Archive | October 2013

Μήπως το Gentrification είναι Ντεμοντέ;

Άλκηστη.: Από το τελευταίο σου κείμενο κρατώ αυτή τη φράση, “Gentrification δεν είναι κάθε πρωτοβουλία που αναβαθμίζει μια περιοχή” και σκέφτομαι τα εξής: Η περιοχή του Ψυρρή έχοντας “εισπράξει τα έσοδα” του δικού της εξευγενισμού βιώνει, εδώ και δύο χρόνια, ένα άλλο είδος “εξευγενισμού” -αυτή τη φορά όμως από “τα κάτω” και κυρίως μέσα απ’ την περίπτωση του θεάτρου “Εμπρός”. Σε παράλληλο χρόνο, γίνεται προσπάθεια το Μεταξουργείο να εξευγενιστεί από “τα πάνω”. Είναι πράγματι πολύ ενδιαφέρον να έχει κανείς την τύχη να βλέπει δυο κεντρικές, γειτονικές περιοχές της Αθήνας να αλλάζουν κάτω από τον ίδιο παρανομαστή, αυτόν της τέχνης και ταυτόχρονα να αποκλίνουν προς τόσο διαφορετικές κατευθύνσεις. Πριν όμως φτάσουμε να αναλύσουμε τις κατευθύνσεις πρέπει να σταθούμε σε πολύ πιο αρχικά φαινόμενα. Το πιο εξόφθαλμο απ’ αυτά: Στη μία περίπτωση, η επίσημη πόλη, τον ανέξοδο “εξευγενισμό”, το συμβατό με τις δεδομένες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες τον διώκει, ενώ το βεβιασμένο, ασύμβατο, άκαιρο και πολυέξοδο εξευγενισμό τον αγκάλιαζει.

empros_em_face

Γιώργος: Βρίσκω πολύ ενδιαφέρον να μιλήσουμε για το gentrification, όχι όμως τόσο για τα συμπτώματά του, όσο για ένα βασικό ερώτημα που έχει τεθεί και στο οποίο το gentrification είναι μια πρώτη, πολύ πρόχειρη απάντηση. Το ερώτημα που έχει τεθεί είναι -η πόλη- η απαίτηση δηλαδή των σύγχρονων ανθρώπων να ζήσουν σε μια “καλή περιοχή” ακόμα και αν θα πρέπει να αλλάξουν γειτονιά, πόλη ή χώρα. Στο δυτικό κόσμο, βλέπε βόρεια Αμερική, η ανάγκη της “καλής περιοχής” είναι πιο έντονη και ένα μεγάλο άγχος για τους νέους ανθρώπους. Αλλά και στην Ελλάδα δεν μας ενδιαφέρει πλέον τόσο Το Διαμέρισμα όσο το Πού θα μείνουμε, Σε ποιά περιοχή.

Σ’ αυτήν την από τα κάτω προσπάθεια στο Εμπρός, έχουμε μια δεύτερη απάντηση στο ίδιο ερώτημα όπου εκτός από την τέχνη εισάγονται και οι κοινωνικές σχέσεις και τα δίκτυα που αυτές διαμορφώνουν. Και ευτυχώς το Εμπρός είναι μία από τις πολλές “από τα κάτω προσπάθειες”.

Στις από “κάτω προσπάθειες” το κίνητρο δεν είναι η εκμετάλλευση της υπεραξίας του χώρου αλλά η ανάδειξη μιας χαμένης αξίας που έρχεται να προστεθεί στο υποβαθμισμένο κτιριακό απόθεμα για να το μετατρέψει σε πόλη. Το δυστύχημα είναι οτι το επίσημο κράτος και όχι μόνο…δεν μπορεί να διακρίνει το αδιέξοδο από το νόημα. “Οι ανθρώπινες σχέσεις δημιουργούν την κοινότητα και η κοινότητα μπορεί να δημιουργήσει όλα τα υπόλοιπα”.

(ΚΤΗΡΙΑ + ΤΕΧΝΗ)+(ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ) = ΠΟΛΗ

Α.: Από την άλλη, πλησιάζοντας στo παλιό χρηματιστήριο της οδού Σοφοκλέους με σκοπό να επισκεφτώ την 4η ελληνική μπιενάλε “Αgora” και βλέποντας τις μεγάλες κόκκινες σημαίες να προβάλλουν από την όψη του κτηρίου σε σειρά, είναι αδύνατο να μην σκεφτώ ότι πάω σε μια κατάληψη που θα πληρώσω εισιτήριο! Οι τρύπες στους τοίχους και στην οροφή του κτηρίου, η απόλυτη παράδοση του στην καλλιτεχνική δράση, το κτήριο, φυσικά, αυτό καθ’ αυτό με τον τόσο έντονο συμβολισμό του δεν αφήνουν πολλά περιθώρια. Οι επίσημες άλλωστε “προκηρύξεις” της μπιενάλε καλούν να μην την επισκεφτούμε αλλά να την συν+διαμορφώσουμε. Η παρακάτω πολύ ωραία φράση του ευφυούς συγγραφέα (ή των ευφυών συγγραφέων; ποιός ξέρει;) συνοψίζει ακριβώς το πνεύμα των ημερών: η έκθεση, γράφει, σχεδιάστηκε σαν “κοινωνικό γεγονός”. Το ερώτημα λοιπόν, έχει τεθεί προ πολλού και επιμόνως ζητά την απάντησή του παρά το γεγονός ότι κάποιοι ίσως να μην αντιλαμβάνονται πολύ βασικές αλλαγές στον τρόπο που μελλοντικά θα αλληλεπιδρούν οι κάτοικοι τόσο μεταξύ τους όσο και με την ίδια τους την πόλη. Η επαφή του “από πάνω” και του “από κάτω” φαίνεται να είναι ένα ακόμα απαραίτητο στοιχείο της πόλης. Πώς ανθίζουν ξανά στην πόλη οι ανθρώπινες σχέσεις, τί ρόλο παίζει η επίσημη πόλη σ’ αυτές τις διαδικασίες; Πώς θα σχεδιάζουμε άραγε την “κοινωνική πόλη”; Και ποιός ή ποιοί θα το κάνουν αυτό;

+ΠΟΛΙΤΙΚΗ

agora_original

Γ.: Πολύ ωραίο που εξελίσσεις την εξίσωση και μιλάς για πολιτική, αλλά καταλαβαίνω ότι για πολλούς η λέξη αυτή μπορεί να ακούγεται κενή, δίχως νόημα. Η “ανοργάνωτη” σύγχρονη Ελλάδα αναπτύχθηκε βάσει σχεδιασμένων πολιτικών, δημιουργώντας έτσι μια ακραία ανισοκατανομή του πληθυσμού στο χώρο (αστικοποίηση). Το gentrification προσπαθεί να δημιουργήσει υπεραξία στην ίδια βάση γεννώντας επιπλέον χωρικές εντάσεις και κερδοσκοπικά παιχνίδια στην υπερτιμημένη Αθήνα. Δεν ξέρω πως θα πετύχουν όταν για τα επόμενα χρόνια η πόλη θα χάνει συνεχώς πληθυσμό.

Αντίστοιχα, τα παραδείγματα “από τα κάτω” που εκτυλίσσονται σε περιοχές χωρίς υπεραξία είναι πιο επιτυχημένα ή για την ακρίβεια είναι πιο εύκολο για τα άτομα που συμμετέχουν σ’ αυτά να κάνουν πολιτική. Δεν θα πω κατι πολύ μακρινό, θα αναφερθώ στο συνεργατικό καφενείο δίπλα στο αρχαιολογικό πάρκο της Ακαδημίας Πλάτωνος. Η προσπάθεια αυτή είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα, συγκρινόμενη με τη χωρική ένταση του αυτοδιαχειριζόμενου πάρκου Ναυαρίνου η οποία προκύπτει σίγουρα απ’ τη θέση του, σ’ ένα τόσο κεντροβαρικό σημείο μες στην πόλη.

image3_de_European_Village

Α.: Ας κλείσουμε στο σημείο αυτό την τριλογία μας περι gentrification ανοίγοντας ταυτόχρονα τη συζήτηση για τις “από κάτω” δράσεις και τη σχέση τους τόσο με το κέντρο όσο με την περιφέρεια. Καλό είναι πάντως που ξεφεύγει η κουβέντα από το gentrification καθώς έχει αρχίσει να μου φαίνεται κάπως ντεμοντέ.

1η και 2η φωτογραφία: María Gallardo

Η αστική κουλτούρα της κρίσης και ο επίσημος(;) σχεδιασμός για την πόλη.

αρχείο λήψης (1)

Το 2009 ταυτίζεται για τον ευρωπαϊκό χώρο με τη «συγκυρία» της οικονομικής κρίσης. Τα νέα δεδομένα θέτουν την κρίση ως καταλυτικό και αναγκαίο παράγοντα μεταλλαγής των πολιτικών του σχεδιασμού για την πόλη και της χρήσης τελικά αυτών των πολιτικών, ως μέσων διαχείρισης της κρίσης. Ως νέο στοιχείο, ο επίσημος λόγος προβάλει και συσχετίζει σχεδιαστικές πολιτικές και επιλογές στον αστικό χώρο, με την επενδυτική δραστηριότητα και την επίτευξη κέρδους, με στόχο την αποπληρωμή του χρέους- στόχος, ο οποίος σήμερα ταυτίζεται με την έξοδο της χώρας από την κρίση άρα και το δημόσιο συμφέρον.

Και ενώ σήμερα μιλάμε για την κρίση -ιδιαίτερα μετά από μια εποχή εκτεταμένης ευημερίας- το ζήτημα της σχέσης της αστικής ανάπτυξης με τις μακροοικονομικές κρίσεις και των διαδικασιών αστικοποίησης και οικοδόμησης του αστικού χώρου με τη γενική θεωρία των νόμων και της κίνησης του κεφαλαίου, έχει αναλυθεί διεξοδικά από τον D.Harvey[1], ο οποίος αποδεικνύει ουσιαστικά ότι η κρίση δεν αποτελεί μια σύγχρονη συγκυρία, έτσι όπως παρουσιάζεται, αλλά περισσότερο ένα δεδομένο για τις πόλεις. Επομένως η ιστορία αλλά και οι πρακτικές που έχουν ακολουθηθεί για τη διαχείριση του προβλήματος είναι λίγο πολύ γνωστές.

Τόσο στις ΗΠΑ όσο και σε επόμενο στάδιο στην Ευρώπη και στο ελληνικό παράδειγμα, η ανάδυση της δημοσιονομικής κρίσης προβάλλεται παράλληλα με την κατάρρευση του κατασκευαστικού κλάδου[2], το δημοσιονομικό χρέος παράλληλα με την πολιτική λιτότητας και τέλος η επίσπευση της ρύθμισης του χρέους προβάλλεται παράλληλα με την απορρύθμιση των πολιτικών για τον αστικό χώρο. Ταυτόχρονα και για ακόμα μια φορά στην ιστορία των «κρίσεων», τα δομικά χαρακτηριστικά της οικονομικής κρίσης, αποτυπώνονται στο χώρο ως φαινόμενα «αστικής κρίσης», που χρήζουν «επίλυσης». Τέτοια φαινόμενα είναι η φυσική και κοινωνική υποβάθμιση του αστικού περιβάλλοντος στα κέντρα των πόλεων, η εντεινόμενη χωρική και κοινωνική πόλωση/αποκλεισμός, οι αλλαγές στην παραγωγική δομή των αστικών κέντρων κ.ά.,.

Η όχι και τόσο νέα αυτή αστική κουλτούρα, μετατρέπει το χώρο της πόλης σε “υποδοχέα” επενδύσεων, ο δε επίσημος σχεδιασμός, αναλαμβάνει το ρόλο «ρυθμιστή» διευκολύνοντας την τακτοποίηση στο χώρο των επενδύσεων και αναδεικνύοντας τους νέους προνομιακούς τόπους. Ωστόσο, και εδώ θα χρησιμοποιήσω τα λόγια του  D.Harvey

«η γη δεν είναι εμπόρευμα με την συνηθισμένη έννοια. Συνιστά μια πλασματική μορφή κεφαλαίου, που απορρέει από τις προσδοκίες για την απόκτηση κέρδους, μέσα από τη μελλοντική διαχείρισή της (μελλοντικές τιμές των ενοικίων, νέα (παραγόμενη) αξία της γης).»[3]

Επομένως, κατανοούμε ότι ο χώρος, με την έννοια της γεωγραφικής θέσης, παίζει σημαντικότερο ρόλο στην παραγωγή αξίας και υπεραξίας, απ’ ότι η λειτουργία/δραστηριότητα, που αναπτύσσεται σε αυτόν και εν συνεχεία αποτελεί προνομιακό πεδίο άσκησης υιοθετούμενης πολιτικής.

Τελικά παρατηρείται σήμερα μια άνευ προηγουμένου απορρύθμιση του χώρου, που σχετίζεται με την αποδυνάμωση του θεσμοθετημένου ή επίσημου χωρικού σχεδιασμού, ο οποίος αντικαθίσταται από σημειακές επεμβάσεις στην πόλη και ad hoc χωροθετήσεις. Όπως φαίνεται σήμερα στον επίσημο σχεδιασμό η αλυσίδα «κρίση-χρέος-επενδύσεις» συμπορεύονται δημιουργώντας νέα δεδομένα, που αποτυπώνονται στον αστικό χώρο, μέσα από τις νέες παρεμβάσεις, οι οποίες δεν εντάσσονται σε ένα πλαίσιο συνολικού σχεδιασμού για την πόλη. Τα παραδείγματα για την Αθήνα δεν είναι λίγα, καθώς περιλαμβάνουν τα μεγάλα project που σχεδιάζονται ήδη ή “ακούγονται”, τόσο για το θαλάσσιο μέτωπο όσο και για το κέντρο της πόλης. Αυτό που μένει να δούμε είναι «η κρίση» της κρίσης και τι θα αφήσει για την πόλη και τους ανθρώπους της.

Ηρώ Μπάλα


[1] Harvey D., 2010, The Urbanisation of Capital, Oxford: Blackwell, 1985 και The Enigma of Capital, and the Crises of Capitalism, London: Profile Books, και

Harvey D., 2012, Οι αστεακές καταβολές των οικονομικών κρίσεων, Μέρος 1o,2o 3ο, 4o, http://www.newleftproject.org/ Αναδημοσίευση REDNotebook

[2] Η κατάρρευση του κατασκευαστικού κλάδου στην Ελλάδα αποτυπώνεται από την τελευταία κλαδική έκθεση της ICAP Group (Νοέμβριος 2012). Σύμφωνα με αυτή, τα έσοδα των τεχνικών επιχειρήσεων από την κατασκευή αυτοτελώς εκτελούμενων έργων κατέγραψαν μείωση της τάξης του 36% το 2012/11, ενώ την περίοδο 2008-2012 παρατηρούνται απώλειες 186.000 θέσεων εργασίας. Σημειώνεται ότι ο κλάδος των κατασκευών έφθασε στην κορύφωσή του το 2006, όπου συνέβαλε κατά 7,8% στο ΑΕΠ της χώρας, ενώ το 2011 η συμμετοχή του μειώθηκε μόλις στο 2,2%.

[3]  Harvey D., 2012, Οι αστεακές καταβολές των οικονομικών κρίσεων, Μέρος 3ο, http://www.newleftproject.org/ Αναδημοσίευση REDNotebook

%d bloggers like this: