπισθοχώρηση; μια απέλπιδα λύση στο αδιέξοδο της ανάπτυξης; Μπορεί να είναι αυτή ανάπτυξη και πρόταση ζωής. Το ίδιο ερώτημα υπάρχει και στην ευρωπαϊκή εκδοχή του, η θεωρία της αποανάπτυξης. Πρέπει να είναι το επόμενο βήμα ανάπτυξης της Ευρώπης η μείωση των ρυθμών ανάπτυξης; Χαμηλότεροι ρυθμοί ανάπτυξης μπορεί να σημαίνουν σε αυτή την συγκυρία αύξηση του ποιοτικού και  πολιτισμικού επιπέδου; Αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί ανάπτυξη;

Όπως και να έχει ο πέτρινος φούρνος έμεινε με δύριχτο τσιμεντένιο τελείωμα να περιμένει να καλυφθεί από βυζαντινά κεραμίδια και τα υπόλοιπα ερωτήματα περιμένουν επίσης ακόμα την απάντηση τους.

εμπειρία, μνήμη, τόπος

Η μεγάλη γιορτή του φούρνου ήταν το «κάψιμο» του. Μετά την ολοκλήρωση της κατασκευής ο φούρνος έπρεπε να παραμείνει με συνεχόμενη δυνατή φωτιά για δύο μέρες, έτσι ώστε να μετατραπεί ο πυλός του σε κεραμικό και να αποκτήσει μεγάλη θερμοχωρητική ικανότητα. Ήταν απίστευτο το γλέντι και το φαγοπότι που έγινε με τα αναμμένα κάρβουνα που έβγαιναν συνεχώς από το φούρνο, η κοινωνική όσμωση είχε ξεπεράσει κάθε προσδοκία της θεωρίας! Με ένα μαγικό τρόπο η ιδέα του φούρνου είχε μιλήσει στις καρδιές των ανθρώπων. Σιγά-σιγά όμως άρχισε να γίνεται εμφανές ένα πρόβλημα, ότι δεν ξέραμε πώς να χρησιμοποιήσουμε κάτι τόσο καινοφανές, έπρεπε να ανακαλύψουμε τον τρόπο. Το «κάψιμο» ήταν κάτι που επιβαλλόταν τεχνικά, αλλά ακόμα δεν υπήρχε κάποια άλλη χρήση, η εκδήλωση που επιβαλλόταν, οι περισσότερες μετέπειτα προσπάθειες ήταν ιδιωτικές, από μικρότερες ή μεγαλύτερες παρέες.

Την επόμενη χρονιά αποφασίσαμε να ψήσουμε στο φούρνο το ψωμί που θα χρειαζόμασταν στο πανηγύρι. Τελικά το ψωμί ψήθηκε σε έναν άλλο ιδιωτικό ξυλοφούρνο και ο φούρνος τις πλατείας άναψε μόνο για τα κάρβουνα της ψησταριάς. Ίσως να είναι μια απογοητευτική εξέλιξη αλλά ακόμα και έτσι η όλη εικόνα ήταν πολύ καλύτερη, το πανηγύρι έγινε αληθινότερο σε σχέση με τα «πλαστικά» πανηγύρια που ξέρουμε, από το ψωμί δεν περίσσεψε ούτε φέτα και ο καπνός του φουγάρου έδινε μια τόσο ζεστή ατμόσφαιρα που με έκανε να θυμηθώ τα λόγια του Οδυσσέα –έστω να δώ τον καπνό από τις καμινάδες της Ιθάκης…

Είχε αρχίσει να διαμορφώνεται έτσι μια παράδοση που επέβαλε πως ο φούρνος πρέπει να ανάβει τουλάχιστον στο πανηγύρι και πως δεν γίνεται να ανάβει μόνο για τα κάρβουνα… έτσι η κοινότητα άρχισε να διαμορφώνει μια συλλογική συνείδηση, συλλογική μνήμη ένα συλλογικό πρόγραμμα και όλα αυτά ενέτειναν την αίσθηση πως αυτό το χωριό δεν είναι απλά ένα σημείο του χάρτη, αλλά ένας τόπος. Όμως όλο αυτό είναι εν εξελίξει, τίποτα δεν είναι δεδομένο παρά μόνο η συνεχής προσπάθεια.

%d bloggers like this: