“Μουσική” Πολεοδομία από το Μάντσεστερ

Joy Division, Happy Mondays, The Smiths και ο Σιτoυασιονιστής Ivan Vladimirovitch Chtcheglov με το δύστροπο επίθετο.

Πρωταγωνιστές της ιστορίας αυτής είναι η Πόλη του Μάντσεστερ καθώς και μια χούφτα ανεξάρτητων μουσικών παραγωγών. Κατά την περίοδο 1980-1997 η σταδιακή ιδιοποίηση εγκαταλελειμμένων κτιρίων στο παρακμασμένο κέντρο της πόλης, από μουσικά γκρούπ και τους ατζέντηδές τους, προκάλεσαν στο Μάντσεστερ μια άνευ προηγουμένου μετάλλαξη. Τα δε απόνερα της αλλαγής αυτής μπορεί κανείς να τα δει να “σκάνε” μέχρι και στο πιο πρόσφατο παρόν της πόλης.

Το 1970, το κεντρικό Μάντσεστερ ήταν ένα ρημαδιό: άδεια κτήρια, σπασμένα παράθυρα, κατεστραμμένες όψεις. Ένα μέρος για όχι πολλά πολλά χασομέρια μιας και οι μύλοι, τα εργοστάσια και οι παρατημένες, άδειες αποθήκες του διαμόρφωναν ένα εντελώς εχθρικό περιβάλλον. Οι περισσότερες επιχειρήσεις είχαν κλείσει ή είχαν μεταφερθεί σε άλλα σημεία εκτός του κέντρου ή και ακόμα πιο μακριά. Μόνο οι πολύ φτωχοί, που δεν είχαν ούτε τη δυνατότητα να μετακομίσουν, είχαν μείνει στο κέντρο της πόλης. Και έτσι, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, στο κέντρο έμεναν μόνο μερικές εκατοντάδες άνθρωποι στοιβαγμένοι σε οικιστικές μονάδες σαν αυτές στην οδό Tibb, απέναντι από την αγορά Smithfield στα βόρεια της πόλης και στην περιοχή που έως και σήμερα είναι γνωστή ως The North Quarter (η Βόρεια Συνοικία). Περπατώντας κανείς στη γύρω περιοχή ήταν αδύνατο να μην εντυπωσιαστεί από την απίστευτη ποσότητα περισσευούμενου χώρου, μέσα, έξω, πίσω και εμπρός από τα κτήρια. Όπως έλεγε χαρακτηριστικά και ο Mike Pickering– ένας από τους ανθρώπους που αναμείχτηκε από τα πρώτα στάδια στην ίδρυση της Factory Records: “Όταν βρήκαμε τον χώρο για την Haçienda, το κομμάτι της πόλης, από την οδό Whitworth μέχρι και την Deansgate ήταν μια πόλη φάντασμα. Καμία από τις καμάρες του σιδηροδρομικού σταθμού δεν χρησιμοποιούνταν για κάτι άλλο εκτός από χώροι στάθμευσης.”

wasteland mancheter

Aπό το 1980 και έπειτα όμως, η οικονομική και πολιτιστική μοίρα του Μάντσεστερ άλλαξε ριζικά. Παλιά κτήρια ανακαινίστηκαν, καινούρια φτιάχτηκαν και οι επενδύσεις είχαν αρχίσει να επιστρέφουν πάλι στην πόλη. Το άνοιγμα της Haçienda το 1982, έκανε κάτι περισσότερο από το να σηματοδοτήσει μια σημαντική στιγμή στην “φυσική αναγέννηση” της πόλης: αντιπροσώπευσε μια πολιτιστική αλλαγή και κάποιοι είδαν ότι το μέλλον της αλλαγής και το όραμά τους γι’ αυτήν θα το μοιράζονταν με τον καιρό, και με άτομα σε πόστα πολιτικής εξουσίας.

H Haçienda: το ξεκίνημα

Η Factory Records- το “σπίτι” μεταξύ άλλων των Joy Division, New Order και των Happy Mondays-δημιουργήθηκε το 1978 και αντιπροσώπευε μια μουσική σκηνή που αναδύθηκε ουσιαστικά μέσα από την περιοχή των Hulmes Crescents. Η συνοικία των Crescents χτίστηκε τη δεκαετία του 60 σαν απάντηση στην αθλιότητα των παρατεταγμένων σπιτιών της βιομηχανικής επανάστασης.  Όμως, ήδη, από το ’70 έδειχνε σημάδια παρακμής και κατάπτωσης γεγονός που οδήγησε και στην τελική της κατεδάφιση στα μέσα του 1990.

Το “Factory” (Εργοστάσιο) ήταν αρχικά το όνομα ενός κλάμπ που άνοιγε μόνο τις Παρασκευές. Η λέξη “Εργοστάσιο” επιλέχθηκε από τους ιδρυτές του, τον Tony Wilson και τον Alan Erasmus, γιατί ενσωμάτωνε τη δημιουργικότητα και τη λογική ενός τόπου όπου θα παράγονταν πράγματα. Επρόκειτο περισσότερο για μια ειρωνική επιλογή καθώς στην πόλη παράγονταν ολοένα και λιγότερα πράγματα μιας και η παραγωγική βάση της πόλης είχε διαβρωθεί. Ο Wilson και ο Erasmus ήθελαν να δημιουργήσουν μουσική αρχικά χρησιμοποιώντας τη μουσική άλλων ανθρώπων με σκοπό να διευθύνουν κάποια κλάμπ. Κατόπιν βέβαια, με τη δημιουργία της δισκογραφικής εταιρίας Factory Records, κατέληξαν να παράγουν και τη δική τους μουσική.

Factory_records

Στην αρχή του ’80 το Μάντσεστερ ήταν πλημμυρισμένο από μουσικές σκηνές. Η τοπική μουσική σκηνή ήταν ζωντανή.  Χαμηλών τόνων μουσικά δρώμενα, ανεπίσημα οργανωμένα  μέσα σε μισογκρεμισμένα κτίρια, άπλωναν τις δραστηριότητες τους σ’ολόκληρη την πόλη. Και όχι ότι δεν υπήρχε πολιτιστική ζωή – αλλά ο Rob Gretton, ο μάνατζερ των Joy Division μαζί με άλλους σαν τον Mike Pickering, Tony Wilson και τον Alan Erasmus ήθελαν κάτι διαφορετικό. Και το ίδιο ήθελαν και οι New Order, η μπάντα που ξεπήδησε από τους Joy Division μετά την αυτοκτονία του Ian Curtis τον Μάιο του 1980. Τα μέλη της ήθελαν έναν χώρο παραστάσεων δικό τους, και έτσι άρχισαν να ψάχνουν για ένα μέρος στο οποίο θα μπορούσαν να πραγματοποιήσουν το όνειρό τους. Η αναζήτηση αυτή κατέληξε σ’ έναν ιδιαίτερα άθλιο χώρο απέναντι από τον Σταθμό Deansgate.

Tο άνοιγμά της μουσικής αυτής σκηνής επιβεβαιώθηκε όταν ο Tony Wilson ανακοίνωσε ότι “η Haçienda πρέπει να κτισθεί” παραπέμποντας σε ένα σύνθημα του 1953 από τον Σιτουασιονιστή Ivan Chtcheglov. Στο κτήριο έγιναν αρκετές δομικές αλλαγές. Οι κολώνες στην πίστα, για παράδειγμα, έμοιαζαν να ενσωματώνουν ακριβώς ό,τι μπορεί να σήμαινε η όλη κίνηση. Όπως εξηγούσε ο Ben Kelly, επικεφαλής του σχεδιασμού της Haçienda  “…η εικονογραφία έχει να κάνει με τις ρίγες στις κολώνες…ήταν δομικές, βιομηχανικές, ήταν καταπληκτικές και έπρεπε να κάνουμε κάτι μ’ αυτές. Με τον ίδιο τρόπο που θα είχες τη σήμανση κινδύνου σ’ ένα εργοστάσιο που θα παρήγαγε προϊόντα- θελήσαμε να βάλουμε τα σημάδια κινδύνου πάνω στις κολώνες.”

hacienda_interior

Τον πρώτο χρόνο που η Haçienda λειτούργησε σαν ντίσκο είχε ελάχιστα μέλη και ίσα που κατάφερε να επιβιώσει. Όταν κατά τον πρώτο χρόνο, κάποιος γινόταν μέλος, σε αντάλλαγμα λάμβανε μια στιλάτη εγχάρακτη κάρτα μέλους και άνηκε σε μια ήσυχη μειοψηφία. Μετά ωστόσο, από τον πρώτο έτος, τα μέλη της άρχισαν να αυξάνονται.  τώρα το κλαμπ το “έκλειναν” περισσότερες μπάντες, ενώ αυτό δεν ήταν πια μόνο ντίσκο αλλά και μουσική σκηνή για συναυλίες. Καλλιτέχνες όπως οι ABC, ACR, Heaven 17 και οι Thompson Twins έπαιξαν στο χώρο αυτό τα πρώτα χρόνια . Και σιγά σιγά το κλάμπ άρχισε να απογειώνεται, καθώς η μουσική που παιζόταν -που έτσι και αλλιώς ήταν εκλεκτική- διαφοροποιήθηκε ακόμα περισσότερο για να συμπεριλάβει βραδιές ραπ και σόουλ τις Παρασκευές κατά τις “Γυμνές Νύχτες”. Η Haçienda γινόταν σταδιακά μέρος μιας φωναχτής πλειοψηφίας, παρόλα αυτά, το μέλλον της εξακολουθούσε να είναι επισφαλές μέχρι τη στιγμή που οι ιδιοκτήτες της στάθηκαν τυχεροί. Το Blue Monday Των New Order χτύπησε ρεκόρ στα μουσικά τσάρτ και πούλησε δισεκατομμύρια δίσκους παγκοσμίως ισοφαρίζοντας έτσι τις αρχικές απώλειες του κλάμπ.

Φυσικά πέρα από τη Haçienda υπήρχαν και άλλοι μουσικοί χώροι στο Μάντσεστερ. Κλάμπ όπως το Berlins, Home, Sankey’s Shop και το Broadwalk ήταν σημαντικά κομμάτια στο αναδυόμενο πάζλ των κλάμπ της πόλης και γύρω απ’ αυτά τα μέρη αναπτύχθηκε μια “τοπική βιομηχανία”. Κάποιοι απ’αυτούς τους χώρους προηγήθηκαν της Haçienda ενώ άλλοι καθιερώθηκαν βάσει της δική της επιτυχία. Μουσικοί, καλλιτέχνες, Djs, δημοσιοσχετίστες, μάνατζερς, πορτιέρηδες: όλοι έπαιζαν έναν ρόλο σε έναν τοπικό καταμερισμό εργασίας πολιτιστικού περιεχομένου. Οι μουσικοί χρειάζονταν μέρη για πρόβες για να δίνουν παραστάσεις. Η μουσική που παραγόταν χρειαζόταν να προωθηθεί. Οι μπάντες χρειάζονταν μανατζάρισμα. Τα φλάιερς χρειαζόταν να σχεδιαστούν. Οι Dj και οι κλάμπερς χρειάζονταν να αγοράσουν από κάπου τα ρούχα τους. Και όλες αυτές οι δραστηριότητες απαιτούσαν χώρο που, τον καιρό εκείνο, υπήρχε σε αφθονία στο κέντρο του Μάντσεστερ. Παράλληλα, η καθιερωμένη αλλά underground γκέυ κοινότητα συνέχιζε να ακμάζει παρά την υποκριτική στάση της επίσημης πόλης η οποία παρίστάνε πως οι gay δεν υπήρχαν. Αυτά βέβαια συνέβαιναν πριν γίνουν αντιληπτά η δύναμη της “ροζ λύρας” και το ότι μερικές περιοχές του κέντρου, που παραδοσιακά θεωρούνταν σαν γκέυ περιοχές, μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σαν μέρη μιας ευρύτερης προσπάθειας αναμόρφωσης του κέντρου και μετατροπής του σ’ ένα μεγάλο πάρκο διασκέδασης. Ωστόσο, και ο πληθυσμός του Μάντσεστερ άλλαζε: βιομηχανίες είχαν αρχίσει να κάνουν την εμφάνισή τους γύρω από τους μετανάστες που είχαν έρθει στην πόλη τις δεκαετίες του 50 και του 60 και νέες οικονομίες αναδύονταν για να καλύψουν τις ανάγκες των νέων αυτών πληθυσμών.

lp-vinil-the-smiths-rank-capa-dupla_MLB-F-3254577213_102012

Σ’όλη την πόλη διάφορες σιδηροδρομικές καμάρες, μύλοι και αποθήκες υπέστησαν μετατροπές. Σταδιακά, λωρίδες “φυσικών υπενθυμίσεων”  του βιομηχανικού παρελθόντος του Μάντσεστερ μετατρέπονταν σε σημάδια του μέλλοντός του. Αυτός ο μετασχηματισμός του κτισμένου περιβάλλοντος συνεχίστηκε αμείωτος μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του 90 και τις αρχές του 21ου πρώτου αιώνα. Το 1983, όταν οι Smiths πόζαραν για μία από τις πρώτες τους φωτογραφήσεις στον Greater Manchester Central Station ήταν κανείς δύσκολο να πιστέψει ότι πριν ακριβώς μια δεκαετία ήταν μια ακμάζουσα εταιρία. Ακόμα πιο δύσκολο όμως ήταν να πιστέψει κανείς, δεδομένης της άθλιας κατάστασης του κτιρίου την εποχή εκείνη, ότι o ίδιος ο σταθμός θα ξαναγεννιόταν σαν GMEX – και θα εξελισσόταν σε μία σκηνή από την οποία έχουν περάσει τα καλύτερα ονόματα της χορευτικής και ρόκ μουσικής για να παίξουν μπροστά σε στοιβαγμένα πλήθη, ένα μέρος στο οποίο θα εμφανίζονταν τα μεγαλύτερα ονόματα της λεγόμενης “χορευτικής επανάστασης”.

Ακολουθεί δεύτερο και τελικό μέρος.

Το κείμενο αυτό είναι ελεύθερη απόδοση ενός κειμένου που έχει γράψει ο πολεοδόμος Kevin Ward με αρχικό τίτλο “Urban Centre Reloaded: Subculture in Manchesters και μπορεί κανείς να το βρει στο βιβλίο: Urban Catalyst: The power of Temporary Use, εκδόσεις Dom.

χάρτης, εικόνες και βίντεο  προστέθηκαν για τον καλύτερο “προσανατολισμό” του αναγνώστη

Advertisements

Tags: , , , , , , , , , , ,

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: