Το Τέλος του Δημόσιου Χώρου; Το «Πάρκο του Λαού», Ορισμοί του Δημόσιου και της Δημοκρατίας. (Μέρος Β)

Ξεκινώντας την ανάλυσή του ο D.M. μας εισάγει αρχικά στις έννοιες του αντιπροσωπευτικού χώρου (representational space)* και των αναπαραστάσεων του χώρου (representations of space) καθώς αποτελούν δύο έννοιες που αν και στα αγγλικά αποδίδονται με λέξεις με κοινή ρίζα παράγοντας έτσι ένα γλωσσικό παιχνίδι ωστόσο, το αποτέλεσμά τους αντανακλά δύο πολύ διαφορετικά οράματα για το δημόσιο χώρο. Οι παραπάνω όροι αποδίδονται στον γνωστό Lefebvre και δείχνουν τη διάσταση που μπορεί να υπάρχει μεταξύ ενός βιωμένου και σε πραγματική χρήση χώρου και ενός σχεδιασμένου, ελεγχόμενου και σε τάξη χώρου όπως αυτός που μπορεί να έχει συλληφθεί στο νου κάποιων, είτε είναι υλοποιημένος, είτε όχι. Σε αρκετές περιπτώσεις, η νοητική κατασκευή, η αναπαράσταση δηλαδή, προηγείται του βιωμένου χώρου, σε κάποιες άλλες όμως όχι. Για παράδειγμα, ο δημόσιος χώρος που συνδιαλέγεται με ένα δικαστήριο, ένα μνημείο, έναν εμπορικό δρόμο συνήθως είναι αποτέλεσμα μιας ήδη διαμορφωμένης νοητικής κατασκευής και γίνεται βιωμένος χώρος μόνο όταν πραγματικά χρησιμοποιηθεί ως τέτοιος. Στην περίπτωση του Πάρκου του Λαού η παραπάνω χρονική σειρά διαταράχθηκε με αποτέλεσμα από την αρχή ο συγκεκριμένος ασχεδίαστος και προορισμένος για πάρκινγκ αυτοκινήτων χώρος να μετατραπεί σε ένα ζωτικό πεδίο δημιουργικών αλληλεπιδράσεων από την αυθόρμητη παρέμβαση των πρώτων διεκδικητών του.

Ωστόσο, ο D.M. καταλήγει στο ότι οποιαδήποτε κι αν είναι η απαρχή ενός δημόσιου χώρου, η ουσία του ως «δημόσιου» διαμορφώνεται και διατηρείται από τη συνεχόμενη αντίθεση των οραμάτων γι’ αυτόν. Και πιο συγκεκριμένα, από τη σύγκρουση των οραμάτων για τάξη και ασφάλεια με αυτά της πολιτικής αντιπαράθεσης και της αδιαμεσολάβητης αλληλεπίδρασης.

Φυσικά, οι δημόσιοι χώροι είναι πολύ σημαντικοί και για την αντιπροσώπευση: Δημόσιος χώρος είναι ο τόπος εκείνος μέσα στον οποίο ένα πολιτικό κίνημα μπορεί να οριοθετήσει τον χώρο που θα του επιτρέψει να φανεί και να ακουστεί. Στο δημόσιο χώρο, οι πολιτικοί σχηματισμοί μπορούν να αντιπροσωπεύσουν ένα μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού απλώς και μόνο μέσα από τη δημόσια απαίτηση για χώρο. Με αυτόν τον τρόπο, οι διάφορες κοινωνικές ομάδες γίνονται δημόσιες. Συνεπώς, μόνο στους δημόσιους χώρους οι άστεγοι μπορούν να αντιπροσωπευτούν σαν νόμιμο κομμάτι του δημόσιου. Και αυτό, γιατί στο βαθμό που οι άστεγοι και άλλες περιθωριοποιημένες ομάδες παραμένουν αόρατοι στην κοινωνία, αποτυγχάνουν να ληφθούν υπόψη σαν έγκυρα-νόμιμα μέλη της πολιτείας.

Ποια είναι όμως η σημασία των δημόσιων χώρων στις δημοκρατικές κοινωνίες;

Και ακριβώς σ’ αυτό το σημείο, η ανάλυσή του D.M. μας πάει πίσω στην αρχαία ελληνική αγορά και στη λειτουργία της: «Ήταν ο τόπος του πολίτη, ένας ανοιχτός χώρος όπου τα δημόσια ζητήματα και οι νόμιμες διαφωνίες λάμβαναν χώρα. Ήταν ένας τόπος ευχάριστου συνωστισμού όπου τα σώματα, οι λέξεις, οι δράσεις και τα εμπορεύματα των πολιτών ήταν σε πραγματική και αμοιβαία έκθεση, ένας τόπος όπου οι κρίσεις, οι αποφάσεις και οι εμπορικές συμφωνίες γίνονταν». Σε τέτοιους ανοιχτούς και προσβάσιμους χώρους, και φόρα θα έπρεπε κανείς να περιμένει να συναντήσει και να ακούσει την γνώμη αυτών που είναι διαφορετικοί, των οποίων η κοινωνική προοπτική, εμπειρία και συνδέσεις είναι διαφορετικές. Παρ’ όλ’ αυτά, σύμφωνα και με τον Habermas, δεν υλοποιείται παρά ένας κανονιστικός δημόσιος χώρος, στον οποίο η δημόσια σφαίρα συλλαμβάνεται ως μια πολυτελής σουίτα θεσμών και δραστηριοτήτων που μεσολαβούν στις σχέσεις μεταξύ κοινωνίας και κράτους. Καταλήγοντας στο ότι το ιδεώδες του δημόσιου χώρου είναι κανονιστικό.

Η αρχαία ελληνική αγορά, τα ρωμαϊκά φόρα και τα αμερικανικά πάρκα δεν ήταν ποτέ τόποι ελεύθερης, αδιαμεσολάβητης αλληλεπίδρασης. Τουναντίον, ήταν εξίσου συχνά τόποι αποκλεισμού. Το κοινό που συναντιόταν στους χώρους αυτούς ήταν επιμελώς επιλεγμένο και ομοιογενές στη σύνθεσή του, περιλαμβάνοντας τους ισχυρούς και σεβάσμιους. Στην αρχαία ελληνική αγορά, οι γυναίκες, οι σκλάβοι και οι ξένοι, αν και μπορεί να είχαν εργαστεί γι’ αυτή, επίσημα αποκλείονταν από τις πολιτικές δράσεις του δημόσιου εκείνου χώρου.

Στην Αμερική (και όχι μόνο, θα προσέθετα εγώ), η συμπερίληψη ολοένα και πιο ποικίλων ομάδων ανθρώπων στη δημόσια σφαίρα έχει κερδηθεί μόνο μέσα από συνεχή κοινωνικό αγώνα. Οι ιδέες για το δημόσιο και τη δημόσια δημοκρατία έχουν αναπτυχθεί διαλεκτικά με τις ιδέες για την ατομική ιδιοκτησία και τις ιδιωτικές σφαίρες. Στις μοντέρνες καπιταλιστικές δημοκρατίες όπως οι ΗΠΑ «οι ιδιώτες ελεύθερα ενώνονται για να δημιουργήσουν το δημόσιο που διαμορφώνει και το κριτικό λειτουργικό στοιχείο της πολιτικής σφαίρας». Η δυνατότητα του να είσαι δημόσιος υπονοεί πρόσβαση στη σφαίρα της ατομικής ιδιοκτησίας.

Και συνεχίζει παραθέτοντας τα λόγια του ιστορικού Εdmund Morgan ο οποίος υποστήριζε ότι αυτός ο τύπος λαϊκής κυριαρχίας που προέκυψε από το διαχωρισμό μεταξύ δημοσιότητας και ιδιωτικότητας (ή δημόσιου και ιδιωτικού) ήταν ένα ιδεολόγημα κατά το οποίο οι πολίτες οικειοθελώς ενστερνίστηκαν το απίθανο μιας ολοκληρωτικά δημόσιας σφαίρας. Ωστόσο, το κανονιστικό ιδανικό του δημόσιου χώρου μας δίνει την ελπίδα ότι ένα αντιπροσωπευτικό δημόσιο μπορεί να υλοποιηθεί. Ως εκ τούτου, οι ιδέες για συμπερίληψη γίνονται σημεία εκκίνησης για πολιτική δράση. Και τέτοιου είδους πολιτική δράση στο παρελθόν έχει καταφέρει να μας διευρύνει τον ορισμό του δημόσιου, με αποτέλεσμα να συμπεριλαμβάνει τουλάχιστον επίσημα, τις γυναίκες, τους έγχρωμους και αυτούς που δεν έχουν ιδιωτική περιουσία αν και, όχι ακόμα τους ξένους. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, οι αγώνες για τη διεύρυνση των ομάδων που συμμετέχουν στο δημόσιο χώρο λαμβάνουν ιδιαίτερη σημασία. Και αν οι σύγχρονες τάσεις φαίνονται διαβρωτικές ως προς την έννοια ενός υλοποιημένου καθολικού δημόσιου χώρου, τότε οι δημόσιοι χώροι γίνονται «μικρά νησιά ελευθερίας» από τα οποία περιθωριοποιημένες ομάδες μπορούν να ασκήσουν πίεση για τα δικαιώματά τους. Και αυτό ακριβώς ήταν το επιχείρημα των ακτιβιστών του Πάρκου του Λαού και των αστέγων κατοίκων του.

Ποια είναι όμως γενικότερα η θέση των αστέγων στο δημόσιο χώρο; Oι άστεγοι ως μέρος του δημόσιου.

Το Πάρκο του Λαού είχε ευρέως αναγνωριστεί ως καταφύγιο των αστέγων της ευρύτερης περιοχής του κόλπου του Σαν Φρανσίσκο, καθώς οι άστεγοι είχαν σταδιακά εκδιωχθεί απ’ όλα τα υπόλοιπα σημεία που συνήθιζαν να συγκεντρώνονται. Εν μέρει η επιθυμία για την αφαίρεση των αστέγων από το οπτικό πεδίο της λοιπής κοινωνίας απαντά στη βασική αντίφαση των αστέγων σε μια δημοκρατία που συνίσταται σε ιδιώτες. Και είναι ακριβώς γύρω από το ζήτημα της «ορατότητας» που περιστρέφεται η αντίφαση. Αν και οι άστεγοι βρίσκονται σχεδόν πάντα στο δημόσιο χώρο είναι και αυτοί που σπάνια υπολογίζονται στο δημόσιο. Από τη μία, κοινωνικά νόμιμος ιδιωτικός χώρος δεν υπάρχει γι’ αυτούς και από την άλλη, στερούνται το δικαίωμα πρόσβασης στο δημόσιο χώρο και στις δημόσιες δράσεις από μια καπιταλιστική κοινωνία που στηρίζεται στην ιδιοκτησία και την ιδιωτική της ζώνη. Και συνεχίζει το σκεπτικό του εξηγώντας ότι γι’ αυτούς τους ανθρώπους, που πάντα βρίσκονται στη δημόσια σφαίρα, μια σειρά από δραστηριότητες που ανήκουν στην ιδιωτική σφαίρα αναγκαστικά πρέπει να γίνονται δημόσια. Οι δημόσιοι χώροι από ευχάριστοι τόποι συνωστισμού σωμάτων, εμπορευμάτων και πολιτικών συζητήσεων γίνονται χώροι για να κάνεις μπάνιο, έρωτα, να κοιμηθείς. Όλες δηλαδή αυτές οι δραστηριότητες που είναι κοινωνικά αποδεκτό να γίνονται ιδιωτικά καθίστανται παράνομες όταν γίνονται δημόσια.

Η ύπαρξη των αστέγων στο δημόσιο χώρο απειλεί την ιδεολογική τάξη των σύγχρονων κοινωνιών. Και για λόγους τάξης, οι άστεγοι έχουν αφαιρεθεί από τους περισσότερους ορισμούς του δημόσιου. Και όταν λοιπόν, ο τύπος αναφέρει ότι «Tο πάρκο είναι ο παράδεισος για χρήστες ναρκωτικών και αστέγους.» αγνοεί την οποιαδήποτε «δημόσια» υπόσταση αυτοί μπορεί να έχουν καθώς και την πιθανότητα χρήσης του πάρκου από τους αστέγους για πολιτικούς, κοινωνικούς, οικονομικούς και σκοπούς κατοίκησης.

Ο δημόσιος χώρος στη σύγχρονη πόλη;

Στην Αμερική ο δημόσιος χώρος υφίσταται έναν σοβαρό περιορισμό καθώς οι διασπαστικές πολιτικές αλλά και οι πολιτικές δημιουργικής αλληλεπίδρασης έχουν αποτελεσματικά εκδιωχθεί από τα σημεία συγκέντρωσης της πόλης. Πολεοδόμοι του δημοσίου ή που εργάζονται ιδιωτικά έχουν δημιουργήσει περιβάλλοντα που βασίζονται περισσότερο στην επιθυμία για έλεγχο και για διασκέδαση παρά για δημιουργική αλληλεπίδραση. Το κλασικό παράδειγμα είναι αυτές οι αχανείς άδειες πλατείες ανάμεσα στα πολυώροφα κτίρια γραφείων. Mε τον πολλαπλασιασμό των Mall δε, έχουν αναδυθεί δημόσιοι χώροι γιορτής που μαζί με τους πρώτους συνιστούν ένα ζεύγος νεκρών και πανηγυρικών χώρων που αποσκοπούν στην ασφάλεια αλλά και στον έλεγχο της συμπεριφοράς στο δημόσιο χώρο.

Στη βάση δε της λογικής αυτής χτίζεται το οικοδόμημα της «ελεγχόμενης ποικιλομορφίας» και της τοποθέτησης ορίων στη χωρική αλληλεπίδραση. Η περιορισμένη ποικιλομορφία των μεγακατασκευών, των εμπορικών κέντρων τύπου Μall, των επιχειρησιακών πλατειών και ολοένα και περισσότερο κάποιων δημοσίων πάρκων, αλλά και η επέκταση ενός ήθους μάρκετινγκ που έχει εισχωρήσει στο σχεδιασμό, δημιουργούν «χώρους κοινωνικής δράσης» που διαιρεί και ξεδιαλύνει κοινωνικές ομάδες σύμφωνα με κριτήρια άνεσης και τάξης παρά με όρους πολιτικής διεκδίκησης.

Και συνεχίζει τονίζοντας ότι οι ουσιαστικές αλληλεπιδράσεις έχουν αντικατασταθεί από αναπαραστάσεις επαφής, και εστιάζοντας στο ρόλο της αναπαράστασης στο πολιτικό επίπεδο δείχνει πως αυτός με τη σειρά του αντανακλά και το χώρο. Συγκεκριμένα η σύγχρονη πολιτική είναι αντιπροσωπευτική υπό δύο έννοιες. Οι πολίτες αντιπροσωπεύονται από λίγους επιλεγμένους, και οι πολιτικές τους αντιπροσωπεύονται στο κοινό μέσω των μέσων μαζικής επικοινωνίας. Ο αντιπροσωπευτικός πολιτικός χώρος είναι επί της ουσίας φτιαγμένος από εικόνες οι οποίες συνθέτουν το δημόσιο τομέα. Και αυτή ακριβώς η αναπαράσταση σταδιακά αντικαθιστά το δημοκρατικό ιδεώδες της άμεσης, αδιαμεσολάβητης, κοινωνικής αλληλεπίδρασης στους δημόσιους χώρους. Με άλλα λόγια, οι σχεδιαστές του δημόσιου χώρου ολοένα και περισσότερο αποδέχονται σημάδια και εικόνες επαφής σαν περισσότερο φυσικά και επιθυμητά από την ίδια την επαφή.

Το αποτέλεσμα είναι ένας δημόσιος χώρος σχεδιασμένος σαν να ήταν θέατρο, και προς επίρρωση της άποψής του παραθέτει τα λόγια του Glazer: «Στο θέατρο είναι που ένα ήρεμο, κατευνασμένο κοινό λιάζεται στο μεγαλείο ενός προσεκτικά ενορχηστρωμένου επιχειρηματικού θεάματος». Και καταλήγει, ότι οι χώροι ελεγχόμενου θεάματος περιορίζουν τη λίστα των κατάλληλων «δημόσιων». Οι δημόσιοι χώροι του θεάματος και της κατανάλωσης δημιουργούν εικόνες που ορίζουν το δημόσιο, και αυτές οι εικόνες εξαιρούν σαν ανεπιθύμητους τους άστεγους και τους πολιτικούς ακτιβιστές. Κι έτσι και οι άστεγοι, μη απεικονισμένοι σαν μέρος του δημοσίου, εκτοπίζονται σε μια σφαίρα που είναι εκτός πολιτικής, καθώς είναι εκτοπισμένοι απ’ όλα τα σημεία συγκέντρωσης της πόλης.

Και αναρωτιέται αν πράγματι μπορούμε τότε να μιλάμε για το τέλος του Δημόσιου Χώρου.

Όταν για παράδειγμα, μέσα και έξω από τις Αμερικάνικες πόλεις παρατηρείται μια έντονη αύξηση του αποθεματικού των πράσινων χώρων κάθε τύπου. Αλλά είναι όλοι αυτοί οι νέοι χώροι δημόσιοι πολιτικοί χώροι; Κατά την εποχή της έντονης προαστικοποίησης και της αστικής ανανέωσης στις δεκαετίες μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι πόλεις της Βόρειας Αμερικής μαζικά αύξησαν τους ανοιχτούς χώρους** τους, αλλά περισσότερο με σκοπό να διαχωριστούν οι χρήσεις, να διευρυνθεί ο χώρος μεταξύ των κτιρίων και να επιτρέψουν την καλύτερη δυνατή διείσδυση του ήλιου και του πράσινου στις πόλεις. Σίγουρα δεν ήταν για να παρέχουν χώρους για ουσιαστική κοινωνική επαφή. Η δημιουργία τους κατά κύριο λόγο εξυπηρετούσε τη συγκράτηση των αξιών γης μέσω της δημιουργίας αναπτυξιακών πράσινων ζωνών, της παροχής χώρων αναψυχής και την αποφυγή των πλημμύρων με την αποξήρανση εκτεταμένων επιφανειών. Το αποτέλεσμα είναι ότι και αυτοί οι νέοι ανοιχτοί χώροι μοιράζονται κοινά χαρακτηριστικά με τους ψευδο-δημόσιους χώρους των Μall καθώς πρόκειται και σ’ αυτήν την περίπτωση για υψηλά ρυθμιζόμενους δημόσιους χώρους. Και οι υπεύθυνοι του Μπέρκλεϋ γνώριζαν αυτήν τη διάκριση μεταξύ ανοιχτού και δημόσιου χώρου, όταν στις δημόσιες συζητήσεις τους απέφευγαν να αναφερθούν στο Πάρκο του Λαού σαν δημόσιο πάρκο αλλά σαν ανοιχτό χώρο.

Νέοι δημόσιοι χώροι;

Στη συνέχεια, ο D.M. διερευνά τον σημαντικό ρόλο στις παραπάνω εξελίξεις που έχουν παίξει οι νέες τεχνολογίες και η ώθηση που έχουν δώσει στην εξάπλωση των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Tα άυλα φόρα που δημιουργούνται στην τηλεόραση, στα τηλεοπτικά shows και το διαδίκτυο ανταγωνίζονται τον φυσικό δημόσιο χώρο. Με τη νέα τεχνολογία το δικαίωμα του πολίτη δεν στηρίζεται πλέον στη διχοτομία των δημόσιων και ιδιωτικών γεωγραφιών, η πρόσβαση στην τηλεόραση, στο ράδιο και το διαδίκτυο αρκεί. Για να καταλήξει αφενός, ότι η μετανάστευση του δημόσιου λόγου στα media έχει συντελέσει στον ολοένα και μεγαλύτερο αποκλεισμό της πολιτικής από τον υλικό δημόσιο χώρο. Και αφετέρου, ότι ακόμα και αυτός ο άυλος δημόσιος χώρος διέπεται από πολύ καθορισμένους κανόνες, τέτοιους που να φτάνει ακόμα και το ίδιο το ζήτημα του δημόσιου να μετατρέπεται σε δημόσιο θέαμα. Τέλος, σημειώνει ότι η ηλεκτρονική επικοινωνία ενσωματώνει ένα διαφορετικό ιδανικό απ’ αυτό της αρχαίας ελληνικής αγοράς και απαντά σε διαφορετικές επιθυμίες εντός της κοινωνίας. Αυτό που η κοινωνία τώρα περιμένει, και το διαδίκτυο αποτελεί πρότυπο στη διαδικασία αυτή, είναι να διαχειριστεί την υπόστασή της μέσω μιας ιδιωτικοποιημένης ηθικής της επικοινωνίας της αναμετάδοσης. Κάτι που για ακόμα μια φορά θέτει το πρόβλημα της αντιπροσώπευσης στους δημόσιους χώρους. Ένας πλήρως ηλεκτρονικός δημόσιος χώρος καθιστά περιθωριοποιημένες ομάδες όπως είναι οι άστεγοι ακόμα πιο αόρατες στον τρόπο λειτουργίας της πολιτικής. Επί της ουσίας, στον διαδικτυακό χώρο είναι αδύνατο κανείς να δει έναν άστεγο άνθρωπο, ούτε μπορεί ποτέ οι ανάγκες, οι επιθυμίες και η πολιτική εκπροσώπησή του να ειδωθούν με τον τρόπο που μπορούν να γίνουν ορατές μέσα στους πραγματικούς χώρους της πόλης. Και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο οι υλικοί δημόσιοι χώροι είναι απαραίτητοι.

Στο σημείο αυτό ο D.M. —δεδομένου ότι παρόν κείμενο το γράφει το 1995, και μην έχοντας βιώσει την εμπειρία των τελευταίων ετών που είναι πλούσια από παραδείγματα σημαντικών πολυπληθών καταλήψεων σε δημόσιους χώρους παγκοσμίως (Αραβική Άνοιξη, κινήματα των αγανακτισμένων στην Ευρώπη, κίνημα Occupy Wall Street, κ.λπ.)— μας δίνει το ιστορικό παράδειγμα της κατάληψης της πλατείας Τιαν Aνv Mέν του ’89. Λέει λοιπόν, ότι παρά τον αδιαμφισβήτητο ρόλο των μέσων της επικοινωνίας που προηγήθηκε για το κάλεσμα, την οργάνωση και εν τέλει την αναμετάδοση της συγκέντρωσης, η ίδια η εξέγερση ήταν αυτή που μετέτρεψε την επίσημη και μνημειακή πλατεία σε έναν αυθεντικό χώρο πολιτικής αντιπαράθεσης. Και αυτό το παράδειγμα αποτελεί απόδειξη για τη μέγιστη αδυναμία που έχουν τα άνευ χώρου (placeless) κινήματα να δημιουργήσουν και να αλλάξουν το χώρο με νέους, αυθεντικά επαναστατικούς τρόπους.

Ως εκ τούτου, τα πολιτικά κινήματα θα πρέπει να δημιουργήσουν χώρους μέσα από τους οποίους να μπορούν να αντιπροσωπευτούν. Άλλωστε, προσθέτει, οι καταλήψεις των δημόσιων χώρων είναι και αυτές που υποχρεώνουν την αναμετάδοσή τους. Ενώ από την άλλη, υπογραμμίζει ότι δεν θα έπρεπε φυσικά να ξεχνάμε και το γεγονός ότι όταν τα κινήματα ελευθερώνουν χώρο τα αποτελέσματα ίσως να μην είναι πάντα προοδευτικά. Και στο σημείο αυτό παραπέμπει σε αντίστοιχα μοτίβα καταλήψεων χώρων από φασιστικά κινήματα στην Ιταλία και τη Γερμανία του ’30. Συνεπώς, η δημιουργία και η διατήρηση δημόσιων χώρων μπορεί να συνεπάγεται και κινδύνους για την ίδια τη Δημοκρατία. Κάτι που οι πολέμιοι των δημόσιων χώρων γνωρίζουν και κατάλληλα «χειρίζονται».

Στο δε συμπέρασμα, το άρθρο τονίζει για άλλη μια φορά ότι το σημαντικό στοιχείο στην υπόθεση του Πάρκου του Λαού βρίσκεται αφενός στην ανάδειξη δύο εντελώς αντίπαλων οραμάτων για το δημόσιο χώρο, καθώς και το γεγονός ότι έχει μείνει στη συνείδηση του κόσμου σαν χώρος που αποκτήθηκε κατόπιν διεκδίκησης (taken place).

Και φυσικά αμφιβάλλει για το αν η διασφάλιση της ύπαρξης κάποιων «παραδείσων» για αστέγους απαντά στις δομικές αιτίες που δημιουργούν το γενικότερο ζήτημα των αστέγων. Αν και επισημαίνει και πάλι ότι αυτοί οι παράδεισοι εκτός του ότι τους καλύπτουν το δικαίωμα σ’ ένα είδος κατοικίας, τους παρέχουν και το δικαίωμα να εκπροσωπούνται.

Για όλους τους παραπάνω λόγους λοιπόν, το Πάρκο του Λαού αντανακλά μια σημαντική στιγμή στον αγώνα που γίνεται στην Αμερική αλλά και αλλού υπέρ του Δημόσιου Χώρου.

* ή χώρος της αναπαράστασης (representational space) και αναπαράσταση του χώρου (representations of space)

** Στο κείμενο αυτό ο όρος Ανοιχτός Χώρος που αντιστοιχεί στο αγγλικό open space δεν χρησιμοποιείται όπως στην πιο πρόσφατη ρητορική που έχει θετικό πρόσημο αλλά ως κάτι το αρνητικό. Σαν μια έννοια χώρου που προκύπτει από την υποχώρηση ενός δημόσιου χώρου με ένα περιεχόμενο πιο πλούσιο και περιεκτικό από αυτό που αυτή μπορεί να έχει. Ως εκ τούτου, έχει μεγάλο ενδιαφέρον να δει κανείς πώς το περιεχόμενο της ορολογίας αλλάζει για να υποστηρίξει άλλοτε προοδευτικές και άλλοτε συντηρητικές ιδέες και απόψεις για το χώρο. Ο καθένας φυσικά ορίζει το προοδευτικό και το συντηρητικό ανάλογα με το εσωτερικό του σύστημα αξιών.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: